Κυριακή, 25 Οκτ, 2020
«Χρωματισμένο λουλούδι», Μα Τσουέν, Δυναστεία Τσινγκ. (Wikimedia/public domain)

Όνειρο Πορφυρών Δωματίων – Κεφάλαιο Ι (Μέρος β’)

Μετάφραση κατά τμήματα του «Ονείρου Πορφυρών Δωματίων».
Το «Όνειρο Πορφυρών Δωματίων» είναι ένα από τα τέσσερα κλασικά βιβλία της Κίνας.
Γράφτηκε περί το 1750, κατά την Δυναστεία Τσινγκ (1644-1911). 

Ενημέρωση: 18 Οκτωβρίου

Διαβάστε επίσης:

Όνειρο Πορφυρών Δωματίων – Μια εισαγωγή

Όνειρο Πορφυρών Δωματίων – Κεφάλαιο Ι (Μέρος α’)

 

ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΡΦΥΡΩΝ ΔΩΜΑΤΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι (Μέρος β’)

Καθώς προχωρούσαν, συνέχιζαν την συζήτησή τους. «Που θα ήθελες να πας το αντικείμενο που πήρες;» Άκουσε τον ταοϊστή να ρωτά. Στην ερώτηση αυτή ο βουδιστής απάντησε με χαμόγελο: «Μην ανησυχείς», είπε, «έχει τώρα ωριμάσει μια ρύθμιση γενικού χαρακτήρα που σχετίζεται με επίγειες χαρές, που προσεχώς θα φτάσει σε κάθαρση. Ο πλήρης αριθμός των “πιστών” του αισθήματος δεν είναι ακόμα έτοιμος, δεν έχουν εισέλθει στον κόσμο, και θα ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτήν την ευκαιρία για να βάλω και αυτό το αντικείμενο μεταξύ τους, ώστε να του δώσω την ευκαιρία να βιώσει την ανθρώπινη κατάσταση.»
«Οι “πιστοί” του αισθήματος αυτών των ημερών φυσικά θα πρέπει πάλι να υπομείνουν τα δεινά της ζωής κατά την διάρκεια του χρόνου τους στον ανθρώπινο κόσμο», είπε ο ταοϊστής, «αλλά πότε θα γεννηθούν; Και σε ποιο μέρος θα κατέλθουν;»

«Οι λεπτομέρειες αυτών των περιστάσεων», απάντησε ο μοναχός, «θα σε κάνουν να γελάσεις! Είναι ως εξής: υπήρξε στην δύση, στις όχθες του ποταμού Λινγκ (Πνευματικού), δίπλα στην πέτρα Σαν Σενγκ (Τρις Γεννημένη), ένα χορταράκι του γρασιδιού Τσιανγκ Τσου (ιώδες μαργαριτάρι). Περίπου τον ίδιο χρόνο το κομμάτι πέτρας, λίγο μετά την απόρριψή του από την θεά των έργων, είχε αφεθεί να τριγυρίζει όπως ήθελε, και να περιδιαβαίνει όπως το ευχαριστεί σε κάθε μέρος. Μια μέρα μπήκε στην περιοχή της θεότητας Τσινγκ Χουάνγκ (Μακρινή Όραση), και αυτή η θεά, γνωρίζοντας ότι η πέτρα είχε μια ιστορία, την κράτησε, για να μένει στο παλάτι Τσου Σια (ιώδη σύννεφα), και της έδωσε καθήκοντα βοηθού της Σεν Γινγκ, μιας νεράιδας του παλατιού Τσου Σια».

«Αυτή η πέτρα όμως, συχνά περπατούσε δίπλα στις όχθες του ποταμού Λινγκ, και καθώς θαύμασε το πνευματικό χορταράκι μόλις το είδε, κάθε μέρα, έβρεχε τις ρίζες του με πρωινή δροσιά, πάχνη της αυγής. Αυτό το χορταράκι ιώδους γρασιδιού, έμενε έτσι για μήνες και χρόνια, αλλά αργότερα του εμφυσήθηκε η εξευγενισμένη ουσία του ουρανού και της γης, και έχοντας συνεχώς πάρει την δροσιά και θρέψη της πρωινής πάχνης, μεταμορφώθηκε συν τω χρόνω, και άφησε την μορφή του γρασιδιού, παίρνοντας μια ανθρώπινη μορφή, η οποία σταδιακά τελειοποιήθηκε στην μορφή μιας νεάνιδος.»

«Κάθε μέρα ήθελε να περιπλανάται πέρα από τα όρια του ουράνιου βασιλείου Λι Χαν (Απελευθέρωσης από την Διχόνοια). Όταν πεινούσε έτρωγε από τους καρπούς Πι Τσινγκ (κρυμμένο συναίσθημα), όταν διψούσε έπινε το νερό Κουάν τσόου (απελθούσα λύπη). Μην έχοντας, όμως, μέχρι τότε δείξει την ευγνωμοσύνη της για την φροντίδα που της δόθηκε γενναιόδωρα, ήταν φυσικό ότι επιθυμούσε συνεχώς να δώσει μια κατάλληλη αναγνώριση.»

«Υπήρξα», έλεγε συχνά μέσα της, «αποδέκτρια του δώρου της βροχής και της δροσιάς, αλλά δεν έχω τέτοιο νερό σαν αυτό που μου δόθηκε με γενναιοδωρία για να το ανταποδώσω! Αλλά αν ποτέ κατέλθει στον ανθρώπινο κόσμο με μορφή ανθρώπου, θα πάω κι εγώ, μαζί του. Και αν μπορέσω να του ανταποδώσω, με τα δάκρυα μιας ολόκληρης ζωής, θα μπορέσω να ξεπληρώσω επαρκώς αυτά που πήρα.»

«Αυτή η επιθυμία είναι που θα προκαλέσει την κάθοδο στον ανθρώπινο κόσμο τόσων πολλών πνευμάτων του αισθήματος και της ευχαρίστησης, πνευμάτων ανταπόδοσης, και την δημιουργία φανταστικών πεπρωμένων. Και αυτό το πορφυρό χορταράκι-μαργαριτάρι θα είναι επίσης μεταξύ αυτών. Η πέτρα βρίσκεται ακόμα στην αρχική της θέση, και γιατί να μην την θέσουμε ενώπιον του δικαστηρίου της θεάς της Μακρινής Όρασης, και να βάλουμε για αυτήν το όνομά της στον κατάλογο, ώστε να κατέλθει στον κόσμο, μαζί με αυτά τα πνεύματα των αισθημάτων, και να συνεργαστούμε έτσι με αυτήν την ρύθμιση;»

«Όντως είναι γελοίο», είπε ο ταοϊστής. «Ποτέ δεν έχω ακούσει έστω την απλή αναφορά ανταπόδοσης μέσω δακρύων! Γιατί να μην εκμεταλλευτούμε αυτήν την ευκαιρία για να κατέλθουμε κι εμείς στον ανθρώπινο κόσμο; Και αν επιτύχουμε να σώσουμε κάποιους από αυτούς, δεν θα ήταν έργο αξιέπαινο και ενάρετο;»

«Η πρόταση αυτή», είπε ο βουδιστής, «είναι σε αρμονία με τις απόψεις μου. Έλα τότε μαζί μου στο παλάτι της θεάς της Μακρινής Όρασης, και ας δώσουμε αυτό το κακόμοιρο αντικείμενο, και ας τελειώνουμε με αυτό! Και όταν η ομάδα των πνευμάτων αισθήματος και θυμού κατέλθει στην ανθρώπινη ύπαρξη, εγώ και εσύ μπορούμε να εισέλθουμε τότε στον κόσμο των θνητών. Οι μισοί εξ αυτών έχουν ήδη πέσει στο σκονισμένο σύμπαν, αλλά όχι όλοι, ακόμα».

«Αν έχουν έτσι τα πράγματα», συμφώνησε ο ταοϊστής, «είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω, οπουδήποτε θελήσεις να πας».

Αλλά για να επιστρέψουμε στον Τζεν Σι-γιν. Έχοντας ακούσει καθαρά την κάθε μία από αυτές τις λέξεις, δεν μπορούσε να μην προχωρήσει για να χαιρετήσει. «Πνευματικοί άρχοντες», είπε χαμογελώντας, «δεχθείτε την υπόκλισή μου». Ο βουδιστής και ταοϊστής ιερέας αμέσως απάντησαν στο κομπλιμέντο, και αντάλλαξαν τους συνήθεις χαιρετισμούς. «Πνευματικοί μου άρχοντες», συνέχισε ο Σι-γιν, «μόλις άκουσα την συζήτηση που είχατε, για αίτια και αποτελέσματα, συζήτηση την οποία λίγοι θνητοί πράγματι έχουν ακούσει. Αλλά ο μικρός αδελφός σας έχει αργό νου, και δεν μπορεί να κατανοήσει με σαφήνεια την σημασία της! Όμως αν θα γινόταν αυτή η ανικανότητα και απλοϊκότητα να απομακρυνθεί, ο μικρότερος αδελφός σας θα μπορούσε, ακούγοντας προσεκτικά, με απόλυτη συγκέντρωση, σε έναν βαθμό να ωθηθεί σε μια κάποια αντίληψη του θέματος, και αν γίνεται, να βρει ίσως τον τρόπο να αποφύγει τον πόνο της καθόδου εις Άδου.»

Οι δύο θεότητες μειδίασαν: «Η συζήτηση», είπαν, «σχετίζεται με το αρχέγονο σχέδιο και δεν μπορεί να αποκαλυφθεί πριν την κατάλληλη εποχή. Αλλά, όταν έρθει ο καιρός, πρόσεξε να μην μας ξεχάσεις, και θα μπορέσεις να ξεφύγεις από τον φλεγόμενο λέβητα.»

Ο Σι-γιν, μετά από αυτήν την απάντηση, το βρήκε δύσκολο να ρωτήσει περισσότερα. «Το αρχέγονο σχέδιο», είπε παρ’ όλα αυτά μειδιώντας, «δεν γίνεται φυσικά να αποκαλυφθεί. Αλλά τι είδους πράγμα είναι, αναρωτιέμαι, το κακόμοιρο αντικείμενο στο οποίο αναφερθήκατε πριν λίγο; Θα μπορούσα να κρίνω και ο ίδιος;»

«Το αντικείμενο για το οποίο ρωτάς», απάντησε ο βουδιστής μοναχός, «ήταν προγραμματισμένο από την μοίρα, μπορώ να σου πω, να δεχτεί μια ματιά σου.» Με αυτές τις λέξεις το παρουσίασε, και το έδωσε στον Σι-γιν.

Ο Σι-γιν το πήρε. Εξετάζοντάς το βρήκε πως ήταν μια όμορφη πολύτιμη πέτρα, τόσο αστραφτερή και καθαρή που τα ίχνη των ιδεογραμμάτων στην επιφάνεια φαίνονταν με ευκολία. Τα χαραγμένα ιδεογράμματα ήταν τα «Τουνγκ Λι Πάο Γιου», «Πολύτιμη Πέτρα της Πνευματικής Αντίληψης». Στην άλλη όψη, υπήρχαν πολλές στήλες μικροσκοπικών ιδεογραμμάτων, τα οποία είχε αρχίσει να εξετάζει προσεκτικά, όταν ο βουδιστής αμέσως τον απέτρεψε.

«Έχουμε ήδη φτάσει», αναφώνησε, «τα όρια της οράσεως». Παίρνοντάς την γρήγορα από τα χέρια του, έφυγε με τον ταοϊστή, υπό μια ψηλή πέτρινη πύλη, στην όψη της οποίας υπήρχαν τέσσερα μεγάλα ιδεογράμματα: «Τάι Σιου Χουάν Τσινγκ», «Τα Οπτικά Όρια του Μεγάλου Κενού». Σε κάθε πλευρά ήταν ένας πάπυρος με τις στήλες λέξεων:

«Όταν το ψέμα παρουσιάζεται ως αλήθεια, η αλήθεια παρομοίως γίνεται ψέμα,

Όταν το τίποτα γίνεται κάτι, το κάτι αλλάζει σε τίποτα.»

Ο Σι-γιν θέλησε επίσης να τους ακολουθήσει στην άλλη πλευρά, αλλά, καθώς πήγε να κάνει ένα βήμα μπροστά, ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο, σαν τα βουνά να έγιναν κομμάτια, και η γη να είχε βυθιστεί. Καθώς ο Σι-γιν έβγαλε μια δυνατή κραυγή, κοίταξε με πονεμένα μάτια, αλλά το μόνο που μπορούσε να δει ήταν ο φλεγόμενος ήλιος, να λάμπει με δυνατές ακτίνες, καθώς τα φύλλα μπανανιάς είχαν γείρει προς τα κάτω. Εκείνη την στιγμή, τα μισά από όσα είχε μάθει στο όνειρό του, είχαν ήδη ξεφύγει από την μνήμη του.

Είδε επίσης μια βοηθό να έρχεται προς αυτόν με την Γινγκ Λιέν στα χέρια της. Στα μάτια του Σι-γιν, η κόρη του φαινόταν ακόμα πιο όμορφη, ένα λαμπερό διαμάντι, τόσο πολύτιμη, και πολύ αξιαγάπητη. Τεντώνοντας αμέσως τα χέρια του, την πήρε, και, καθώς την κρατούσε αγκαλιά, προσπάθησε να την κάνει να παίξει λίγο μαζί του. Μετά την πήγε στον δρόμο να δει τον μεγάλο θόρυβο που είχε σηκωθεί από την πομπή που γινόταν.

Ήταν έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι, όταν είδε δύο ιερείς, έναν ταοϊστή, και έναν βουδιστή, να έρχονται προς αυτόν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο βουδιστής είχε ένα κεφάλι με σημάδια δερματικής ασθένειας, και δεν φορούσε υποδήματα. Ο ταοϊστής χώλαινε και τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα.

Σαν τρελοί, προχωρούσαν στον δρόμο, μιλώντας και γελώντας καθώς πήγαιναν κοντά του.

Μόλις έφτασαν στην πόρτα του Σι-γιν, και τον είδαν με την Γινγκ Λιέν στα χέρια του, ο μοναχός άρχισε να κλαίει δυνατά.

Γυρνώντας προς τον Σι-γιν, του είπε: «Καλέ μου κύριε, για ποιον λόγο να κουβαλάτε στα χέρια αυτό το έμβιο αλλά άτυχο πλάσμα, το οποίο θα εμπλέξει πατέρα και μητέρα σε προβλήματα;»

Οι λέξεις αυτές δεν διέφυγαν της προσοχής του Σι-γιν. Αλλά θεώρησε ότι ήταν απλώς λόγια τρελού, κι έτσι δεν έδωσε σημασία στον μοναχό.

«Αποχωρίσου την, και δώσε την σε εμένα», συνέχισε ο βουδιστής.

Ο Σι-γιν δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την ενόχλησή του, και κρατώντας πιο σφιχτά την κόρη του πάνω του, θέλησε να φύγει, όταν ο μοναχός τον έδειξε με το χέρι, και παραδόθηκε σε τρανταχτά γέλια.

Μετά απήγγειλε τους τέσσερις στίχους που ακολουθούν:

Χαίρεσαι με την όμορφη κόρη σου και γελάν για σένα σαν προς ανόητο,

Μάταια το χιόνι κοιτάς, ω καθρέπτη! Διότι είν’ εφήμερο, θα λιώσει

Όταν η γιορτή των φανών περάσει, πρόσεξε μην χαθείς,

Διότι θα είναι η ώρα που οι φλόγες θα ανάψουν, και η φωτιά θα καταπιεί

Ο Σι-γιν κατάλαβε καθαρά το πλήρες νόημα αυτού που άκουσε, αλλά η καρδιά του ήταν ακόμα γεμάτη εικασίες. Επρόκειτο να ρωτήσει ποιοι και τι ήταν, όταν άκουσε τον ταοϊστή να λέει: «Εσύ κι εγώ δεν γίνεται να περπατήσουμε μαζί. Ας αποχωριστούμε τώρα, και ο καθένας θα μπορέσει να πάει στην δουλειά του. Μετά από τρεις μεγάλες εποχές, θα βρίσκομαι στο όρος Πέι Μανγκ, περιμένοντάς σε. Και τότε μπορούμε να πάμε στα Οπτικά Όρια του Μεγάλου Κενού, και εκεί να σβήσουμε το όνομα της πέτρας από το βιβλίο.»

«Έξοχο! Υπέροχο!» είπε ο μοναχός. Και ευθύς οι δύο έφυγαν, ο καθένας παίρνοντας τον δρόμο του, και κανένας δεν τους είδε πάλι.

«Αυτοί οι δύο», σκέφτηκε ο Σι-γιν στην καρδιά του, «θα πρέπει να είχαν πολλές εμπειρίες, και θα έπρεπε πραγματικά να ρωτήσω περισσότερα, αλλά πλέον η μεταμέλεια δεν έχει νόημα».

Καθώς ο Σι-γιν έκανε αυτούς τους ανόητους συλλογισμούς, πρόσεξε ξαφνικά την έλευση ενός πάμφτωχου λογίου, Τζια στο επίθετο, Χουά στο όνομα, Σου-φέι στο κοινό όνομα και Γιου-τσιουν στο προσωνύμιο, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στον γειτονικό ναό Φλασκί. Αυτός ο Τζια Γιου-τσιουν ήταν αρχικά κάτοικος Χου-τσόου και είχε λογίους και αξιωματούχους ως προγόνους. Αλλά καθώς είχε γεννηθεί ως ο νεότερος, και η περιουσία των προγόνων του από πατέρα και μητέρα είχε εξαντληθεί πλήρως, και οι γονείς και συγγενείς του είχαν αποβιώσει, απέμεινε ο μοναδικός επιζών. Και, καθώς βρήκε πως το να μένει στην ιδιαίτερη πατρίδα του δεν είχε νόημα, πήγε στην πρωτεύουσα αναζητώντας την φήμη που θα του επέτρεπε να βάλει το πατρικό του σπίτι σε μια καλή κατάσταση. Είχε φτάσει σε αυτό το μέρος πριν από δύο χρόνια, και ζούσε σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Είχε κάνει τον ναό το προσωρινό του ενδιαίτημα, και έβγαζε τα προς το ζην συντάσσοντας καθημερινά έγγραφα και γράφοντας γράμματα για πελάτες. Έτσι ο Σι-γιν είχε συνεχή επαφή με αυτόν.

Μόλις ο Γιου-τσιουν αντιλήφθηκε τον Σι-γιν, τον χαιρέτησε αμέσως. «Αξιότιμε κύριε», είπε με ένα βεβιασμένο μειδίαμα, «πως και στηρίζεστε στην πόρτα και κοιτάτε έξω; Συμβαίνει μήπως κάτι στον δρόμο, ή στους δημόσιους χώρους;»

«Τίποτα απολύτως», απάντησε ο Σι-γιν, ανταποδίδοντας το χαμόγελο. «Απλώς λίγο πριν, η κόρη μου έκλαιγε, και την έβγαλα εδώ έξω για να την κάνω να ξεχαστεί. Δεν έχω αυτήν την στιγμή κάτι να κάνω, ώστε, αγαπητέ αδελφέ Τζια, έρχεσαι ακριβώς στην ώρα. Παρακαλώ πέρασε στο άσχημο σπιτικό μου, και ας προσπαθήσουμε, με την παρέα μας, να διώξουμε αυτήν την μακριά καλοκαιρινή μέρα.»

Μόλις είπε αυτά, κάλεσε έναν από το προσωπικό να πάρει την κόρη του μέσα, ενώ αυτός, δίπλα στον Γιου-τσιουν, περπάτησε στην βιβλιοθήκη, όπου ένας εκ του βοηθητικού προσωπικού σέρβιρε τσάι. Είχαν μόλις ανταλλάξει μερικές κουβέντες, όταν ένας άλλος του οικιακού προσωπικού ήρθε μέσα, με μεγάλη βιασύνη, να ανακοινώσει ότι ο κ. Γιεν είχε έλθει για μια επίσκεψη.

Ο Σι-γιν σηκώθηκε αμέσως. «Παρακαλώ συγχωρείτε την αγένειά μου», είπε απολογούμενος, «αλλά καθίστε εδώ. Θα έρθω πάλι σύντομα, να απολαύσω την χαρά της παρέας σας.» «Αγαπητέ μου κύριε», είπε ο Γιου-τσιουν, επίσης με τρόπο ευγενικό, «κάνετε αυτό που πρέπει. Είχα συχνά την τιμή να είμαι καλεσμένος σας, και τι πειράζει αν περιμένω λίγο;» Καθώς αυτά λέγονταν, ο Σι-γιν είχε ήδη περπατήσει ως το εξωτερικό δωμάτιο. Όντας μόνος, ο Γιου-τσιουν διάβαζε μερικές σελίδες από ένα βιβλίο ποίησης για να διώξει την πλήξη, όταν ξαφνικά άκουσε, έξω από το παράθυρο, τον βήχα μιας γυναίκας. Ο Γιου-τσιουν σηκώθηκε γρήγορα και κοίταξε. Είδε ότι ήταν μια γυναίκα του υπηρετικού προσωπικού, που μάζευε λουλούδια. Η εμφάνισή της ήταν πάνω από τον μέσο όρο, τα μάτια τόσο λαμπρά, τα φρύδια τόσο καθαρά σχηματισμένα. Αν και δεν ήταν μια τέλεια ομορφιά, είχε παρ΄ όλα αυτά γοητεία που αρκούσε για να εγείρει τα αισθήματα. Ο Γιου-τσιουν την κοίταζε άθελά του, καρφώνοντας τα μάτια του. Η κόρη, που ανήκε στην οικογένεια Τζεν, είχε τελειώσει με το μάζεμα λουλουδιών και ετοιμαζόταν να φύγει, όταν ξαφνικά σήκωσε την ματιά της και αντιλήφθηκε την παρουσία κάποιου πίσω από το παράθυρο, ο οποίος φορούσε μια κομματιασμένη μπαντάνα στο κεφάλι, και τα ενδύματά του ήταν πολύ φθαρμένα. Αλλά παρά την ένδειά του, ήταν προικισμένος από την φύση με μια στρογγυλή μέση, φαρδείς ώμους, παχύ πρόσωπο, τετράγωνο στόμα. Συν αυτών, τα φρύδια του ήταν σαν σπαθιά, τα μάτια έμοιαζαν με αστέρια, η μύτη του ήταν ευθεία, τα μάγουλα τετράγωνα.

Το κορίτσι του υπηρετικού προσωπικού γύρισε προς την άλλη γρήγορα και έφυγε.

«Αυτός ο άντρας, τόσο στιβαρός και δυνατός», σκεφτόταν μέσα της, «αλλά και με τόσο άσχημα ενδύματα, θα πρέπει νομίζω, να είναι εκείνος με όνομα Τζια Γιου-τσιουν ή κάπως έτσι, που πολλές φορές έχει αναφέρει ο κύριος, και στον οποίον πολλές φορές θέλησε να δώσει βοήθεια, αλλά δεν μπόρεσε να βρει μια κατάλληλη ευκαιρία. Και καθώς στην οικογένειά μας (ΣτΜ: οικογένεια του Σι-γιν) δεν υπάρχει κάποιος γνωστός ή φίλος σε τέτοια κατάσταση, σίγουρα δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος. Παράξενο, ο κύριος έχει πει πως αυτός ο άντρας σίγουρα δεν θα βρίσκεται πάντα σε μια τέτοια κατάσταση φτώχειας».

Καθώς είχε αυτές τις σκέψεις, δεν μπόρεσε να μην γυρίσει το κεφάλι της να κοιτάξει μια δυο φορές.

Όταν ο Γιου-τσιουν είδε ότι κοίταξε πίσω, το ερμήνευσε αμέσως ως σημείο ότι στην καρδιά της σκεφτόταν για αυτόν, και γέμισε με ακατανίκητη χαρά.

«Αυτό το κορίτσι», σκέφτηκε, «είναι, καμιά αμφιβολία, έξυπνο και με καλά μάτια, και μια στον κόσμο που μπόρεσε να με καταλάβει.»

Ο άλλος οικιακός βοηθός ήρθε μετά από λίγο στο δωμάτιο, και όταν ο Γιου-τσιουν ρώτησε και έμαθε από αυτόν ότι οι καλεσμένοι στο δωμάτιο έμπροσθεν είχαν καθήσει για δείπνο, δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, και έφυγε από ένα παράπλευρο μονοπάτι και από μια πόρτα της πίσω αυλής.

Όταν οι φιλοξενούμενοι αποχώρησαν, ο Σι-γιν δεν επέστρεψε στο δωμάτιο για τον Γιου-τσιουν, καθώς έμαθε ότι είχε φύγει. Σε λίγο καιρό οι εορτασμοί της φθινοπωρινής εορτής είχαν πλησιάσει, και ο Σι-γιν, μετά το τέλος του οικογενειακού τραπεζιού, έβαλε ένα επιπλέον τραπέζι στην βιβλιοθήκη, και διέσχισε τον δρόμο, υπό το σεληνόφως, μέχρι τον ναό και προσκάλεσε τον Γιου-τσιουν να έρθει.

Ο Γιου-τσιουν, από την ημέρα που είδε την κόρη της οικογένειας Τζεν να γυρίζει εις διπλούν και να τον κοιτάει, αυτοκολακευόταν ότι ήταν φιλικά προσκείμενη προς αυτόν, και συνεχώς έτρεφε σκέψεις αρεσκείας για αυτήν στην καρδιά του. Και εκείνη την μέρα, που ήταν και η μέρα εορτασμού του Φθινοπώρου, δεν μπορούσε, καθώς κοιτούσε την σελήνη, να μην την σκεφτεί πάλι. Έτσι βγήκαν από την καρδιά του οι ακόλουθοι πεντάμετροι στίχοι:

Φευ! Δεν έχει ακόμα ευδοκιμήσει η ευχή,

Και πόνος ακατάπαυστα επί του πόνου έρχεται,

Ήρθα, και θλιμένος στην καρδιά, κοίταξα εκεί,

Έφυγε, και συχνά την κεφαλή πίσω έστρεφε.

Μες το αεράκι, την σκιά της κοιτάζει,

Ποιος, αυτήν την σεληνόφωτη νύχτα σε κοιτά με στοργή;

Οι λαμπρές ακτίνες αν άκουγαν την ευχή που την καρδιά πειράζει,

Σύντομα θα έλαμπαν πάνω στην γλυκιά σου κεφαλή

Σκεπτόμενος, μετά από αυτήν την απαγγελία, ο Γιου-τσιουν, ότι σε όλη την ζωή του τα λογοτεχνικά του επιτεύγματα είχαν μια σκληρή μοίρα και δεν είχαν συναντήσει κάποια ευκαιρία (για διάκριση), έβαλε το χέρι στο πρόσωπο, και καθώς ύψωσε τα μάτια στον ουρανό, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και ακόμα μια φορά τραγούδησε δυο στίχους:

Στην θήκη το μαργαριτάρι υψηλή ζητά τιμή,

Στο κουτί της η καρφίτσα να πετάξει καρτερεί

Όπως τα έφερε η τύχη, ο Σι-γιν εκείνη την στιγμή πλησίαζε, και ακούγοντας τους στίχους, είπε με χαμόγελο: «Αγαπητέ μου Γιου-τσιουν, πραγματικά τα επιτεύγματά σου δεν είναι συνηθισμένα».

Ο Γιου-τσιουν αμέσως χαμογέλασε και απάντησε. «Θα ήταν θρασύτητα εκ μέρους μου να το σκεφτώ», είπε. «Απλώς σιγοτραγουδούσα μερικούς στίχους παλαιότερων ποιητών, και ποιος ο λόγος να με επαινείτε σε τέτοιον βαθμό; Σε τι, αγαπητέ κύριε, οφείλω την ευχαρίστηση της επίσκεψής σας;» ρώτησε. «Σήμερα», απάντησε ο Σι-γιν, «είναι η εορτή του Φθινοπώρου, γνωστή και ως η εορτή της πανσελήνου. Και καθώς δεν μπορούσα να μην σκεφτώ ότι ζεις, άξιε αδελφέ, σαν ένας ξένος σε αυτόν τον ναό, σίγουρα θα βίωνες το αίσθημα της μοναξιάς. Για τον λόγο αυτόν, ετοίμασα μια μικρή γιορτή, και θα χαιρόμουν αν ερχόσουν στο θλιβερό σπιτικό μου για ένα ποτήρι κρασί. Αλλά αναρωτιέμαι εάν θα σκεφτόσουν θετικά για την ταπεινή μου πρόσκληση;» Ο Γιου-τσιουν, αφότου άκουσε την πρόσκληση, δεν έφερε καμία αντίρηση, αλλά σημείωσε με ευχαρίστηση: «Όντας αποδέκτης τέτοιας αδελφικής προσοχής, πως θα μπορούσα να αρνηθώ την γενναιόδωρη φροντίδα σας;»

Καθώς έλεγε αυτά, περπάτησε την ίδια στιγμή, μαζί με τον Σι-γιν, και πήγαν πάλι στην αυλή μπροστά από την βιβλιοθήκη. Σε λίγα λεπτά, το τσάι είχε τελειώσει.

Ποτήρια και πιάτα είχαν τοποθετηθεί από νωρίς, και δεν χρειάζεται να πούμε, το κρασί ήταν πρώτης ποιότητας, το γεύμα πλουσιοπάροχο.

Οι δύο φίλοι κάθισαν. Αρχικά αργά αργά αναπλήρωναν τα ποτήρια τους, και ήρεμα έπιναν το κρασί, αλλά καθώς σταδιακά συζητούσαν περισσότερο, η καλή τους διάθεση έγινε πιο έντονη, και χωρίς να το καταλάβουν τα ποτήρια πετούσαν, και οι κούπες έρχονταν και έφευγαν.

Εκείνη ακριβώς την ώρα, από κάθε σπίτι της γειτονιάς, ακουγόταν φλάουτο και λαούτο, καθώς οι άνθρωποι γιόρταζαν με μουσική και τραγούδι. Πάνω από το κεφάλι, η μορφή της λαμπρής σελήνης έλαμπε με μια ολοκληρωτική μεγαλοπρέπεια, και με σταθερό έντονο φως, ενώ οι δύο φίλοι, καθώς η χαρά τους αυξανόταν, άδειζαν τα ποτήρια τους με το που τα ακουμπούσαν στα χείλη τους.

Ο Γιου-τσιουν, τότε, εμφανώς υπό την επήρεια του οίνου, είχε μια ασυγκράτητα καλή διάθεση. Καθώς κοίταζε την σελήνη, έβαλε στο μυαλό του σκέψεις, τις οποίες εκδήλωσε με την απαγγελία ενός διπλού διστίχου:

Την μέρα που το τρία συναντά το πέντε, η Σελήνη μια σφαίρα!

Αγνές ακτίνες γεμίζουν την αυλή, σμαραγδένιο φως μας αγκαλιάζει!

Ιδού! Στα ουράνια τον δίσκο της να δείξει, στον αιθέρα,

Και στην γη ο κόσμος σηκώνει την ματιά, θαυμάζει.

«Εξαίσιο!»[1] φώναξε ο Σι-γιν, αφότου άκουσε το ποίημα. «Ήμουν εξ αρχής της άποψης ότι δεν θα ήταν δυνατόν για εσένα μην ξεπεράσεις τον οποιονδήποτε, και τώρα αυτοί οι στίχοι που απήγγειλες είναι μια πρόγνωση της ραγδαίας σου ανάπτυξης. Ήδη είναι εμφανές ότι, σύντομα, θα εκτείνεις το βήμα σου πολύ πέρα από τα σύννεφα! Πρέπει να σε συγχαρώ! Πρέπει να σε συγχαρώ! Επίτρεψέ μου, εγώ ο ίδιος να σου γεμίσω το ποτήρι ως ένδειξη επιδοκιμασίας.»

Ο Γιου-τσιουν άδειασε το ποτήρι. «Αυτό που πρόκειται να πω,» είπε καθώς ξαφνικά έβγαλε έναν αναστεναγμό, «δεν είναι ο άσκοπος λόγος κάποιου υπό την επήρεια του οίνου. Σχετικά με τα παρόντα θέματα της εξέτασης, θα μπορούσα άνετα να είμαι στην λίστα, και να στείλω το όνομά μου ως υποψήφιος. Αλλά επί του παρόντος, δεν έχω τις οικονομίες να πάρω πράγματα και να ταξιδεψω. Η απόσταση επίσης έως την Σεν Τσινγκ είναι μεγάλη, και δεν μπορώ να βασιστώ στην πώληση εγγράφων ή στην συγγραφή δοκιμίων για να βρω τα μέσα να πάω εκεί.»

Ο Σι-γιν δεν τον άφησε να ολοκληρώσει. «Γιατί δεν το είπες νωρίτερα;» είπε με βιασύνη. «Είχα από καιρό αυτήν την υποψία, αλλά καθώς, όποτε σε συναντούσα, δεν μιλούσαμε ποτέ για αυτό, δεν τόλμησα να πάρω το θάρρος. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα αυτήν την στιγμή, μου λείπουν, παραδέχομαι, οι λόγιες γνώσεις, αλλά στα δύο θέματα του φιλικού πνεύματος και των οικονομικών πόρων, έχω παρ΄ όλα αυτά κάποια εμπειρία. Επιπροσθέτως, σκέφτομαι ότι του χρόνου είναι η εποχή των τριετών εξετάσεων, και θα πρέπει να κατευθυνθείς προς την πρωτεύουσα με όλα τα απαιτούμενα, και την επόμενη άνοιξη, φέροντας το βραβείο, θα μπορέσεις να δώσεις την κατάλληλη θέση στις ικανότητες με τις οποίες είσαι ευλογημένος. Σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου και άλλα αντικείμενα, η χορηγεία όλων των απαιτουμένων για εσένα από εμένα τον ίδιο, δεν θα αφήσει να καταλήξει μάταιος ο λίγος χρόνος που μου έχεις δώσει.»

Αμέσως, είπε σε ένα αγόρι του προσωπικού να πάει και να ετοιμάσει πενήντα ουγκιές καθαρού ασημιού και δύο σύνολα χειμερινής ενδυμασίας.

«Η δεκάτη ενάτη», συνέχισε, «είναι μια ευοίωνη μέρα, και θα πρέπει γρήγορα να νοικιάσεις ένα πλοιάριο και να αρχίσεις το ταξίδι σου προς τα δυτικά. Και όταν, με τα λαμπρά ταλέντα σου, θα έχεις ανέλθει σε μια υψηλή μεγάλη θέση, και συναντηθούμε πάλι τον επόμενο χειμώνα, δεν θα είναι η περίσταση εξαιρετικά χαρούμενη;»

Ο Γιου-τσιουν αποδέχθηκε τα χρήματα και τα ενδύματα εκφράζοντας μεγάλη ευγνωμοσύνη. Στην πραγματικότητα, δεν έδωσε προσοχή στα δώρα, αλλά συνέχισε να πίνει το κρασί του, καθώς συζητούσαν και γελούσαν.

Μόνο όταν η τρίτη ώρα της μέρας ήχησε, οι δύο φίλοι χώρισαν, και ο Σι-γιν, αφότου ξεπροβόδισε τον Γιου-τσιουν, πήγε στο δωμάτιό του να κοιμηθεί, με έναν συνεχόμενο ύπνο, χωρίς να ξυπνήσει μέχρι που ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό.

Ενθυμούμενος την προηγούμενη νύχτα, θέλησε να γράψει μερικές συστατικές επιστολές για τον Γιου-τσιουν για να πάρει μαζί του στην πρωτεύουσα, ώστε να μπορέσει, αφού τις δώσει στις κατοικίες κάποιων αξιωματούχων, να βρει κάποιο προσωρινό χώρο διαμονής. Έστειλε τότε κάποιον να του πει να έλθει, αλλά ο άντρας του σπιτιού γύρισε και ανέφερε ότι σύμφωνα με όσα είπε ο μοναχός, «ο κ. Τζια ξεκίνησε για το ταξίδι του στην πρωτεύουσα, την πέμπτη ώρα της ημέρας, και ότι άφησε ένα γράμμα στον μοναχό για να δώσει σε εσάς, κύριε, που λέει ότι οι λόγιοι δεν δίνουν σημασία σε τυχερές ή άτυχες μέρες, ότι η μόνη τους σκέψη είναι η φύση του πράγματος που έχουν να κάνουν, και ότι δεν μπόρεσε να βρει χρόνο να περάσει από εδώ για να σας αποχαιρετήσει.»

Ο Σι-γιν αφότου άκουσε το μήνυμα δεν είχε επιλογή από το να σταματήσει να σκέφτεται το θέμα.

Σε άνετες περιστάσεις, ο χρόνος πράγματι φεύγει γρήγορα. Σύντομα είχε φτάσει η χαρούμενη γιορτή της 15ης μέρας της 1ης σελήνης, και ο Σι-γιν είπε σε έναν του προσωπικού του, Χουό Τσι, να πάρει την Γινγκ Λιέν να δουν την τελετουργική πυρά και τους φανούς με λουλούδια.

Περίπου τα μεσάνυχτα, ο Χουό Τσι είχε ανάγκη τουαλέτας, και άφησε κάτω την Γινγκ Λιέν στα σκαλιά ενός σπιτιού. Όταν επέστρεψε για να την πάρει, δεν μπορούσε να την βρει πουθενά. Με τρομερή αγωνία, ο Χουό Τσι έψαχνε για το μισό της νύχτας, αλλά ακόμα και μέχρι την αυγή, δεν είχε ανακαλύψει κανένα στοιχείο. Ο Χουό Τσι, μην έχοντας το θάρρος να επιστρέψει και να μιλήσει στον κύριό του, έφυγε γρήγορα για την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Ο Σι-γιν, και η γυναίκα του επίσης, βλέποντας ότι το παιδί δεν έχει επιστρέψει όλη την νύχτα, κατάλαβαν ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Έστειλαν γρήγορα μερικούς εκ του προσωπικού να την αναζητήσουν, αλλά όλοι επέστρεψαν λέγοντας πως δεν μπόρεσαν να βρουν το παραμικρό στοιχείο.

Αυτή η οικογένεια είχε μόνο αυτό το παιδί, και στο μέσο της ζωής τους, ώστε η ξαφνική εξαφάνισή της προκάλεσε τόσο πόνο που μέρα και νύχτα θρηνούσαν σε σημείο που δεν έδιναν σημασία στην ίδια τους την ζωή.

Ένας μήνας πέρασε σε μια στιγμή. Ο Σι-γιν ήταν ο πρώτος που ασθένησε, και η γυναίκα του, η κυρία Φενγκ, παρομοίως, λόγω της ανησυχίας για την κόρη της, επίσης εμφάνισε ασθένεια. Κάθε μέρα καλούσαν τον γιατρό, και συμβουλεύονταν τον μάντη για κάποιες υπερφυσικές συμβουλές.

Κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ότι εκείνη την μέρα, την 15η της 3ης σελήνης, καθώς οι τελετουργικές προσφορές ετοιμάζονταν στον ναό Χου Λου, ένα σκεύος με λάδι θα έπαιρνε φωτιά, λόγω της απροσεξίας του μοναχού, και ότι γρήγορα οι φλόγες θα κατάπιναν την χάρτινη επιφάνεια των παραθύρων.

Στην περιοχή αυτή χρησιμοποιούνταν ευρέως φράχτες μπαμπού και ξύλινα διαχωριστικά, και αυτά έγιναν επίσης μια πηγή καταστροφής όπως είχε οριστεί από την μοίρα (για να ολοκληρωθεί αυτό το έργο).

Με ταχύτητα η φωτιά μεταδόθηκε σε δύο κτήρια, μετά κατάπιε τρία, μετά σύρθηκε σε τέσσερα, και μετά σε πέντε σπίτια, μέχρι που όλος ο δρόμος καιγόταν, θυμίζοντας τις φλόγες ηφαιστείου. Αν και στρατιώτες και οι κάτοικοι όλοι προσπαθούσαν να καταπνίξουν την πυρκαγιά, η φωτιά είχε ήδη δυναμώσει σημαντικά, ώστε ήταν αδύνατον να μπορέσουν να την περιορίσουν.

Έκαιγε ολόκληρη την νύχτα, μέχρι που έσβησε, και κατέστρεψε, πάμπολλα κτήρια. Δυστυχώς, το σπίτι των Τζεν, όπως βρισκόταν δίπλα στον ναό, ήδη από νωρίς το βράδυ είχε μετατραπεί σε έναν σωρό κεραμιδιών και τούβλων, και μόνο το αντρόγυνο και κάποιοι ακόμα βοηθοί επιβίωσαν.

Ο Σι-γιν ήταν σε απόγνωση, αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να χτυπά το πόδι του στο έδαφος και να αναστενάζει. Μιλώντας με την γυναίκα του, αποφάσισαν να πάνε σε ένα αγρόκτημά τους, όπου διέμειναν προσωρινά. Αλλά το νερό ήταν εδώ και χρόνια σπάνιο, και δεν έπαιρναν σοδειές, και έτσι διαρρήκτες και ληστές είχαν εμφανιστεί σαν μέλισσες, και παρ’ όλο που στρατεύματα της κυβέρνησης προσπαθούσαν να τους συλλαμβάνουν, ήταν δύσκολο να εγκατασταθούν ήρεμα στο αγρόκτημα. Δεν είχε έτσι άλλη επιλογή από το να ρευστοποιήσει ολόκληρη την περιουσία του, σε ζημία, και να πάρει την γυναίκα του και δύο κορίτσια βοηθούς και να βρει καταφύγιο στο σπίτι του πεθερού του.

Ο πεθερός του, Φενγκ Σου, είχε γεννηθεί στην Τα Τζου Τσόου. Αν και μόνο ένας εργάτης, είχε παρ΄ όλα αυτά καλές συνθήκες στο σπίτι του. Όταν είδε τον γαμπρό του να έρχεται σε τέτοια κατάσταση, ένιωσε στην καρδιά του αρκετή απογοήτευση. Ευτυχώς ο Σι-γιν είχε ακόμη στην κατοχή του τα χρήματα από την πρόχειρη ρευστοποίηση της περιουσίας του, και έτσι τα έδωσε στον πεθερό του, λέγοντάς του να αγοράσει, όταν εμφανιζόταν κάποια ευκαιρία, ένα σπίτι και γη ώστε να μπορούν να έχουν κάποιο φαγητό και στέγη τον καιρό που θα έρθει. Αυτός ο Φενγκ Σου όμως, χρησιμοποίησε μόνο το μισό ποσόν, και έβαλε στην τσέπη του το άλλο μισό, αγοράζοντας μια άγονη γη και ένα ετοιμόρροπο σπίτι για τον Σι-γιν.

Ο Σι-γιν βέβαια, ως λόγιος και χωρίς εμπειρία σε θέματα εμπορίου και σποράς και συγκομιδής, επιβίωνε με δυσκολία για ένα ή δύο χρόνια, ώσπου έγινε ακόμα πιο φτωχός.

Μπροστά του, ο Φενγκ Σου θα συχνά έλεγε λόγια κατανόησης, ενώ πίσω από την πλάτη του, με άλλους, εξέφραζε τον εκνευρισμό του για την ανικανότητά του να ζήσει καλά, και για το ότι το μόνο που ήθελε ήταν να τρώει και να είναι οκνηρός.

Ο Σι-γιν, αντιλαμβανόμενος την έλλειψη αρμονίας με τον πεθερό του, δεν μπορούσε να μην νιώθει στην καρδιά του μεταμέλεια και πόνο. Επιπροσθέτως, ο φόβος και η αγνωνία που είχε υποστεί τον προηγούμενο χρόνο, τα βάσανα που έπρεπε να υπομείνει, είχαν ήδη χαλάσει την υγεία του, και καθώς ήταν προχωρημένης ηλικίας, και υπό την διπλή επίθεση ένδειας και ασθένειας, άρχισε μετά από καιρό να παρουσιάζει συμπτώματα φθοράς.

Σε μια παράξενη σύμπτωση, καθώς μια μέρα πήγε ακουμπόντας στο ραβδί του και με πολύ πόνο, μέχρι τον δρόμο για λίγη χαλάρωση, ξαφνικά είδε, να έρχεται απέναντι, ένας ταοϊστής ιερέας με ένα μη λειτουργικό πόδι. Η μανιακή εμφάνισή του ήταν αποκρουστική, με τα αχυρένια σανδάλια του, και ένα κουρελιασμένο ένδυμα, μουρμουρίζοντας κάποια πράγματα με το παρακάτω νόημα:

Όλοι οι άνθρωποι λένε πως η πνευματική ζωή είναι καλή,

Αλλά την φήμη να αφήσει κανείς δεν πετυχαίνει!

Από παλιά μέχρι τώρα, οι υπουργοί, που βρίσκονται;

Χαλασμένοι είναι οι τάφοι τους, ένας σωρός χόρτων, εξαφανισμένοι.

Όλοι οι άνθρωποι λένε ότι η πνευματική ζωή είναι καλή,

Αλλά τον χρυσό, το ασήμι να ξεχάσει, κανείς δεν μπορεί!

Μέσα στην ζωή τους γκρινιάζουν ότι όσα μάζεψαν είναι λίγα,

Και όταν πολλά έρχονται, τα βλέφαρά τους κλείνουν.

Όλοι οι άνθρωποι την πνευματική ζωή θεωρούν καλή,

Αλλά να ξεχάσουν γυναίκα, σύζυγο, ποτέ δεν καταφέρνουν!

Που μιλά με ωραία λόγια όταν ο κύριός της ζει,

Και όταν ο κύριος είναι νεκρός, άλλον αναζητεί.

Όλοι οι άνθρωποι λένε πως η πνευματική ζωή είναι καλή,

Αλλά γιούς και εγγονούς να ξεχάσουν δεν μπορούν!

Από παλιά μέχρι τώρα, πολλοί καλοί γονείς υπήρξαν,

Αλλά ευσεβείς γιούς και εγγονούς ποιος έχει δει;

Ο Σι-γιν σκεπτόμενος αυτά τα λόγια, πήγε γρήγορα στον ιερέα, «Τι έλεγες τόσο ωραία;» Ρώτησε. «Το μόνο που άκουσα ήταν πολλά “χάο λιάο” (υπέροχη ολοκλήρωση)».

«Μπορεί πράγματι να άκουσες τις λέξεις χάο λιάο», είπε ο ταοϊστής μειδιώντας, «αλλά έχεις καταλάβει το νόημά τους; Όλα τα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο είναι υπέροχα, όταν έχουν επιτύχει την ολοκλήρωση. Όταν έχουν επιτύχει ολοκλήρωση είναι υπέροχα, αλλά όταν δεν έχουν επιτύχει ολοκλήρωση, δεν είναι υπέροχα. Αν ήταν υπέροχα, θα έπρεπε να επιτύχουν την ολοκλήρωση. Το τραγούδι μου έχει τίτλο Υπέροχη Ολοκλήρωση (χάο λιάο).»

Ο Σι-γιν ήταν προικισμένος με μια φυσική αντιληπτικότητα και μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, κατάλαβε το νόημά τους.

«Για περίμενε», είπε τότε μειδιώντας, «άφησέ με να ερμηνεύσω αυτό το τραγούδι της υπέροχης ολοκλήρωσης, θα σε πείραζε;»

«Παρακαλώ, άρχισε την ερμηνεία», τον προέτρεψε ο ταοϊστής, και έτσι ο Σι-γιν συνέχισε με αυτόν τον τρόπο:

Βρώμικα δωμάτια και άδειες αυλές,

Γεμάτα σε χρόνια περασμένα με κρεβάτια όπου ξάπλωναν οι υπουργοί,

Χαλασμένο γρασίδι και μαραμένα δέντρα μπένιεν,

Κάποτε ήταν χώροι τραγουδιού και χορού!

Ιστοί αράχνης συνδέουν τους σκαλιστούς στύλους,

Το πράσινο πέπλο τώρα επίσης έχει προστεθεί στα αχυρένια παράθυρα!

Τι έγινε το καλλυντικό που φτιάχτηκε φρέσκο ή η σκόνη που μόλις μύρισες,

Γιατί τα μαλλιά επίσης σε κάθε κρόταφο έγιναν λευκά σαν παγετός!

Χθες σωροί κίτρινης γης κάλυψαν τα ξεπλυμένα οστά,

Σήμερα κάτω από την κόκκινη μεταξένια κουρτίνα ξαπλώνουν οι σύζυγοι!

Χρυσός γεμίζει τα κιβώτια, ασήμι γεμίζει τα κουτιά,

Αλλά σε μια στιγμή, οι ζητιάνοι όλοι θα σου κακομιλούν!

Αν και δεν σου αρέσει ότι η ζωή των άλλων δεν είναι μεγάλη,

Ξεχνάς ότι κι εσύ ο ίδιος πλησιάζεις στον θάνατο!

Εκπαιδεύεις τους γιούς σου με κάθε ευπρέπεια,

Αλλά κάποια μέρα, δύσκολο να πεις, γίνονται ληστές,

Αν και διαλέγεις τον στύλο της μοίρας (το σπίτι και την τύχη σου),

Μπορεί, ποιος ξέρει, να εκπέσεις σε κάποιο μέρος ανήθικο!

Αν και δεν σου αρέσει το καπέλο με ακριβό ύφασμα,

Έχεις φυλακιστεί με ένα κολάρο τιμωρίας,

Χθες, κακόμοιρε, κρύωνες με ένα κουρελιασμένο πανωφόρι,

Σήμερα, σου φαίνονται μακριά και δεν σου αρέσουν τα ιώδη κεντημένα ενδύματα!

Σύγχυση παντού! Μόλις τραγούδησες το κομμάτι σου, έρχομαι εγώ στην σκηνή,

Αντί για την δική σου, λες πως μια άλλη είναι η πατρίδα σου,

Τι απόλυτη ανοησία!

Με μια λέξη, φτιάχνουμε γαμήλια ενδύματα για άλλους
(Σπέρνουμε για να θερίσουν άλλοι)

Ο σαλός, χωλός ταοϊστής χειροκρότησε. «Η ερμηνεία σας είναι εξαιρετική», είπε με ένα καλό γέλιο, «η ερμηνεία σας είναι εξαιρετική!»

Ο Σι-γιν είπε απλώς ένα: «Περπάτα,» και παίρνοντας το φορτίο από τον ώμο του ταοϊστή, το έβαλε στον δικό του. Δεν επέστρεψε στο σπίτι όμως, αλλά περπάτησε ήρεμα μακριά, παρέα με τον εκκεντρικό ιερέα.

Τα νέα της εξαφάνισής του έγιναν αμέσως γνωστά, και έβαλαν όλη την γειτονιά σε αναστάτωση. Ο ένας έλεγε στον άλλον για αυτό.

Η κυρία Φενγκ, γυναίκα του Σι-γιν, μόλις έμαθε για το συμβάν, έκλαψε τόσο που βρισκόταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Αλλά η μόνη επιλογή της ήταν να μιλήσει με τον πατέρα της, και να στείλουν υπηρέτες σε κάθε γωνιά να ψάχνουν. Δεν μπόρεσαν όμως να βρουν κάποιο στοιχείο για αυτόν, και δεν μπορούσε παρά να παραιτηθεί, και να παραμείνει εξαρτώμενη από την υποστήριξη των γονέων της για την επιβίωσή της. Ευτυχώς είχε ακόμα δίπλα της, να την βοηθούν, δύο κορίτσια, που ήταν μαζί της από τις παλιές μέρες, και οι τρεις τους, κυρία και υπηρετικό προσωπικό, εργάζονταν κάθε μέρα στο πλέξιμο, βοηθώντας στα καθημερινά έξοδα τον πατέρα της.

Αυτός ο Φενγκ Σου εν τέλει, παρά τα καθημερινά παράπονά του για την κακή του τύχη, δεν μπορούσε παρά να παραδοθεί στις περιστάσεις.

Μια μέρα, το μεγαλύτερο κορίτσι του προσωπικού της οικογένειας Τζεν ήταν στην πόρτα, αγόραζε κλωστές, και ενώ βρισκόταν εκεί, άκουσε ξαφνικά στον δρόμο φωνές κάποιων που έτρεχαν και έφτιαχναν πέρασμα, και όλοι έλεγαν ότι ο νέος διοικητικός αξιωματούχος ήρθε να αναλάβει.

Το κορίτσι, καθώς κοιτούσε μέσα από την πόρτα, είδε αστυνομικούς και διοικητικούς ακολούθους να περπατούν δύο δύο, και όταν σε μια καρέκλα βαθμοφόρου μεταφερόταν ένας αξιωματούχος, με μαύρο καπέλο και κόκκινο πανωφόρι, πράγματι εξεπλάγη.

«Το πρόσωπο αυτού του αξιωματούχου μου θυμίζει κάτι», σκέφτηκε, «σαν να τον είχα δει και κάπου αλλού».

Μπήκε στο σπίτι και αφήνοντας κάθε σκέψη για το γεγονός, δεν ασχολήθηκε άλλο με αυτό. Την νύχτα, όμως, καθώς περίμενε να πάει για ύπνο, ξαφνικά άκουσε έναν ήχο, σαν χτύπημα στην πόρτα. Μια ομάδα αντρών φώναξε δυνατά: «Είμαστε αγγελιαφόροι, απεσταλμένοι του αξιότιμου διοικητού αυτής της επαρχίας, και ήρθαμε να καλέσουμε έναν από εσάς για κάποιες ερωτήσεις.»

Ο Φενγκ Σου, μόλις το άκουσε αυτό, τρόμαξε τόσο που τα μάτια του κοίταζαν ορθάνοιχτα και το σαγόνι του δεν μπορούσε να κλείσει.

Δεν γνωρίζουμε ακόμα τι συμφορά καραδοκούσε, αλλά, αναγνώστη, αν θέλεις να μάθεις, άκουσε την εξήγηση του επομένου κεφαλαίου.

* * *

Η συνέχεια θα αναρτηθεί την επόμενη εβδομάδα.

Παραπομπές

[1]: ΣτΜ: Ευγενικέ αναγνώστη, μην απατάσθε, η απόδοση του ποιήματος στα Ελληνικά δεν έχει τίποτα το εξαίσιο.

Σε σχέση με το πρωτότυπο ποίημα, λείπουν:

1) Το μέτρο (ίδιος αριθμός ιάμβων ανά στίχο).

2) Ο ρυθμός (ισορροπία τονικών και άτονων ιάμβων ανά στίχο.)

3) Η κλασική γλώσσα της Κίνας, η οποία έχει:
α) τέσσερις τόνους, και έτσι στα ποιήματα συνδυάζονται οι λέξεις όχι μόνο μέσω ομοιοκαταληξίας, αλλά και με τον τόνο τους, θηλυκός (απαλός) με αρσενικό (πιο απότομος).

β) ένα εκπληκτικά μεγάλο λεξιλόγιο. Ακόμα και οι μορφωμένοι Κινέζοι γνώριζαν μόνο το 5 με 10 τοις εκατό αυτού! Έχει αμέτρητες εξευγενισμένες λέξεις, με λεπτές νοηματικές διαφορές και πλούσιο νόημα.

γ) Μια εξαιρετικά άμεση, λακωνική σύνταξη, χωρίς περιττά ρήματα και άρθρα.

Κεράστε μας έναν καφέ

Προσωπικές Πληροφορίες

Πληροφορίες Κάρτας
Ασφαλής SSL κρυπτογραφημένη πληρωμή

Συνολική Δωρεά: €6,00

Σχολιάστε