Τετάρτη, 15 Ιούλ, 2026
Η τέως διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ, Τάλσι Γκάμπαρντ. Ουάσιγκτον, 2 Δεκεμβρίου 2025. (Andrew Caballero-Reynolds/AFP μέσω Getty Images)

Από την Κριστίν Κοττόν έως τις αποκαλύψεις Γκάμπαρντ: Η πανδημία επιστρέφει στο επίκεντρο της συζήτησης για διαφάνεια, λογοδοσία και επιστημονικό έλεγχο

Η Γαλλίδα βιοστατιστικός Κριστίν Κοττόν [Christine Cotton], η οποία τα τελευταία χρόνια είχε γίνει γνωστή για την έντονη κριτική της στις κλινικές δοκιμές των εμβολίων κατά της COVID-19 και ιδίως του εμβολίου Pfizer/BioNTech, πέθανε στις αρχές Ιουνίου 2026, σύμφωνα με γαλλικά δημοσιεύματα και αναρτήσεις ανθρώπων που είχαν συνεργαστεί μαζί της. Η είδηση προκάλεσε αντιδράσεις κυρίως σε κύκλους που είχαν παρακολουθήσει το έργο της γύρω από τη διαφάνεια των κλινικών δεδομένων, τη φαρμακοεπαγρύπνηση και τον τρόπο με τον οποίο οι υγειονομικές αρχές διαχειρίστηκαν την πανδημία.

Η Κοττόν δεν ήταν άγνωστη στον χώρο των κλινικών μελετών. Σύμφωνα με το βιογραφικό και το αρχείο του έργου της, υπήρξε ιδρύτρια και διευθύντρια της Statitec, εταιρείας κλινικής έρευνας με ειδίκευση στη διαχείριση δεδομένων και τη βιοστατιστική. Στο επαγγελματικό της προφίλ καταγράφεται εμπειρία σε διεθνείς δοκιμές, σε υποβολές προς τον αμερικανικό FDA, σε επιτροπές ασφάλειας δεδομένων και σε μελέτες πολλών θεραπευτικών πεδίων, από την ογκολογία και την ανοσολογία έως τα καρδιαγγειακά και τη νευρολογία.

Μετά την έναρξη της πανδημίας και την ταχεία ανάπτυξη των εμβολίων κατά της COVID-19, η Κοττόν στράφηκε σε δημόσια κριτική των διαθέσιμων κλινικών δεδομένων. Από το 2021 και μετά δημοσίευσε αναλύσεις, έδωσε συνεντεύξεις και συνέταξε εκτενείς εκθέσεις στις οποίες υποστήριζε ότι οι δοκιμές του εμβολίου Pfizer/BioNTech παρουσίαζαν μεθοδολογικές αδυναμίες και ζητήματα ερμηνείας. Το βασικό της έργο, όπως καταγράφεται στο αρχείο που συγκεντρώνει τις δημοσιεύσεις της, ήταν μια κριτική υπό το πρίσμα των Καλών Κλινικών Πρακτικών για τη μελέτη C4591001 της Pfizer/BioNTech.

Η αγγλική έκδοση της έκθεσης, με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 2024, αριθμεί 414 σελίδες. Η γαλλική έκδοση, που ακολούθησε στις 27 Ιανουαρίου 2025, αριθμεί 432 σελίδες. Το αρχείο του έργου της αναφέρει ότι η έκθεση εξετάζει ζητήματα μεθοδολογίας, αποτελεσματικότητας, ασφάλειας και ανοσογονικότητας σε διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες, από ενήλικες και εφήβους έως παιδιά, αναμνηστικές δόσεις και εγκυμοσύνη.

Στο τελευταίο δημόσιο μήνυμα που αποδίδεται στην Κοττόν, η ίδια επαναλαμβάνει με σκληρή γλώσσα τα συμπεράσματά της για τις δοκιμές του εμβολίου Pfizer/BioNTech και παραπέμπει τους αναγνώστες στην τελευταία έκδοση της εργασίας της. Παράλληλα, περιγράφει σοβαρή σωματική ταλαιπωρία που, όπως έγραψε, είχε διαρκέσει περισσότερο από έναν χρόνο. Λόγω της φύσης του μηνύματος και του θέματος, η αναπαραγωγή του απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μη μετατρέπεται μια προσωπική τραγωδία σε υλικό εντυπωσιασμού. Η ουσία, δημοσιογραφικά, δεν βρίσκεται στον δραματικό τόνο του τέλους της, αλλά στο ερώτημα που άφησε πίσω της: κατά πόσον τα δεδομένα της πανδημίας εξετάστηκαν με την ψυχραιμία, την ανεξαρτησία και τη διαφάνεια που απαιτούσε το μέγεθος της κρίσης.

Το ερώτημα αυτό επανήλθε με νέα ένταση λίγες ημέρες αργότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 18 Ιουνίου 2026, το Γραφείο του Διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών των ΗΠΑ, υπό την Τάλσι Γκάμπαρντ, δημοσίευσε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα και ανακοινώσεις σχετικά με τον Άντονυ Φάουτσι, το Ινστιτούτο Ιολογίας της Γουχάν και την αξιολόγηση της προέλευσης της COVID-19 από την αμερικανική κοινότητα πληροφοριών. Η Γκάμπαρντ υποστήριξε ότι τα έγγραφα αποκαλύπτουν ρόλο του Φάουτσι στη χρηματοδότηση επικίνδυνης έρευνας αύξησης της λειτουργικότητας σε κορονοϊούς νυχτερίδων στη Γούχαν, καθώς και επιρροή στις εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών για την προέλευση του ιού.

Η διατύπωση του ODNI ήταν ιδιαίτερα βαριά. Η ανακοίνωση ανέφερε ότι ο Φάουτσι, ως επικεφαλής του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων, παρείχε εκατομμύρια δολάρια αμερικανικών φορολογικών πόρων για έρευνα στο Ινστιτούτο Ιολογίας της Γούχαν και ότι τα νέα έγγραφα δείχνουν πως επηρέασε ή χειραγώγησε αξιολογήσεις της κοινότητας πληροφοριών. Η Γκάμπαρντ δήλωσε ότι οι Αμερικανοί πολίτες δικαιούνται «διαφάνεια, αλήθεια και λογοδοσία» μετά από χρόνια, όπως υποστήριξε, ψεμάτων, λογοκρισίας και συγκάλυψης.

Πρόκειται για κατηγορίες πολιτικά και θεσμικά εκρηκτικές. Δεν αφορούν τις κλινικές δοκιμές των εμβολίων, αλλά το προηγούμενο στάδιο της πανδημίας: την προέλευση του SARS-CoV-2, τη χρηματοδότηση υψηλού ρίσκου βιολογικής έρευνας και την πιθανή επιρροή δημόσιων αξιωματούχων στις αναλύσεις των υπηρεσιών πληροφοριών. Ωστόσο, συνδέονται με την υπόθεση Κοττόν σε ένα βαθύτερο επίπεδο: και στις δύο περιπτώσεις, το κεντρικό ζήτημα είναι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς που κλήθηκαν να διαχειριστούν την πανδημία.

Η Κοττόν έθεσε ερωτήματα για το εάν τα κλινικά δεδομένα αξιολογήθηκαν επαρκώς, εάν οι παρενέργειες διερευνήθηκαν με την αναγκαία επιμονή και εάν οι ρυθμιστικές αρχές επέδειξαν τον απαιτούμενο βαθμό ανεξαρτησίας. Η Γκάμπαρντ, από την πλευρά της, εστιάζει στο εάν οι αμερικανικές υπηρεσίες και οι ανώτατοι υγειονομικοί αξιωματούχοι απέκρυψαν ή υποβάθμισαν πληροφορίες για την προέλευση του ιού και για την αμερικανική χρηματοδότηση ερευνών που θα μπορούσαν να αυξήσουν τη μολυσματικότητα ή την παθογένεια ιών. Τα δύο πεδία δεν είναι ταυτόσημα, αλλά ακουμπούν στην ίδια πληγή: την αίσθηση που έχει ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας ότι κρίσιμες αποφάσεις ελήφθησαν πίσω από κλειστές πόρτες και παρουσιάστηκαν στο κοινό ως αδιαμφισβήτητη επιστημονική βεβαιότητα.

Η συζήτηση είχε ήδη μετακινηθεί πριν από τις τελευταίες δηλώσεις της Γκάμπαρντ. Τον Ιανουάριο του 2025, η CIA είχε ανακοινώσει ότι θεωρεί πιο πιθανή μια εργαστηριακή προέλευση της πανδημίας σε σχέση με τη φυσική μετάδοση από ζώο σε άνθρωπο, αν και με «μικρή εμπιστοσύνη» στην αξιολόγηση. Η ίδια η CIA τόνιζε ότι και τα δύο σενάρια παραμένουν πιθανά. Αυτή η λεπτομέρεια είναι κρίσιμη: η αναγνώριση ότι το εργαστηριακό σενάριο είναι πιθανό δεν ισοδυναμεί με οριστική απόδειξη, αλλά ανατρέπει τη βεβαιότητα με την οποία επί χρόνια μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αντιμετώπιζε κάθε σχετικό ερώτημα ως θεωρία συνωμοσίας.

Λίγες ημέρες πριν από την ανακοίνωση για τον Φάουτσι, στις 12 Ιουνίου 2026, η Γκάμπαρντ είχε δημοσιοποιήσει και άλλο πακέτο αποχαρακτηρισμένων πληροφοριών, για αμερικανικά χρηματοδοτούμενα βιοεργαστήρια σε περισσότερες από τριάντα χώρες. Η ανακοίνωση του ODNI έκανε λόγο για περισσότερα από 120 τέτοια εργαστήρια, ορισμένα από τα οποία, σύμφωνα με την Γκάμπαρντ, είχαν εμπλακεί σε έρευνα με επικίνδυνα παθογόνα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε δραστηριότητες «αύξησης της λειτουργικότητας» με περιορισμένη ορατότητα ή εποπτεία.

Η έννοια της «αύξησης της λειτουργικότητας» (gain-of-function) βρίσκεται στο κέντρο της αντιπαράθεσης. Σε γενικούς όρους, αφορά έρευνα κατά την οποία ένας οργανισμός ή ιός αποκτά νέες ή ενισχυμένες λειτουργίες. Τέτοιες μελέτες μπορούν να έχουν νόμιμους επιστημονικούς σκοπούς, όπως η καλύτερη κατανόηση παθογόνων ή η ανάπτυξη αντιμέτρων. Όμως μπορούν επίσης να δημιουργήσουν σημαντικούς κινδύνους βιοαφάλειας, ιδίως όταν αυξάνεται η μεταδοτικότητα ή η παθογένεια ενός μολυσματικού παράγοντα. Το 2025, ο Λευκός Οίκος εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα για την ενίσχυση της ασφάλειας και της εποπτείας της βιολογικής έρευνας, με ειδική αναφορά στη διακοπή ομοσπονδιακής χρηματοδότησης επικίνδυνης  έρευνας «αύξησης της λειτουργικότητας» σε χώρες ανησυχίας ή σε περιβάλλοντα ανεπαρκούς εποπτείας.

Στο πεδίο των εμβολίων, η επίσημη εικόνα παραμένει διαφορετική από εκείνη που υποστήριζε η Κοττόν. Η αρχική δημοσίευση της δοκιμής BNT162b2 στο New England Journal of Medicine κατέγραφε ότι, μεταξύ των συμμετεχόντων που έλαβαν δύο δόσεις, υπήρξαν 8 περιστατικά COVID-19 στην ομάδα του εμβολίου και 162 στην ομάδα του ψευδοφαρμάκου, με εκτιμώμενη αποτελεσματικότητα 95% έναντι της συμπτωματικής νόσου στο συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο παρακολούθησης. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Φαρμάκων εξακολουθεί να αναφέρει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν υψηλή αποτελεσματικότητα στις βασικές δοκιμές και ότι τα οφέλη του Comirnaty, συμπεριλαμβανομένων των προσαρμοσμένων εκδόσεων, υπερτερούν των κινδύνων για τις εγκεκριμένες χρήσεις του.

Οι επίσημοι φορείς δεν αρνούνται την ύπαρξη ανεπιθύμητων ενεργειών. Η EMA καταγράφει συχνές ήπιες έως μέτριες αντιδράσεις, όπως πόνο στο σημείο της ένεσης, κόπωση, κεφαλαλγία, πυρετό ή μυαλγίες, ενώ αναφέρει τη μυοκαρδίτιδα και την περικαρδίτιδα ως σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι τα εμβόλια δεν αποτρέπουν κάθε λοίμωξη, αλλά προσφέρουν προστασία έναντι σοβαρής νόσησης και θανάτου, ιδίως στις ομάδες αυξημένου κινδύνου, και ότι η ασφάλειά τους παρακολουθείται από εθνικούς και διεθνείς μηχανισμούς επαγρύπνησης για τα φάρμακα.

Η πανδημία δεν ήταν μόνο υγειονομική κρίση. Σε μεγάλο βαθμό ήταν και κρίση εμπιστοσύνης. Οι κυβερνήσεις ζήτησαν από τους πολίτες να δεχθούν πρωτοφανή μέτρα, οι ρυθμιστικές αρχές κινήθηκαν με ταχύτητα που δεν είχε προηγούμενο, οι φαρμακευτικές εταιρείες ανέλαβαν κεντρικό ρόλο στη δημόσια πολιτική και οι υπηρεσίες πληροφοριών βρέθηκαν να αξιολογούν σενάρια με τεράστιες γεωπολιτικές συνέπειες. Σε τέτοιο περιβάλλον, η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να μπορεί η κοινωνία να αποδεχθεί δύσκολες αποφάσεις χωρίς να διολισθαίνει ούτε στην τυφλή εμπιστοσύνη ούτε στην τυφλή δυσπιστία.

Ο θάνατος της Κριστίν Κοττόν επανέφερε στο προσκήνιο μια φωνή που αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν τα κλινικά δεδομένα των εμβολίων. Οι δηλώσεις της Τάλσι Γκάμπαρντ επανέφεραν στο προσκήνιο την άλλη μεγάλη ανοιχτή πληγή της πανδημίας: την προέλευση του ιού, την έρευνα υψηλού ρίσκου και την πιθανή πολιτικοποίηση της πληροφόρησης. Αν κάτι μπορεί να κρατήσει κανείς από τη σύμπτωση αυτών των δύο εξελίξεων, δεν είναι ένα εύκολο συμπέρασμα ενοχής. Είναι η ανάγκη να ανοίξουν τα αρχεία, να ελεγχθούν οι διαδικασίες και να επιτραπεί σε ανεξάρτητους επιστήμονες, δημοσιογράφους και θεσμούς να εξετάσουν τα δεδομένα χωρίς φόβο, χωρίς φίμωση και χωρίς προειλημμένες απαντήσεις.

Η αλήθεια για την πανδημία δεν θα προκύψει από συνθήματα ούτε από πολιτικές αντιπαραθέσεις. Θα προκύψει από πλήρη στοιχεία, διασταύρωση, τεχνικό έλεγχο και θεσμική λογοδοσία. Και σε αυτό το επίπεδο, τόσο η υπόθεση Κοττόν όσο και οι αποκαλύψεις Γκάμπαρντ δείχνουν ότι η συζήτηση για την COVID-19 δεν έχει κλείσει. Αντιθέτως, εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη, αλλά ποιοι γνώριζαν τι, πότε το γνώριζαν και γιατί ορισμένες πληροφορίες δεν τέθηκαν εγκαίρως στη διάθεση της κοινής γνώμης.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε