Η είδηση ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και, σύμφωνα με νεότερες αναφορές, η Σαουδική Αραβία πραγματοποίησαν μυστικά πλήγματα κατά του Ιράν δεν είναι απλώς μία ακόμη εξέλιξη στον ήδη επικίνδυνο πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Αν οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνονται στο σύνολό τους, πρόκειται για μια σοβαρή μεταβολή της στρατηγικής πραγματικότητας στον Περσικό Κόλπο. Τα κράτη του Κόλπου δεν εμφανίζονται πλέον μόνο ως χώρες που δέχονται ιρανικές επιθέσεις, φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις ή προσπαθούν να προστατεύσουν τις ενεργειακές τους υποδομές. Εμφανίζονται, έστω και σιωπηρά, ως άμεσοι στρατιωτικοί δρώντες απέναντι στην Τεχεράνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ΗΑΕ ή η Σαουδική Αραβία έχουν εισέλθει σε έναν ανοιχτό, επίσημο πόλεμο με το Ιράν. Δείχνει, ωστόσο, ότι η ουδετερότητα — ή έστω η εικόνα ουδετερότητας — έχει πλέον διαβρωθεί. Ο Κόλπος περνά σε μια πιο επικίνδυνη φάση: τη φάση του συγκεκαλυμμένου πολέμου, των περιορισμένων αντιποίνων, των έμμεσων προειδοποιήσεων και της συνεχούς πιθανότητας λάθος υπολογισμού.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Guardian, που επικαλείται τη Wall Street Journal, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέρονται να πραγματοποίησαν μυστική επίθεση κατά ιρανικού στόχου ως απάντηση σε προηγούμενα ιρανικά πλήγματα εναντίον εγκαταστάσεών τους. Η αναφορά κάνει λόγο ακόμη και για πλήγμα στο ιρανικό νησί Λαζάν λίγο πριν από την ανακοίνωση της εκεχειρίας της 7ης Απριλίου. Αν αυτό ισχύει, τότε τα ΗΑΕ πέρασαν από τη λογική της αεράμυνας και της προστασίας υποδομών στη λογική της ενεργητικής ανταπόδοσης.
Η διαφορά είναι τεράστια. Μία χώρα που αμύνεται απέναντι σε πυραύλους και μη επανδρωμένα μπορεί να ισχυριστεί ότι προσπαθεί να μείνει εκτός πολέμου. Μία χώρα που πλήττει στόχους μέσα στο Ιράν, ακόμη και μυστικά, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται από την Τεχεράνη απλός παρατηρητής. Γίνεται μέρος της εξίσωσης.
Ακόμη πιο σημαντική είναι η αναφορά του Reuters για τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σαουδαραβικά μαχητικά φέρονται να εξαπέλυσαν μη ανακοινωμένα πλήγματα κατά του Ιράν στα τέλη Μαρτίου, ως απάντηση σε επιθέσεις που είχε δεχθεί το βασίλειο. Το Ριάντ δεν επιβεβαίωσε ευθέως τις επιθέσεις, ενώ το Reuters δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τους ακριβείς στόχους. Η ύπαρξη τέτοιων πληροφοριών δείχνει ότι η Σαουδική Αραβία, παρά τη δημόσια έμφαση στην αυτοσυγκράτηση, είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ όταν θεωρεί ότι η ιρανική πίεση ξεπερνά τα όρια.
Η σαουδαραβική στάση διαφέρει από εκείνη των ΗΑΕ. Τα Εμιράτα παρουσιάζονται πιο επιθετικά και πιο πρόθυμα να επιβάλουν κόστος στο Ιράν. Η Σαουδική Αραβία, αντίθετα, φαίνεται να επιδιώκει έναν συνδυασμό αποτροπής και αποκλιμάκωσης. Δηλαδή, χτυπά αν χρειαστεί, αλλά κρατά ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Αυτό εξηγεί γιατί οι αναφορές μιλούν για εντατικές διπλωματικές επαφές μετά τα σαουδαραβικά πλήγματα και για μια άτυπη κατανόηση αποκλιμάκωσης.
Η διαφορά αυτή αντανακλά και τις διαφορετικές προτεραιότητες των δύο χωρών. Τα ΗΑΕ έχουν πιο προωθημένη σχέση με το Ισραήλ λόγω των Συμφωνιών του Αβραάμ και έχουν καλλιεργήσει πιο σκληρή στάση απέναντι στην ιρανική επιρροή. Η Σαουδική Αραβία, από την άλλη, έχει να προστατεύσει ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό σχέδιο: την ασφάλεια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στην ανατολική της ακτή, το προσκύνημα στη Μέκκα, τις υποδομές αφαλάτωσης και, κυρίως, το Όραμα 2030. Ένας ανοιχτός πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα αυτή τη στρατηγική μεταμόρφωσης.
Γι’ αυτό και η ρητορική της σαουδαραβικής ηγεσίας παραμένει προσεκτική. Η λογική του Ριάντ φαίνεται να είναι ότι πρέπει να δείξει στο Ιράν πως δεν είναι εύκολος στόχος, αλλά χωρίς να δώσει στην Τεχεράνη πρόσχημα για ολοκληρωτική αντιπαράθεση. Η αποτροπή πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή για να λειτουργεί, αλλά όχι τόσο δημόσια και ταπεινωτική ώστε να υποχρεώσει το Ιράν να απαντήσει μαζικά.
Αυτό ακριβώς είναι και το πιο επικίνδυνο σημείο της νέας φάσης. Όταν οι συγκρούσεις διεξάγονται μυστικά, με περιορισμένα πλήγματα και δημόσιες διαψεύσεις ή ασάφειες, οι κυβερνήσεις αποκτούν περιθώριο αποκλιμάκωσης. Μπορούν να μη μιλήσουν, να μη διαφημίσουν την επίθεση και να αποφύγουν την πίεση της κοινής γνώμης. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται ο κίνδυνος λάθους. Ένα πλήγμα που θα σκοτώσει υψηλόβαθμους αξιωματικούς, θα καταστρέψει κρίσιμη υποδομή ή θα θεωρηθεί υπερβολικά προκλητικό μπορεί να οδηγήσει σε αλυσιδωτή κλιμάκωση.
Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει ήδη δείξει ότι θεωρεί τα κράτη του Κόλπου μέρος της αμερικανικής και ισραηλινής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η Τεχεράνη εκτιμά ότι ορισμένες χώρες επέτρεψαν τη χρήση εναέριου χώρου ή βάσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιθανό πλήγμα από τα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία απευθείας σε ιρανικό έδαφος, προσφέρει στο Ιράν επιπλέον λόγους για αντίποινα.
Οι πιθανοί στόχοι είναι γνωστοί: ενεργειακές εγκαταστάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, βάσεις, σταθμοί αφαλάτωσης, κόμβοι μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στον Κόλπο, η οικονομία και η ασφάλεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Ένα πλήγμα σε εγκατάσταση φυσικού αερίου ή σε λιμάνι δεν είναι απλώς ένα στρατιωτικό γεγονός. Είναι μήνυμα προς τις αγορές, προς τις ασφαλιστικές εταιρείες, προς τις ναυτιλιακές γραμμές και προς τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν νευραλγικό σημείο. Οποιαδήποτε ιρανική προσπάθεια να περιορίσει, να ελέγξει ή να φορολογήσει τη ναυσιπλοΐα εκεί θα έχει άμεσες παγκόσμιες επιπτώσεις. Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να κλείσει πλήρως τον πορθμό για να προκαλέσει οικονομικό σοκ. Αρκεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα. Στις αγορές ενέργειας, η αβεβαιότητα συχνά κοστίζει όσο και η ίδια η καταστροφή.
Η υπόθεση του Κουβέιτ προσθέτει ακόμη μία διάσταση. Η αναφορά ότι μέλη των Φρουρών της Επανάστασης επιχείρησαν να διεισδύσουν στο νησί Μπουμπιγιάν δείχνει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε μαχητικά αεροσκάφη και πυραύλους. Περιλαμβάνει κατασκοπεία, σαμποτάζ, ειδικές επιχειρήσεις και ψυχολογική πίεση. Η Τεχεράνη έχει παράδοση στη χρήση σύνθετων εργαλείων πίεσης: κρατικοί φορείς, παραστρατιωτικές οργανώσεις, πληρεξούσιοι, κυβερνοεπιθέσεις και στοχευμένες επιχειρήσεις χαμηλής ορατότητας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν τα ΗΑΕ και η Σαουδική Αραβία χτύπησαν το Ιράν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτή η μετατόπιση για την περιφερειακή ισορροπία. Η απάντηση είναι ότι ο Κόλπος εισέρχεται σε μια περίοδο πιο ανοιχτής αποτροπής και πιο κλειστής διπλωματίας. Δημόσια, οι χώρες θα μιλούν για σταθερότητα, αυτοσυγκράτηση και προστασία της ναυσιπλοΐας. Παρασκηνιακά, όμως, θα προετοιμάζονται για νέα πλήγματα, νέες άμυνες και νέες διαπραγματεύσεις μέσω μεσαζόντων.
Το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι ένας άμεσος γενικευμένος πόλεμος μεταξύ Ιράν και αραβικών κρατών του Κόλπου, αλλά μια παρατεταμένη γκρίζα σύγκρουση: περιορισμένα πλήγματα, άρνηση ευθύνης, διπλωματικές επαφές, απειλές και προσπάθειες ελέγχου της κλιμάκωσης. Όμως αυτό το σενάριο είναι σταθερό μόνο όσο όλοι οι παίκτες διατηρούν την ψυχραιμία τους και όσο η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αντέχει.
Αν η εκεχειρία καταρρεύσει, τα ΗΑΕ θα βρεθούν πιθανότατα στην πρώτη γραμμή των ιρανικών αντιποίνων. Η Σαουδική Αραβία θα προσπαθήσει να αποφύγει την πλήρη εμπλοκή, αλλά θα δυσκολευτεί να μείνει έξω αν δεχθεί νέα μαζικά πλήγματα. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη κι αν δεν επιθυμούν διεύρυνση της σύγκρουσης, θα πιεστούν να προστατεύσουν εταίρους, βάσεις και ενεργειακές ροές.
Η εμπλοκή των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας, ακόμη και αν παραμένει συγκεκαλυμμένη, ανεβάζει το επίπεδο κινδύνου σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Δεν έχουμε απλώς έναν πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν ή Ισραήλ–Ιράν. Έχουμε μια περιφερειακή σύγκρουση που απλώνεται στον Κόλπο, στις ενεργειακές οδούς, στις αραβικές μοναρχίες και στις παγκόσμιες αγορές.
Η νέα πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν θέλει επισήμως έναν μεγάλο πόλεμο, αλλά όλο και περισσότεροι δρουν σαν να προετοιμάζονται γι’ αυτόν.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.







