Ανάλυση ειδήσεων
Καθώς ο Καναδάς προχωρά προς την επίτευξη των κλιματικών του στόχων, αυξάνονται τα ερωτήματα σχετικά με το εάν ενδεχομένως υπερβολικά απαισιόδοξες προβλέψεις για το κλίμα οδήγησαν τη χώρα σε απώλεια επενδύσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων και ταχείας οικονομικής ανάπτυξης επί χρόνια.
Η προσπάθεια του Καναδά να επιτύχει μηδενικές εκπομπές άνθρακα έως το 2050 έχει διαμορφώσει σημαντικές κυβερνητικές πολιτικές τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές, των περιβαλλοντικών κανονισμών, καθώς και δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πρωτοβουλίες καθαρής ενέργειας.
Οι εξελίξεις στο πεδίο της αξιολόγησης της κλιματικής κρίσης και του κινδύνου υπερθέρμανσης του πλανήτη δείχνουν ότι ερευνητές που συνεργάζονται με την κλιματική επιτροπή του ΟΗΕ διατυπώνουν προσδοκίες λιγότερο απαισιόδοξες πλέον, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως οι δράσεις για το κλίμα αποδίδουν.
Παρότι η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή [United Nations’s Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC] του ΟΗΕ δεν έχει εγκαταλείψει τα χειρότερα σενάρια, ερευνητές που συνδέονται με τον οργανισμό περιγράφουν τώρα τα σενάρια υψηλών εκπομπών άνθρακα ως λιγότερο πιθανά, λόγω αλλαγών στην τεχνολογία, στις αγορές ενέργειας και στις προβλέψεις για τη χρήση άνθρακα. Οι ερευνητές δημοσίευσαν τον περασμένο μήνα μελέτη στην οποία ανέφεραν ότι τα μελλοντικά μοντέλα θα βασίζονται περισσότερο σε σενάρια που θεωρούνται «πιο πιθανά».
Ενώ ορισμένοι από τους συμμετέχοντες στις μελέτες υποστηρίζουν ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως η πολιτική για μηδενικές εκπομπές άνθρακα επηρεάζει τις κλιματικές τάσεις, άλλοι αντιτείνουν ότι σημαντικές οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση αβέβαια και διαρκώς εξελισσόμενα μοντέλα.
Ο Ρος ΜακΚίτρικ, καθηγητής περιβαλλοντικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γκουέλφ, δήλωσε ότι οι εκτιμήσεις των κανονιστικών επιπτώσεων που διαμόρφωναν τις αναλύσεις κόστους-οφέλους, και κατ’ επέκταση τη ρύθμιση των κανονισμών, είναι πλέον ξεπερασμένες.
Μεγάλα καναδικά ενεργειακά έργα που ακυρώθηκαν λόγω κανονιστικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων
• Northern Gateway Pipeline (2006–2016): Η έγκριση ανατράπηκε από ομοσπονδιακό δικαστήριο και το έργο απορρίφθηκε από την κυβέρνηση για περιβαλλοντικούς λόγους.
• Prince Rupert LNG (2012–2016): Η Shell αποχώρησε έπειτα από χρόνια καθυστερήσεων στην αδειοδότηση και κανονιστικής αβεβαιότητας στη Βρετανική Κολομβία.
• Mackenzie Gas Project (2003–2017): Δεκατετραετής κανονιστική διαδικασία και εκκρεμή ζητήματα διαβούλευσης με αυτόχθονες κοινότητες οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.
• Aurora LNG (2013–2017): Ακυρώθηκε λόγω κανονιστικών καθυστερήσεων στη Βρετανική Κολομβία και χαμηλών τιμών LNG.
• Energy East Pipeline (2013–2017): Η διεύρυνση της αξιολόγησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προηγήθηκε της απόφασης της TransCanada να το ακυρώσει.
• Pacific NorthWest LNG (2012–2017): Πενταετής περιβαλλοντική αξιολόγηση του βιότοπου σολωμού στην περιοχή Flora Bank συνέβαλε στην ακύρωσή του.
• Teck Frontier Oil Sands Mine (2011–2020): Η εταιρεία απέσυρε αίτηση ύψους 20,6 δισ. δολαρίων Καναδά, επικαλούμενη τη συζήτηση γύρω από την κλιματική πολιτική της χώρας.
• Goldboro LNG (2012–2023): Καθυστερήσεις στις διαβουλεύσεις και άρνηση ομοσπονδιακής χρηματοδότησης οδήγησαν στην εγκατάλειψη του έργου.
(Πηγές: CBC News, The Globe and Mail / Επεξεργασία: The Epoch Times)
Έργα που έμειναν στα χαρτιά
Οι πολέμιοι των πολιτικών μηδενικών εκπομπών άνθρακα του Καναδά υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στον τομέα των φυσικών πόρων, όπου μεγάλα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξόρυξης και υποδομών έχουν αντιμετωπίσει πολυετείς καθυστερήσεις, ακυρώσεις ή κανονιστική αβεβαιότητα.
Ο Canada’s Oil Sands Alliance, συνασπισμός που εκπροσωπεί τους έξι μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαϊκής άμμου της χώρας, ανέφερε σε ανακοίνωσή του τον Μάιο ότι οι πολύπλοκες κανονιστικές διαδικασίες, το μη ανταγωνιστικό πλαίσιο τιμολόγησης του άνθρακα και τα δημοσιονομικά συστήματα που δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη έχουν συμβάλει σε απότομη μείωση των μεγάλων νέων επενδύσεων στον τομέα. Σύμφωνα με τον συνασπισμό, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία σημαντική νέα επένδυση στον κλάδο από το 2013.
Σύμφωνα με εκτίμηση της ομάδας υπεράσπισης Canada Action, έργα φυσικών πόρων αξίας 670 δισεκατομμυρίων δολαρίων — συμπεριλαμβανομένων τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αγωγών και έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου — έχουν ακυρωθεί ή τεθεί σε αναστολή στον Καναδά από το 2015.
Το Fraser Institute έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι κανονισμοί που σχετίζονται με το κλίμα αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην ενεργειακή βιομηχανία του Καναδά. Μία ανάλυση του οργανισμού εκτίμησε ότι το προτεινόμενο ομοσπονδιακό ανώτατο όριο εκπομπών για τον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να μειώσει την αξία του κλάδου έως και κατά 255 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2040, ανάλογα με το σενάριο.
Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η συνολική επίδραση της κλιματικής πολιτικής πιθανότατα δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο μέσω των ακυρωμένων έργων. Στο κόστος θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστούν επενδύσεις που οι εταιρείες δεν επεδίωξαν ποτέ, επειδή θεωρούσαν τον Καναδά υπερβολικά δαπανηρό, αβέβαιο ή δύσκολο για την ανάπτυξη μεγάλων έργων.
Ο οικονομολόγος Τζακ Μιντζ δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το κόστος των χαμένων ευκαιριών είναι ακόμη μεγαλύτερο για έργα που δεν ξεπέρασαν ποτέ το αρχικό στάδιο της ιδέας, επειδή κάποιοι έκριναν ότι δεν άξιζε καν να προσπαθήσουν στον Καναδά.
Χαμένες ευκαιρίες στο LNG και σε άλλα ενεργειακά έργα
Τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου του Καναδά είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, ωστόσο η χώρα διαθέτει μόνο έναν λειτουργικό τερματικό σταθμό εξαγωγής LNG, έπειτα από χρόνια κανονιστικών εμποδίων, περιορισμών στους αγωγούς και ακυρωμένων προτάσεων. Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέκτειναν ταχύτατα τις υποδομές τους για εξαγωγές LNG και εξελίχθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως.
Ο ΜακΚίτρικ δήλωσε ότι η περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγών LNG του Καναδά αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα χαμένης οικονομικής ευκαιρίας. Το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει σήμερα μόνο μία εγκατάσταση εξαγωγής LNG συνιστά τεράστια χαμένη ευκαιρία.
Παράλληλα, ανέφερε τα κέντρα δεδομένων και άλλες ενεργοβόρες βιομηχανίες ως παραδείγματα επενδύσεων που ενδέχεται να δυσκολεύεται ο Καναδάς να προσελκύσει λόγω του αυξανόμενου κόστους και της αβεβαιότητας γύρω από την ενεργειακή πολιτική και την ανάπτυξη υποδομών. Το γεγονός ότι ο Καναδάς δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων αποτελεί άλλη μία σημαντική χαμένη ευκαιρία σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Ο Μάικλ Μπίννιον, ιδρυτής της Questerre Energy, δήλωσε ότι οι αυστηρότερες κλιματικές πολιτικές έχουν πλήξει την ανταγωνιστικότητα του Καναδά, μεταφέροντας επενδύσεις και παραγωγή σε άλλες χώρες με λιγότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, εάν ο τελικός στόχος είναι πράγματι η μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.
Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (δολάρια ΗΠΑ), 1990–2024

Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά περίπου 18 έως 20% από το 2015, ενώ του Καναδά κατά μόλις 1,1% την ίδια περίοδο.
Ο Μιντζ υποστήριξε ότι πολλές από τις οικονομικές προκλήσεις του Καναδά προέρχονται από πολιτικές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις δεσμεύσεις της χώρας για μηδενικές εκπομπές άνθρακα, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του άνθρακα, των κανόνων για τις εκπομπές και της αβεβαιότητας στις εγκρίσεις έργων.
Όπως ανέφερε, υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων [«Impact Assessment Act»], κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη την υλοποίηση οποιουδήποτε έργου, είτε επρόκειτο για αγωγό είτε για νέα πετρελαϊκή ανάπτυξη, και περιόρισε σημαντικά τις επενδύσεις στον τομέα της αξιοποίησης φυσικών πόρων.
Η νομοθεσία, που εισήχθη από την κυβέρνηση Τρυντώ, απαιτεί πρόσθετες ομοσπονδιακές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις. Οι επαρχίες της Αλμπέρτα και του Σασκάτσουαν έχουν υποστηρίξει ότι οι αξιολογήσεις αυτές παρεμποδίζουν τα έργα αγωγών επιβάλλοντας πρόσθετο κανονιστικό βάρος.
Η κυβέρνηση Κάρνεϋ εισήγαγε νέα νομοθεσία, που επιτρέπει την επιτάχυνση επιλεγμένων έργων που αξιολογούνται από την κυβέρνηση, ενώ οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι νομοθετήματα όπως ο Νόμος για την Εκτίμηση των Επιπτώσεων θα πρέπει να καταργηθούν πλήρως, ώστε η βιομηχανία να λειτουργεί χωρίς η κυβέρνηση να επιλέγει ποια έργα θα προωθεί κατά προτεραιότητα.
Οι επικριτές των κλιματικών πολιτικών του Καναδά υποστηρίζουν ότι η χώρα εισήλθε στις πρόσφατες οικονομικές αναταράξεις — συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας, της έξαρσης του πληθωρισμού και της αύξησης των εμπορικών εντάσεων — με ασθενέστερη αύξηση της παραγωγικότητας από ό,τι θα μπορούσε διαφορετικά να έχει, γεγονός που ενίσχυσε την οικονομική ζημία.
Επιχειρήματα υπέρ των μηδενικών εκπομπών άνθρακα
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές των πολιτικών αυτών υποστηρίζουν ότι η μετάβαση προς πηγές ενέργειας χαμηλότερων εκπομπών δημιουργεί επίσης σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες, και προβλέπουν ότι ο Καναδάς θα αναδειχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη στη διεθνή μετάβαση προς χαμηλότερες εκπομπές.
Η Οττάβα αναφέρει ότι η δέσμευσή της βασίζεται τόσο σε περιβαλλοντικές όσο και σε οικονομικές παραμέτρους, υποστηρίζοντας ότι οι καθαρότερες βιομηχανίες και οι εξαγωγές χαμηλότερων εκπομπών θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές καθώς οι χώρες αυστηροποιούν τους κλιματικούς κανόνες και αναζητούν εφοδιαστικές αλυσίδες χαμηλότερου ενεργειακού αποτυπώματος.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επίσης δηλώσει ότι η επιδίωξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050 θα προσελκύσει επενδύσεις και θα ενισχύσει την οικονομική θέση του Καναδά μακροπρόθεσμα μέσω της ανάπτυξης καθαρής ενέργειας και της αντικατάστασης συστημάτων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα από συστήματα που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια.

Έκθεση της Clean Energy Canada πέρυσι ανέφερε ότι η παγκόσμια ζήτηση για τεχνολογίες όπως οι μπαταρίες, οι ηλεκτρολύτες και οι αντλίες θερμότητας αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά κατά την επόμενη δεκαετία, από περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2023 σε περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Καναδάς διαθέτει τεράστια ευκαιρία να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά του στην καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να προσελκύσει νέες βιομηχανίες και να καταστήσει καθαρότερες τις ήδη υπάρχουσες.
Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ έχει επίσης επανειλημμένα περιγράψει τις δυνατότητες του Καναδά να εξελιχθεί σε «υπερδύναμη καθαρής ενέργειας», υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση μακριά από πηγές ενέργειας υψηλότερων εκπομπών δημιουργεί σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες και ότι οι παγκόσμιες αγορές θα αναζητούν πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών. Σε μία τέτοια δήλωση, τον Νοέμβριο του 2025, ανέφερε ότι η μείωση των εκπομπών δεν αποτελεί μόνο ηθικό καθήκον, αλλά και οικονομική αναγκαιότητα.
Ενδείξεις μεταστροφής
Παρότι η Οττάβα διατηρεί τη δέσμευσή της για επίτευξη μηδενικών εκπομπών άνθρακα έως το 2050, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει πρόσφατα δείξει μεγαλύτερη διάθεση να αναπτύξει συμβατικές πηγές ενέργειας. Μεταξύ άλλων συζητάται η επέκταση της δυναμικότητας των αγωγών και η επιτάχυνση των εγκρίσεων μεγάλων έργων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημερινή επιβράδυνση της εγχώριας οικονομίας και της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια.
Ο ομοσπονδιακός υπουργός Ενέργειας Τιμ Χότζσον ανακοίνωσε στις 27 Μαΐου ότι γερμανική εταιρεία κοινής ωφέλειας υπέγραψε συμφωνία για την αγορά ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως από το έργο Ksi Lisims στη βόρεια Βρετανική Κολομβία.
Ο Κάρνεϋ και ο Χότζσον έχουν αμφότεροι μιλήσει για τη μετατροπή του Καναδά σε «ενεργειακή υπερδύναμη», ενώ η Οττάβα και η Αλμπέρτα έχουν συζητήσει τρόπους επιτάχυνσης εθνικής σημασίας υποδομών μέσω του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μεγάλων Έργων.

Η πρωθυπουργός της Αλμπέρτα, Ντανιέλ Σμιθ, δήλωσε ότι η επαρχία σχεδιάζει να υποβάλει πρόταση για νέο αγωγό αργού πετρελαίου προς τις ακτές της Βρετανικής Κολομβίας έως τον Ιούλιο, αν και η ιδέα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αντιδράσεις από την κυβέρνηση της Βρετανικής Κολομβίας και αρκετές ομάδες Πρώτων Εθνών κατά μήκος της προτεινόμενης διαδρομής.
Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να άρει περιορισμούς όπως ο βιομηχανικός φόρος άνθρακα και να επιτρέψει στη βιομηχανία να αναπτυχθεί αυτόνομα, χωρίς η κυβέρνηση να παρεμβαίνει επιλέγοντας ποιους κλάδους ή έργα θα ευνοήσει.
Ο Μπίννιον δήλωσε ότι η αλλαγή στη ρητορική υποδηλώνει πως οι κυβερνήσεις αρχίζουν να αναγνωρίζουν τις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, αν και παραμένει ασαφές κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.
Του Paul Rowan Brian








