Σάββατο, 05 Απρ, 2025
 ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η περιπετειώδης ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από τα μεγάλα έργα της περιόδου 1870- 2024

«Το 1869, όταν κατεδαφίζονται τα παραθαλάσσια τείχη της Θεσσαλονίκης, το Μετρό του Λονδίνου γιορτάζει τα έκτα του γενέθλια… Από εκείνη τη χρονική στιγμή, σε μια εντελώς διαφορετική πόλη, της οποίας η Παλιά Παραλία ήταν τόπος εγκατάστασης …βιομηχανιών», αρχίζει να ξετυλίγεται η ιστορία των μεγάλων έργων της Θεσσαλονίκης, που περιγράφουν οι Βίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη και Γιάννης Μέγας, στο βιβλίο τους «Τα μεγάλα έργα στη Θεσσαλονίκη 1870-2024».

Κατά τη βιβλιοπαρουσίαση, που πραγματοποιήθηκε στο ΤΕΕ/ΤΚΜ, παρουσία του υφυπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Νίκου Ταχιάου, οι συγγραφείς περιέγραψαν τις τέσσερις περιόδους που παρουσιάζονται στο βιβλίο: 1869-1912, 1912-1920, 1920-1940 και μετά από το 2050 ώς το 2024. Ανέδειξαν δε στοιχεία που δεν είναι ευρέως γνωστά.

Όταν η Νέα Παραλία σχεδιαζόταν ως στρατιωτικό έργο

Για παράδειγμα, όπως επεσήμανε η κα Χαστάογλου-Μαρτινίδη, η Νέα Παραλία, που κατασκευάστηκε στο διάστημα 1953-1973, ξεκίνησε ως λιμενικό και στρατιωτικό έργο, με χρηματοδότηση από το Σχέδιο Μάρσαλ, λόγω και των υποχρεώσεων που απέρρεαν από την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ το 1951.

Ωστόσο, πολύ σύντομα μετεξελίχθηκε σε μείζονα πολεοδομική παρέμβαση με σημασία – όπως ανέφερε – πιθανόν ανάλογη με εκείνη της κατεδάφισης του παραθαλάσσιου τείχους, το 1870. Αυτή η παρέμβαση, πρόσθεσε, μεταμόρφωσε ριζικά τη γραφική Συνοικία των Εξοχών με τις βίλες στο σημερινό μοντερνιστικό τοπίο, με τις γνωστές οικοδομικές μονάδες, σε μήκος τεσσάρων χιλιομέτρων.

Οι βελγικές εταιρείες, ο σιδηρόδρομος και τα νοσοκομεία των κοινοτήτων

Στις συνταρακτικές – όπως τις χαρακτήρισε – αλλαγές που βίωσε η Θεσσαλονίκη μέχρι την απελευθέρωσή της το 1912 αναφέρθηκε ο κος Μέγας, υπενθυμίζοντας ότι σε αυτή την περίοδο μεγάλα έργα ήταν η κατεδάφιση του παραλιακού τείχους, η διάνοιξη των οδών και το νοσοκομείο «Άγιος Δημήτριος».

«Υπήρξαν επίσης πάρα πολλά μεγάλα δημόσια έργα, τα οποία είχαν ανατεθεί σε ευρωπαϊκές εταιρείες, κυρίως βελγικές, με αυτοχρηματοδότηση και εκμετάλλευση του έργου, όπως η υδροδότηση της πόλης. Ως προς την περίοδο της εκμετάλλευσης, αξίζει να ειπωθεί ότι η υδροδότηση της πόλης πέρασε στον Δήμο Θεσσαλονίκης το 1928, διότι η εταιρεία (που είχε αναλάβει το έργο) είχε ένα συμβόλαιο για 50 χρόνια», πρόσθεσε.

Αναφέρθηκε επίσης στην ανάπτυξη του σιδηροδρόμου: «Μία γραμμή πήγαινε τότε Θεσσαλονίκη-Κωνσταντινούπολη, μία Θεσσαλονίκη-Βελιγράδι, από όπου ενωνόταν με την Κεντρική Ευρώπη, και μία προς το Μοναστήρι, που ήταν η έδρα του τρίτου σώματος του Οθωμανικού στρατού, με περίπου 10.000- 2.000 στρατιώτες».

Υπήρχαν επίσης τα έργα των διαφόρων κοινοτήτων, κυρίως στα νοσοκομεία, όπως το Θεαγένειο, το Νοσοκομείο Χιρς της εβραϊκής κοινότητας, το ιταλικό, το γαλλικό, το ρωσικό και το στρατιωτικό νοσοκομείο. «Από αυτά τα επτά νοσοκομεία, τα τέσσερα λειτουργούν μέχρι σήμερα, φυσικά με τεράστιες διαμορφώσεις», σημείωσε, αναφερόμενος και στα ιδιωτικά έργα που έγιναν αυτή την περίοδο, όπως η βιομηχανοποίηση της πόλης ή η επέκταση της Συνοικίας των Εξοχών.

Η πολιτική αστάθεια μιας περιόδου με 34 διαφορετικές κυβερνήσεις και η τεράστια διπλή πρόκληση για τη Θεσσαλονίκη

Η επόμενη περίοδος, έως το 1920, ήταν όπως χαρακτηριστικά είπε ο κος Μέγας «περίεργη», γιατί ξαφνικά η Θεσσαλονίκη έγινε μέρος του ελληνικού κράτους, τα σύνορα του οποίου βρίσκονταν περίπου 30 χιλιόμετρα βορείως. Ακολούθησαν ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος με περίπου 500.000 στρατιώτες να περνάνε μέσα από την πόλη, ο εθνικός διχασμός και η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που άφησε πίσω της 9.500 καμένα κτήρια και περίπου 52.000 άστεγους.

«Την περίοδο αυτή δεν υπήρχαν περιθώρια για μεγάλα έργα. Βασικά το μόνο που ξεκίνησε τότε, αλλά ολοκληρώθηκε δεκαετίες αργότερα, ήταν η ανακατασκευή του ναού του Αγίου Δημητρίου, που είχε καταστραφεί από τη μεγάλη πυρκαγιά», επεσήμανε.

Ακολούθησε η περίοδος από το 1920 ώς το 1940, με κύριο χαρακτηριστικό την πολύ μεγάλη πολιτική αστάθεια. «Από το 1920 έως το 1930 υπήρξαν 34 κυβερνήσεις, υπήρξαν δικτατορίες κι όλη αυτή η πολιτική αστάθεια είχε επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνική ζωή της πόλης. Την ίδια περίοδο, όμως, η Θεσσαλονίκη έπρεπε ν αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δύο τεράστια προβλήματα: την ανοικοδόμηση μετά την πυρκαγιά και την αποκατάσταση των περίπου 150.000 προσφύγων, που έπρεπε να βρουν στέγη. Ο συνδυασμός αυτών των δύο, δηλαδή ανοικοδόμηση και αποκατάσταση προσφύγων, είναι μοναδικός στην ιστορία της Ευρώπης. Καμιά πόλη δεν αντιμετώπισε τόσο μεγάλα προβλήματα την ίδια χρονική στιγμή», είπε ο συγγραφέας, επισημαίνοντας ότι τα έργα που ξεκίνησαν την περίοδο εκείνη του Μεσοπολέμου ήταν η λειτουργία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το 1926, στο Πεδίον του ‘Αρεως, η ίδρυση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και το δίκτυο αποχέτευσης, το 1927.

Το ΑΧΕΠΑ κατασκευάζεται με υλικά από την Αμερική και φιλοξενεί την άστεγη επί χρόνια Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ

Παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη, η κα Χαστάογλου-Μαρτινίδη αναφέρθηκε στην τελευταία περίοδο που εξετάζει το βιβλίο, η οποία φτάνει μέχρι το 2024. Η «λίστα» των μεγάλων έργων της τέταρτης αυτής περιόδου άνοιξε με το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, οι εργασίες για τη δημιουργία του οποίου διήρκεσαν από το 1949 ώς το 1951.

«Είναι το πρώτο καινούργιο νοσοκομείο της πόλης μετά το 1912 και αποτελεί γενναιόδωρη προσφορά των ομογενών στην πατρίδα […]. Το νοσοκομείο κατασκευάζεται σε μια περιοχή, η οποία τότε είναι τελείως έρημη και οικοδομείται με υλικά, μηχανήματα και εξοπλισμό που εισάγονται από την Αμερική», σημείωσε η κα Χαστάογλου, υπενθυμίζοντας ότι το ΑΧΕΠΑ στεγάζει μέχρι το 1958 και τη δραστηριότητα της Ιατρικής Σχολής, η οποία είχε ιδρυθεί το 1942, αλλά παρέμενε άστεγη.

«Το νοσοκομείο αυτό υπήρξε η αφετηρία για τη δημιουργία ολόκληρης της Πανεπιστημιούπολης […], η οποία υλοποιείται μετά το 1950 με αλματώδεις ρυθμούς […] Οι σχολές που μέχρι τότε στριμώχνονταν στο κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής και δεν ήταν λίγες -έξι- αποκτούν δικά τους κτίρια μέχρι το 1960 […] και είναι ενδεικτικό ότι το 1965 έρχεται στη Θεσσαλονίκη ο τότε πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, για να θεμελιώσει 15 νέα κτίρια, όλα τους έργα πολύ γνωστών δημιουργών του μοντέρνου αρχιτεκτονικού κινήματος», είπε η συγγραφέας.

Ως έτερο, ιδιαίτερα επιτυχές εγχείρημα, χαρακτήρισε τα μουσεία της Θεσσαλονίκης. Η ανέγερση των δύο μεγάλων μουσείων ήταν, όπως είπε, μέλημα της ελληνικής Πολιτείας ήδη από το 1912, προκειμένου να ενισχύσει την εθνική ταυτότητα της πόλης, αλλά «ευοδώθηκε μεταπολεμικά με αυτά τα δύο εξαιρετικά κτίρια, το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού».

Γιατί δεν ήταν απρόσκοπτη η αποκάλυψη της Ρωμαϊκής Αγοράς

Διαστάσεις θρίλερ είχε λάβει το έργο για την ανασκαφή της Ρωμαϊκής Αγοράς (η αποκάλυψή της άρχισε το 1962) και του Γαλεριανού συγκροτήματος: «Η αποκάλυψή τους δεν ήταν καθόλου απρόσκοπτη, δεδομένου ότι οι θέσεις αυτές προορίζονταν για άλλα κτίρια από τα προηγούμενα χρόνια», σημείωσε η κα Χαστάογλου-Μαρτινίδη. Αν δεν είχε προχωρήσει η αποκάλυψη, στη θέση των αρχαιοτήτων θα υπήρχε σήμερα μια απλή πλατεία με στεγασμένη αγορά…

Ν.Ταχιάος: Να μην ταυτίζονται με πολιτικά πρόσωπα τα μεγάλα έργα

Την πεποίθηση ότι είναι λάθος τα πολιτικά πρόσωπα να συνδέονται με τα μεγάλα έργα, εξέφρασε ο κος Ταχιάος και πρόσθεσε: «…καλύτερα να αποφεύγεται η πολιτική σύνδεση με τα έργα, γιατί νομίζω ότι αυτό είναι η μεγάλη πληγή των έργων στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Ελλάδα γενικά».

Διερωτήθηκε τι σημαίνει «μεγάλο έργο» και πρόσθεσε ότι ένα έργο δεν το κάνει μεγάλο μόνο ο υψηλός προϋπολογισμός, η δυσκολία ή το μέγεθός του, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιδρά στη λειτουργία της πόλης. «Με την έννοια αυτή (του υψηλού προϋπολογισμού ή του μεγέθους) το fly over είναι μεγάλο έργο, αλλά μένει να αποδειχθεί αν είναι τέτοιο και εκ του αποτελέσματος, από το πόσο αυτό θα μπορέσει στην πορεία να αλλάξει τα πράγματα στην πόλη, από το πώς η τοπική κοινωνία θα το ενσωματώσει στις λειτουργίες της Θεσσαλονίκης», επεσήμανε.

Χαρακτήρισε το Μετρό ως game changer για την πόλη, ενώ πρόσθεσε πως «υπήρξε μια πολεμική για το έργο, αλλά πιθανότατα ήταν ένα έργο που ξεκίνησε ναρκοθετημένο», καθώς πολιτικοποιήθηκε.

Πρόσθεσε πως «πρέπει να αφήσουμε πίσω τις παθογένειες της πολιτικοποίησης των έργων και της οικειοποίησης των έργων από πρόσωπα». Συμπλήρωσε πως ένας μεγάλος αριθμός έργων στην πόλη, όπως η Νέα Παραλία, έγιναν επειδή υπήρχε η δυνατότητα άντλησης πόρων από ευρωπαϊκά προγράμματα. Πλέον, όμως η ΕΕ έχει αλλάξει προτεραιότητες, αφήνοντας πίσω τις υποδομές και στρέφοντας τις χρηματοδοτήσεις στο περιβάλλον.

«Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει πολύ ορθολογική διαχείριση (των πόρων για μεγάλα έργα), η οποία να συνδυάσει, να υιοθετήσει και να προκρίνει έργα τα οποία έχουν ρεαλιστικότητα, αλλά κυρίως πολύ μεγάλη επίδραση στην πόλη», κατέληξε.

Παράθυρο στην ιστορία της Θεσσαλονίκης

«Οι συγγραφείς άνοιξαν ένα παράθυρο στην ίδια την ιστορία της Θεσσαλονίκης», ανέφερε στον χαιρετισμό του ο πρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΚΜ, Ηλίας Περτζινίδης, ενώ ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων και Βιώσιμης Κινητικότητας του δήμου Θεσσαλονίκης, Πρόδρομος Νικηφορίδης, σημείωσε πως «η Θεσσαλονίκη είναι μοναδικό παράδειγμα σε όλον τον κόσμο, καθώς είναι η μοναδική πόλη που κάηκε, σχεδιάστηκε και ανοικοδομήθηκε απ’ την αρχή».

Της Αλεξάνδρας Γούτα

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε