Δικαστήριο του Χονγκ Κονγκ καταδίκασε στις 24 Φεβρουαρίου τον πατέρα ακτιβίστριας υπέρ της δημοκρατίας με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες σε οκτώ μήνες φυλάκισης για αδίκημα που αφορά την εθνική ασφάλεια, σε μια υπόθεση που προκάλεσε νέες επικρίσεις για τη διασυνοριακή καταστολή του κινεζικού καθεστώτος.
Ο Κουόκ Γιν-σανγκ, 69 ετών, κρίθηκε ένοχος νωρίτερα αυτόν τον μήνα για «απόπειρα διαχείρισης, άμεσα ή έμμεσα, κεφαλαίων ή άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων», βάσει του νόμου περί ασφάλειας της πόλης του 2024. Είχε δηλώσει αθώος για όλες τις κατηγορίες.
Ο Κουόκ είναι το πρώτο πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του νόμου ασφάλειας της πόλης. Ο νόμος, επισήμως γνωστός ως Διάταγμα του Χονγκ Κονγκ για τη Διασφάλιση της Εθνικής Ασφάλειας — και ευρύτερα αναφερόμενος ως Άρθρο 23 — έχει σχεδιαστεί για να συμπληρώσει παρόμοια νομοθεσία που επέβαλε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) στο Χονγκ Κονγκ το 2020, η οποία, σύμφωνα με επικριτές, έχει ήδη οδηγήσει την πόλη σε μια εποχή αυταρχισμού.
Η κόρη του, Άννα Κουόκ, εγκατέλειψε το Χονγκ Κονγκ το 2020 και σήμερα είναι εκτελεστική διευθύντρια του Hong Kong Democracy Council, οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα την Ουάσιγκτον.
Οι αρχές του Χονγκ Κονγκ επιδιώκουν πλέον την επιστροφή της 29χρονης. Έχουν προσφέρει αμοιβή 1 εκατομμυρίου δολαρίων Χονγκ Κονγκ (περίπου 118.000 ευρώ) για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψή της, επικαλούμενες παραβιάσεις του νόμου περί ασφάλειας που επιβλήθηκε από το Πεκίνο.
Ο Κουόκ κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε να τερματίσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο στο όνομα της κόρης του και να αποσύρει κεφάλαια ύψους περίπου 10.100 ευρώ.
Η εκτελούσα χρέη ανώτερης δικαστικής λειτουργού Τσενγκ Λιμ-τσι ανέφερε, σύμφωνα με δικαστικό έγγραφο που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 26 Φεβρουαρίου, ότι ο σκοπός της καταδίκης του Κουόκ ήταν να αποτραπεί οποιοσδήποτε από το να διαχειρίζεται χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή ελέγχονται από «φυγόδικο», επιτυγχάνοντας έτσι τον στόχο της τιμωρίας του φυγόδικου.
Η Τσενγκ χαρακτήρισε τη φύση των ενεργειών του Κουόκ Γιν-σανγκ «σοβαρή». Όπως ανέφερε στο ίδιο έγγραφο, παρότι ο ίδιος δεν έθεσε άμεσα σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, οι πράξεις του θα μπορούσαν να αυξήσουν την πιθανότητα η κόρη του να μην επιστρέψει στο Χονγκ Κονγκ για να αντιμετωπίσει δίκη.
Λίγο μετά την ανακοίνωση της ποινής κατά του πατέρα της, η Κουόκ εξέδωσε δήλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, υποστηρίζοντας ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ουδέποτε ήταν στο όνομά της.
Σε ανάρτησή της στο Instagram στις 26 Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι η καταδίκη του 69χρονου πατέρα της με το πρόσχημα ότι οι ενέργειές του μείωσαν την «πιθανότητα» να επιστρέψει για να δικαστεί δεν συνιστά δικαιοσύνη, αλλά δικαστική φάρσα. Σύμφωνα με την ίδια, δεν ήταν ούτε ιδιοκτήτρια ούτε συμβαλλόμενο μέρος στο συγκεκριμένο ασφαλιστήριο και ουδέποτε άσκησε οποιονδήποτε έλεγχο επ’ αυτού. Πρόσθεσε ότι ο πατέρας της καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε υπό το πρόσχημα της «εθνικής ασφάλειας», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ενοχή λόγω συγγένειας εξ αίματος, για ομηρία και για διασυνοριακή καταστολή.

Το Hong Kong Democracy Council, οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα την Ουάσιγκτον, ανέφερε σε ανάρτησή του στο X ότι είναι η πρώτη φορά που μέλος οικογένειας ενός από τους 34 ακτιβιστές του Χονγκ Κονγκ στο εξωτερικό, οι οποίοι καταζητούνται από την αστυνομία εθνικής ασφάλειας της πόλης, οδηγείται σε δίκη και καταδικάζεται. Πρόσθεσε ότι η ποινή αυτή σηματοδοτεί «σημαντική κλιμάκωση» της εκστρατείας διασυνοριακής καταστολής του κινεζικού καθεστώτος.
Ο γερουσιαστής Τζεφ Μέρκλεϋ (D-Ore.) χαρακτήρισε την καταδίκη του 69χρονου «σκληρή», σημειώνοντας σε δήλωσή του ότι αποτελεί την τελευταία πράξη της κινεζικής κυβέρνησης που επεκτείνεται πέρα από τα σύνορα για να φιμώσει κάθε διαφωνία, όπου κι αν εμφανίζεται.
Σε ανακοίνωσή του στις 26 Φεβρουαρίου, ο Μέρκλεϋ, ανώτερο μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, τόνισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει ποτέ να υποχωρήσουν απέναντι στην εκστρατεία παγκόσμιας καταστολής της Κίνας.
Ο γερουσιαστής ανέφερε ακόμη ότι ο Κουόκ υπεβλήθη σε «εικονική δίκη» από δικαστήριο του Χονγκ Κονγκ που ενεργούσε εκ μέρους του κινεζικού καθεστώτος, επειδή η κόρη του είχε μιλήσει ανοιχτά κατά της κακομεταχείρισης από το Πεκίνο των βασικών δικαιωμάτων των κατοίκων του Χονγκ Κονγκ.
Πρόσθεσε ότι όσο συνεχίζεται αυτή η καταστολή, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να επιτρέψουν στην Κίνα να βασίζεται σε θεσμούς όπως τα Hong Kong Economic and Trade Offices (HKETOs) για να διευκολύνει τον εκφοβισμό και την επιτήρηση σε αμερικανικό έδαφος.








