Το Μπορομπουντούρ δεν είναι ο μεγαλύτερος ναός όλων των θρησκειών στον κόσμο — αυτόν τον τίτλο τον διεκδικεί το Άνγκορ Βατ στην Καμπότζη. Είναι όμως, σύμφωνα με τα Παγκόσμια Ρεκόρ Γκίνες, ο μεγαλύτερος βουδιστικός ναός στον κόσμο. Και η αληθινή του ιστορία είναι αρκετά εντυπωσιακή χωρίς υπερβολές: χτίστηκε στην Κεντρική Ιάβα πριν από περίπου 1.200 χρόνια, από ηφαιστειακή πέτρα, ως μια βαθμιδωτή πέτρινη πυραμίδα-στούπα, χωρίς τη χρήση κονιάματος στη βασική αρχαία λιθοδομή του.
Το ίδιο το όνομα «Μπορομπουντούρ» παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Μία από τις επικρατέστερες ερμηνείες το συνδέει με την έννοια ενός «βουδιστικού ιερού πάνω σε λόφο», ενώ άλλη το αποδίδει ως «βουνό συσσωρευμένων αρετών», όνομα που ταιριάζει με τη μορφή και τον πνευματικό συμβολισμό του μνημείου.
Το Μπορομπουντούρ βρίσκεται στην κοιλάδα Κεντού της Κεντρικής Ιάβας, στην Ινδονησία. Χρονολογείται από τον 8ο-9ο αιώνα μ.Χ. και συνδέεται με τη δυναστεία των Σαϊλέντρα, μια ισχυρή βουδιστική δυναστεία που άφησε πίσω της ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της Ασίας. Η UNESCO περιγράφει το μνημείο ως έναν από τους μεγαλύτερους βουδιστικούς χώρους του κόσμου και το ενέταξε στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 1991.
Η μορφή του είναι μοναδική. Δεν πρόκειται για ναό με κλειστή αίθουσα, όπως συχνά φανταζόμαστε έναν ναό. Είναι περισσότερο ένας ιερός λόφος χτισμένος με πέτρα: μια τεράστια στούπα, Η στούπα είναι ένα βουδιστικό ιερό μνημείο, συνήθως σε σχήμα θόλου, ημισφαιρίου ή πυργίσκου, που συμβολίζει την πνευματική πορεία προς τη φώτιση. Αρχικά οι στούπες χτίζονταν για να φυλάσσουν λείψανα του Βούδα ή σημαντικών βουδιστών δασκάλων. Με τον καιρό έγιναν και σύμβολα διαλογισμού, προσκυνήματος και κοσμολογίας. Στον Μπορομπουντούρ, οι στούπες είναι οι χαρακτηριστικοί πέτρινοι «κλωβοί»/θολωτές κατασκευές στα ανώτερα κυκλικά επίπεδα. Σε πολλές από αυτές υπάρχουν αγάλματα του Βούδα. Στην κορυφή βρίσκεται η μεγάλη κεντρική στούπα. Η UNESCO αναφέρει ότι ο κύριος ναός είναι χτισμένος γύρω από έναν φυσικό λόφο και έχει τρία βασικά μέρη: μια πυραμιδική βάση με πέντε ομόκεντρες τετράγωνες αναβαθμίδες, τρεις κυκλικές πλατφόρμες πιο ψηλά, και στην κορυφή μια μεγάλη κεντρική στούπα.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα θαύματα της κατασκευής: η αρχαία πέτρινη δομή του δεν βασιζόταν σε τσιμέντο όπως το εννοούμε σήμερα. Η τεχνική που περιγράφεται ως «ξηρή τοιχοποιία» (ξερολιθιά) σημαίνει ότι οι πέτρες τοποθετούνταν και ‘κλείδωναν’ μεταξύ τους χωρίς κονίαμα ως συγκολλητικό υλικό. Το BorobudurPedia, ψηφιακό αρχείο για το μνημείο, αναφέρει ειδικά ότι τα τείχη του Μπορομπουντούρ μπορούν να χαρακτηριστούν ξερολιθιά επειδή οι πέτρες είναι τοποθετημένες χωρίς μείγμα από ασβέστη, άμμο, νερό ή/και τσιμέντο ως συνδετικό.
Χρειάζεται όμως προσοχή στη φράση «ούτε λίγο τσιμέντο». Για την αρχαία βασική λιθοδομή, η πληροφορία είναι σωστή: οι πέτρες κόπηκαν και ενώθηκαν χωρίς κονίαμα. Όμως το μνημείο έχει περάσει από μεγάλες αναστηλώσεις, και η UNESCO σημειώνει ότι στον 20ό αιώνα χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τα αρχικά υλικά, αλλά και έγιναν και ορισμένες προσθήκες για στερέωση και αποστράγγιση.
Πόσες πέτρες χρησιμοποιήθηκαν; Σε ορισμένες δημοφιλείς πηγές αναφέρεται ο αριθμός «δύο εκατομμύρια πέτρες», ωστόσο οι πιο προσεκτικές πηγές διατυπώνουν το θέμα διαφορετικά. Η Britannica γράφει ότι ο ναός χτίστηκε με περίπου 2.000.000 κυβικά πόδια (περίπου 56.600 κυβικά μέτρα) γκρίζας ηφαιστειακής πέτρας. Η World History Encyclopedia δίνει εκτίμηση για πάνω από 1,6 εκατομμύρια λίθινους όγκους ανδεσίτη, ενός ηφαιστειακού πετρώματος. Άρα ο αριθμός των «δύο εκατομμυρίων τεμαχίων» είναι κοντά στη δημοφιλή παράδοση, αλλά καλύτερα να εκτιμήσουμε: πάνω από 1,6 εκατομμύρια λίθινοι όγκοι και περίπου 56.600 κυβικά μέτρα ηφαιστειακής πέτρας.
Αυτό που βλέπει κανείς σήμερα δεν είναι απλώς μάζα πέτρας. Είναι μια πέτρινη διδασκαλία. Στα τείχη και στα κιγκλιδώματα υπάρχουν χιλιάδες ανάγλυφες παραστάσεις. Η UNESCO αναφέρει επιφάνεια αναγλύφων περίπου 2.520 τετραγωνικών μέτρων, ενώ γύρω από τις κυκλικές πλατφόρμες υπάρχουν εβδομήντα δύο διάτρητες στούπες, καθεμιά με άγαλμα του Βούδα στο εσωτερικό της.
Ολόκληρη η κατασκευή λειτουργούσε ως πνευματική πορεία. Ο προσκυνητής ξεκινούσε από χαμηλά και ανέβαινε σταδιακά, περπατώντας γύρω από τα επίπεδα του μνημείου. Η Britannica σημειώνει ότι η πορεία αυτή, από την ανατολική είσοδο και κυκλικά προς την κορυφή, ξεπερνά τα 5 χιλιόμετρα. Δεν επρόκειτο μόνο για ανέβασμα σκαλοπατιών· ήταν μια συμβολική έξοδος από τον κόσμο των επιθυμιών προς την απελευθέρωση.
Η UNESCO εξηγεί αυτόν τον συμβολισμό με τρεις σφαίρες της βουδιστικής κοσμολογίας: το καμαδάτου, τον κόσμο των επιθυμιών· το ρουπαντάτου, τον κόσμο των μορφών· και το αρουπαντάτου, τον κόσμο πέρα από τη μορφή. Η βάση, οι τετράγωνες αναβαθμίδες και οι κυκλικές πλατφόρμες με την κεντρική στούπα αντιστοιχούν σε αυτά τα στάδια. Έτσι, ο Μπορομπουντούρ δεν είναι απλώς αρχιτεκτονικό επίτευγμα. Είναι μια πέτρινη χαρτογράφηση της πνευματικής ανόδου.
Και μετά, το μνημείο χάθηκε.
Η απλοποιημένη εκδοχή λέει ότι θάφτηκε κάτω από στάχτες ηφαιστείου. Αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αληθινό, αλλά όχι πλήρες. Η Britannica αναφέρει ότι ο Μπορομπουντούρ θάφτηκε κάτω από ηφαιστειακή στάχτη περίπου το 1000 μ.Χ. και εν συνεχεία καλύφθηκε από βλάστηση, μέχρι την ανακάλυψή του το 1814. Η World History Encyclopedia προσθέτει ότι σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις και η ανάπτυξη του τροπικού δάσους τον έκαναν απρόσιτο.
Τα αίτια της εγκατάλειψης του Μπορομπουντούρ δεν είναι ξεκάθαρα. Πιθανότατα έπαιξαν ρόλο η μετακίνηση της πολιτικής δύναμης της Ιάβας προς τα ανατολικά, οι ηφαιστειακές καταστροφές, και αργότερα η σταδιακή αλλαγή του θρησκευτικού τοπίου της Ιάβας. Η UNESCO γράφει ότι ο ναός χρησιμοποιήθηκε από την κατασκευή του μέχρι κάποια περίοδο μεταξύ 10ου και 15ου αιώνα, οπότε και εγκαταλείφθηκε.
Το 1814, ο Μπορομπουντούρ ξαναέγινε μέρος της γνωστής ιστορίας. Ο Τόμας Στάμφορντ Ραφλς, τότε Βρετανός διοικητής της Ιάβας, πληροφορήθηκε την ύπαρξη ενός μεγάλου μνημείου κρυμμένου στη ζούγκλα. Σύμφωνα με την UNESCO, έστειλε έναν μηχανικό αξιωματικό να το ερευνήσει, και περίπου 200 άνδρες εργάστηκαν για να κόψουν δέντρα, να κάψουν την υποβλάστηση και να απομακρύνουν τα χώματα που είχαν καλύψει το μνημείο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ύπαρξή του ήταν άγνωστη στους ντόπιους. Η μνήμη του χώρου φαίνεται ότι παρέμενε στην τοπική παράδοση, παρόλο που το μνημείο είχε γίνει δύσκολα προσβάσιμο και ήταν συνδεδεμένο με θρύλους, φόβους και εγκατάλειψη.
Η ανακάλυψή του από τους Βρετανούς σηματοδότησε και την αρχή μιας δύσκολης πορείας σωτηρίας. Η πρώτη μεγάλη αναστήλωση έγινε το 1907-1911, από τους Ολλανδούς. Η δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη, ολοκληρώθηκε το 1983 με τη συνεργασία της Ινδονησίας και της UNESCO. Η UNESCO σημειώνει ότι αν και δόθηκε έμφαση στη χρήση των και ότι οι εργασίες είχαν στόχο όχι μόνο την ανακατασκευή, αλλά και την αποστράγγιση και τη σταθερότητα του μνημείου.
Το νερό ήταν και παραμένει ένας από τους μεγάλους εχθρούς του Μπορομπουντούρ. Ένα τόσο μεγάλο πέτρινο μνημείο, χτισμένο σε τροπικό περιβάλλον, χρειάζεται να ‘αναπνέει’ και να διαθέτει υποδομές ώστε να απομακρύνονται τα νερά της βροχής. Η κακή αποστράγγιση μπορεί να διαβρώσει πέτρες, να προκαλέσει μετακινήσεις, να φθείρει ανάγλυφα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αναστηλώσεις δεν αφορούσαν μόνο την αισθητική εικόνα, αλλά και το αόρατο σύστημα στήριξης και προστασίας.
Ακόμη και σήμερα, η ηφαιστειακή στάχτη είναι μια πραγματική απειλή. Η UNESCO αναφέρει ειδικά την έκρηξη του ηφαιστείου Μεράπι το 2010 ως κίνδυνο, επειδή η όξινη στάχτη επηρεάζει την πέτρα. Αυτό δείχνει ότι η ιστορία του Μπορομπουντούρ δεν είναι ένα κλειστό κεφάλαιο. Το ίδιο φυσικό περιβάλλον που συνέβαλε στο να χαθεί κάτω από στάχτη και βλάστηση συνεχίζει να απειλεί τη διατήρησή του.
Η αξία του Μπορομπουντούρ βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη συνάντηση: τεχνική, πίστη, φύση και χρόνος. Είναι χτισμένος από ηφαιστειακή πέτρα σε μια γη ηφαιστείων. Είναι ένας βουδιστικός ναός σε ένα νησί που αργότερα άλλαξε θρησκευτική και πολιτική κατεύθυνση. Είναι μνημείο που χάθηκε, λεηλατήθηκε, αποκαταστάθηκε και ξαναέγινε τόπος προσκυνήματος και παγκόσμιας κληρονομιάς.
Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε μύθους. Η αλήθεια αρκεί: πριν από περίπου δώδεκα αιώνες, άνθρωποι χωρίς σύγχρονα μηχανήματα ύψωσαν έναν πέτρινο κοσμολογικό χάρτη με εκατομμύρια λίθους — συγκεκριμένα, με περισσότερα από 1,6 εκατομμύρια κομμάτια ανδεσίτη. Τα ταίριαξαν χωρίς τσιμέντο στη βασική αρχαία δομή. Σκάλισαν επάνω τους ιστορίες, μορφές, διδασκαλίες και σύμβολα. Και έφτιαξαν ένα μνημείο που, ακόμη κι όταν το σκέπασε η στάχτη και το κατάπιε η ζούγκλα, δεν έπαψε να περιμένει.
Ο Μπορομπουντούρ είναι μια υπενθύμιση ότι ο πολιτισμός μπορεί να χαθεί από τα μάτια, όχι όμως απαραίτητα από την ανθρώπινη μνήμη. Και όταν ξαναβγαίνει στο φως, δεν φέρνει μόνο πέτρες και αγάλματα· φέρνει το ερώτημα πώς μπόρεσαν άνθρωποι μιας άλλης εποχής να συνδυάσουν πίστη, μηχανική και τέχνη σε τέτοια κλίμακα.








