Τρίτη, 19 Μαΐ, 2026
Ο Μάικλ Μα, βουλευτής της περιφέρειας Markham–Unionville, απευθύνει σύντομο χαιρετισμό κατά τη διάρκεια εορταστικής εκδήλωσης της κοινοβουλευτικής ομάδας των Φιλελευθέρων. Οττάβα, 11 Δεκεμβρίου 2025. (The Canadian Press/Justin Tang)

Αντιδράσεις προκαλούν οι δηλώσεις Καναδού βουλευτή σχετικά με την καταναγκαστική εργασία στην Κίνα

Ο Μάικλ Μα αμφισβήτησε αναφορές για εκμετάλλευση Ουιγούρων, προκαλώντας έντονη πολιτική και κοινωνική κριτική

Ο βουλευτής των Φιλελευθέρων Μάικλ Μα δέχεται επικρίσεις επειδή αμφισβήτησε αναφορές για πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα. Ο πρώην βουλευτής των Συντηρητικών, ο οποίος εντάχθηκε στους Φιλελευθέρους τον Δεκέμβριο, ζήτησε αργότερα συγγνώμη για τις δηλώσεις του, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με αντιδράσεις ακτιβιστών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βουλευτών της αντιπολίτευσης.

Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της επιτροπής βιομηχανίας της Βουλής των Κοινοτήτων στις 26 Μαρτίου, η οποία εξετάζει τις πολιτικές της κυβέρνησης για τα ηλεκτρικά οχήματα, ο Μα υπέβαλε στη Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και πρώην ανώτερη δημόσια λειτουργό, ερωτήματα που υποδήλωναν σκεπτικισμό ως προς την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, χωρίς όμως να της δώσει χρόνο να αναπτύξει τις απαντήσεις της.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά υπέγραψε πρόσφατα σειρά συμφωνιών με το Πεκίνο, μεταξύ των οποίων και συμφωνία που επιτρέπει την εισαγωγή έως και 49.000 κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων με χαμηλούς δασμούς, με αντάλλαγμα τη μείωση των κινεζικών δασμών στις εισαγωγές καναδικής κανόλας. Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον συγκαταλέγεται μεταξύ των ειδικών που αμφισβητούν την ασφάλεια της συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι το Πεκίνο στοχοποιεί συστηματικά κοινότητες της κινεζικής διασποράς και Κινέζους αντιφρονούντες στον Καναδά.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανέφερε στους βουλευτές ότι δεκάδες εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται σε κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα παράγονται με αλουμίνιο το οποίο έχει παραχθεί με τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στην Κίνα. Επικαλέστηκε έκθεση του 2024 της οργάνωσης Human Rights Watch, σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκαν «αξιόπιστα στοιχεία» ότι τόσο κινεζικοί κατασκευαστές όσο και δυτικές εταιρείες με εργοστάσια στην Κίνα «αποτυγχάνουν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο χρήσης καταναγκαστικής εργασίας Ουιγούρων στις αλυσίδες εφοδιασμού αλουμινίου τους».

Ο Μα ρώτησε τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον αν είχε διαπιστώσει προσωπικά την ύπαρξη καταναγκαστικής εργασίας στο Σεντζέν και αν είχε επισκεφθεί ποτέ την περιοχή. Το Σεντζέν, βιομηχανικό κέντρο της Κίνας, και το Σιντζιάνγκ, όπου ζει ο διωκόμενος λαός των Ουιγούρων, έχουν παρόμοια προφορά. Καθώς πολλά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την ανταλλαγή θεωρώντας ότι αναφερόταν στο Σιντζιάνγκ, ο Μα διευκρίνισε αργότερα σε ανακοίνωσή του ότι εννοούσε το Σεντζέν και όχι το Σιντζιάνγκ.

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον απάντησε ότι είχε επισκεφθεί την Κίνα πολλές φορές τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ο Μα διέκοψε την απάντησή της και επανέλαβε το ερώτημα αν είχε δει η ίδια καταναγκαστική εργασία. Εκείνη απάντησε ότι συνεργάζεται στενά με τη Human Rights Watch, όπου οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει τέτοιες πρακτικές. Ο Μα στη συνέχεια πέρασε σε ερωτήσεις προς τον άλλο μάρτυρα.

Η Βουλή των Κοινοτήτων ενέκρινε ομόφωνα τον Φεβρουάριο του 2021 πρόταση που είχαν καταθέσει οι Συντηρητικοί, με την οποία οι διώξεις του Πεκίνου κατά των Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών ομάδων στην Κίνα χαρακτηρίζονται ως γενοκτονία. Την πρόταση στήριξαν οι Συντηρητικοί, το Bloc Québécois, το NDP, το Κόμμα των Πρασίνων και οι βουλευτές των Φιλελευθέρων που δεν συμμετείχαν στο υπουργικό συμβούλιο, ενώ τα μέλη της κυβέρνησης απείχαν.

Η Μάργκαρετ ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον, ειδική στην Κίνα και ανώτερη ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα, καταθέτει ενώπιον της Μόνιμης Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου στη Βουλή των Κοινοτήτων. Καναδάς, 12 Μαρτίου 2026. (House of Commons/Στιγμιότυπο οθόνης)

 

Ο Καναδάς επέβαλε κυρώσεις σε Κινέζους αξιωματούχους τον Δεκέμβριο του 2024 για τις διώξεις κατά των Ουιγούρων, των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ και των Θιβετιανών, επισημαίνοντας ότι οι ομάδες αυτές υπόκεινται σε διάφορες μορφές καταστολής στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της αυθαίρετης κράτησης και της καταναγκαστικής εργασίας.

Δημοσιογράφοι και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αναφέρει ότι αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις θεωρήσεις εισόδου όταν επισκέπτονται την Κίνα, ιδίως όταν επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες περιοχές, επισημαίνοντας ότι είναι δύσκολη η συλλογή πληροφοριών στη χώρα.

Σύμφωνα με έκθεση του 2024 του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, οι αρμόδιοι συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, παρά τις δυσκολίες που προκαλούνται από την περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες και τον φόβο αντιποίνων εις βάρος όσων συνεργάζονται με τα Ηνωμένα Έθνη.

«Απαράδεκτο»

Η ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής ότι είχε επισημάνει στον Μα πως οι κινεζικές αρχές δεν θα του έδειχναν ποτέ στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας, αλλά ότι η Human Rights Watch έχει παρουσία εκεί. Πρόσθεσε ότι ο Μα δήλωσε πως δεν πιστεύει τις αναφορές επειδή περιλαμβάνονται σε έκθεση και ότι θεωρεί πως πρέπει να το δει με τα μάτια του.

Ο Μεχμέτ Τοχτί, εκτελεστικός διευθυντής του Καναδικού Προγράμματος Υπεράσπισης Δικαιωμάτων των Ουιγούρων, ανέφερε ότι ο Μα τοποθετείται εκ νέου ως υποστηρικτής της άρνησης, υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα της γενοκτονίας των Ουιγούρων, της καταναγκαστικής εργασίας και της διεθνικής καταστολής που ασκεί η Κίνα εναντίον τους.

Σε ανάρτησή του στις 26 Μαρτίου σημείωσε ότι η καταναγκαστική εργασία αποτελεί εκτεταμένη πρακτική που επιβάλλεται από το κράτος και στοχεύει τους Ουιγούρους, προσθέτοντας ότι υπάρχει ακόμη και συγκεκριμένος όρος, «χασάρ», για να περιγράψει μορφές καταναγκαστικής εργασίας, ενώ η κινεζική κυβέρνηση αναφέρεται επίσημα στο σύστημα αυτό ως «κατανομή εργασίας», αποκρύπτοντας τον εξαναγκαστικό χαρακτήρα του.

Εγκατάσταση που θεωρείται στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου κρατούνται κυρίως μουσουλμανικές εθνοτικές μειονότητες, στο Άρτουξ του Σιντζιάνγκ. Κίνα, 2 Ιουνίου 2019. (Greg Baker/AFP/Getty Images)

 

Αρκετοί βουλευτές των Συντηρητικών σχολίασαν επίσης τις δηλώσεις του Μα, μεταξύ των οποίων και ο βουλευτής Σουβαλόι Ματζούμνταρ, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι αναπαράγει την προπαγάνδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Η βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδια για θέματα βιομηχανίας Ρέιτσελ Ντάντσω χαρακτήρισε την ανταλλαγή μεταξύ Μα και ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον ανησυχητική. Διερωτήθηκε αν ο βουλευτής των Φιλελευθέρων αρνήθηκε ότι λαμβάνουν χώρα πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας στην Κίνα, τονίζοντας ότι πρόκειται για τεκμηριωμένο πρόβλημα και θέτοντας το ερώτημα γιατί υπερασπίζεται το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών Μάικλ Γκουλιελμίν χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Μα απαράδεκτη, επισημαίνοντας ότι οι Καναδοί αναμένουν από τους βουλευτές να υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να καλύπτουν το κινεζικό καθεστώς.

Ο βουλευτής των Συντηρητικών και αρμόδιος για θέματα εξωτερικών Μάικλ Τσονγκ έθεσε το ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων κατά την περίοδο ερωτήσεων στις 26 Μαρτίου, ζητώντας να διευκρινιστεί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκτιμά ότι υπάρχει καταναγκαστική εργασία Ουιγούρων και αν οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ.

Αργότερα ανέφερε σε ανάρτησή του ότι εάν η κυβέρνηση δεν θεωρεί πλέον ότι υφίσταται καταναγκαστική εργασία, αυτό θα είχε συνέπειες για τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε κινεζικές οντότητες και αξιωματούχους, για τις εισαγωγές προϊόντων από το Σιντζιάνγκ στον Καναδά, για την αναθεώρηση της Συμφωνίας Ηνωμένων Πολιτειών-Μεξικού-Καναδά και για το εμπόριο μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Μα δεν απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την ανταλλαγή μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής.

Σε ανακοίνωσή του ζήτησε συγγνώμη, αναφέροντας ότι άθελά του έδωσε την εντύπωση ότι υποβαθμίζει το σοβαρό ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας. Δήλωσε ότι μετανιώνει για το λάθος και ζήτησε συγγνώμη από τη ΜακΚιουέιγκ-Τζόνστον και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, διευκρινίζοντας ότι η γραμμή των ερωτήσεών του αφορούσε την αυτοκινητοβιομηχανία στο Σεντζέν της Κίνας και όχι το Σιντζιάνγκ.

Ο Μάικλ Μα γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ και μετανάστευσε στο Βανκούβερ σε ηλικία 12 ετών. Εξελέγη βουλευτής μετά τις γενικές εκλογές του περασμένου Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ή πρωτοβουλίες με πρόσωπα που εκφράζουν απόψεις ευθυγραμμισμένες με την πολιτική του Πεκίνου.

Μέσα στον Μάρτιο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκίνησε έρευνα για εισαγωγές προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, στοχεύοντας εξήντα (60) χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Καναδάς. Η έρευνα ενδέχεται να οδηγήσει σε απαγόρευση εισαγωγών τέτοιων προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε δήλωση της 12ης Μαρτίου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκρηρ ανέφερε ότι οι έρευνες αυτές θα καθορίσουν αν οι ξένες κυβερνήσεις έχουν λάβει επαρκή μέτρα για να απαγορεύσουν την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία και πώς η αποτυχία εξάλειψης αυτών των απαράδεκτων πρακτικών επηρεάζει τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Της Olivia Gomm

Με πληροφορίες από Canadian Press

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε