Τετάρτη, 15 Απρ, 2026
Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν (α), ο ηγέτης της Κίνας Σι Τζινπίνγκ (κ) και ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν (δ). Πεκίνο, 3 Σεπτεμβρίου 2025. (Alexander Kazakov/POOL/AFP μέσω Getty Images)

Νέα έκθεση αναδεικνύει τον ρόλο Ρωσίας και Κίνας στην εξάπλωση του αυταρχισμού

Από διεθνείς συνόδους έως τεχνολογίες επιτήρησης, τα καθεστώτα συντονίζουν πρακτικές καταστολής πέρα από σύνορα

Η συνεργασία μεταξύ αυταρχικών καθεστώτων αποκτά πλέον θεσμικό χαρακτήρα, με τη Ρωσία και την Κίνα να ηγούνται ταχύτατα της εξάπλωσης του αυταρχισμού, σύμφωνα με νέα έκθεση. Οι αυταρχικές δυνάμεις συνεργάζονται όλο και περισσότερο για να επεκτείνουν την καταστολή πέρα από τα σύνορα, ενώ Ρωσία και Κίνα ευθύνονται από κοινού για το ήμισυ σχεδόν των 72.000 σχετικών περιστατικών που έχουν καταγραφεί από το 2024, σύμφωνα με νέο σύνολο δεδομένων.

Η μη κερδοσκοπική οργάνωση Action for Democracy δημοσίευσε τον Δείκτη Συνεργασίας Αυταρχισμού, ο οποίος συγκεντρώνει σχεδόν άμεσα δεδομένα για εκδηλώσεις αυταρχισμού σε διεθνές επίπεδο. Πρόσφατη έκθεση που εξετάζει γεγονότα από το 2024 έως το 2026 διαπιστώνει ότι η Ρωσία και η Κίνα βρίσκονται «στο επίκεντρο» του παγκόσμιου αυταρχισμού, αναπτύσσοντας υποδομές και καθιερώνοντας επαναλαμβανόμενες δράσεις συνεργασίας μεταξύ αυταρχικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με την έκθεση, η συνεργασία αυτή μετατρέπεται πλέον σε θεσμική, καθώς επαναλαμβανόμενες συζητήσεις, συμμαχίες μέσων ενημέρωσης και πλατφόρμες εκπαίδευσης μετατρέπουν την ευκαιριακή συνεργασία σε ανθεκτική υποδομή. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η συνεργασία γίνεται όλο και πιο τυποποιημένη, με πρακτικές όπως η αμοιβαία επιτήρηση εκλογικών διαδικασιών με αμφισβητούμενη εγκυρότητα και οι διασυνοριακές απελάσεις αντιφρονούντων να λειτουργούν πλέον ως εύκολες και αυτοενισχυόμενες διαδικασίες.

Οι συνεργασίες αυτές δεν βασίζονται σε ιδεολογικές ή άλλες κοινές αξίες, αλλά υπερβαίνουν παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές, όπως οι θρησκευτικές διαφορές, καθώς τα καθεστώτα θέτουν ως υπέρτατο στόχο τη διατήρηση της αυταρχικής εξουσίας, ανεξαρτήτως άλλων κοσμοθεωριών.

Ο δείκτης καταγράφει επτά κατηγορίες συνεργασίας: οικονομική συνεργασία, διπλωματική νομιμοποίηση καθεστώτων, δημιουργία συμμαχιών (όπως μέσω τακτικών συζητήσεων), προπαγάνδα, στρατιωτική συνεργασία και ανταλλαγή τεχνολογικών εργαλείων καταστολής, διάδοση αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης και μεθόδων καταστολής, καθώς και διεθνική καταστολή, δηλαδή τη δίωξη αντιφρονούντων και άλλων στόχων πέρα από τα σύνορα.

Η συνεργασία αυτή αποφέρει «σωρευτικά οφέλη» για τα καθεστώτα, τα οποία, αν δεν αντιμετωπιστούν, ενδέχεται να οδηγήσουν σε έναν κόσμο όπου η καταστολή θα επεκτείνεται διασυνοριακά, ενώ οι δημοκρατικές αντιδράσεις θα παραμένουν κατακερματισμένες και αντιδραστικές. Όπως επισημαίνεται, η εξαγωγή υποδομών επιτήρησης σε ένα καθεστώς γίνεται πρότυπο για το επόμενο, η αμοιβαία νομιμοποίηση μεταξύ δύο δρώντων καθιστά τη συγκεκριμένη πρακτική αποδεκτή για περισσότερους, ενώ νομικά εργαλεία που δοκιμάζονται σε μία χώρα μεταφέρονται σε άλλες μέσα σε λίγους μήνες.

Οι δέκα βασικοί δρώντες στα καταγεγραμμένα περιστατικά συνεργασίας είναι η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Ινδία, το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν και το Πακιστάν. Σύμφωνα με την έκθεση, αυτή η διάρθρωση δημιουργεί μια δομή με δύο παγκόσμιους πυλώνες, μια ενδιάμεση βαθμίδα περιφερειακών δυνάμεων και έναν μεγάλο αριθμό μικρότερων κρατών και φορέων που εμφανίζονται σε πιο περιορισμένα πλαίσια.

Διεθνείς σύνοδοι αυταρχικών καθεστώτων

Οι χώρες αυτές έχουν θεσμοθετήσει τη συνεργασία τους σε υψηλό επίπεδο μέσω διεθνών συνόδων, όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, φέρνοντας κοντά ειδικούς, δεξαμενές σκέψης και κρατικούς φορείς για ανταλλαγή γνώσης, δηλαδή για τη διάδοση «βέλτιστων πρακτικών» αυταρχισμού, καθώς και για τον συντονισμό της σχετικής ορολογίας.

Το κινεζικό καθεστώς διοργανώνει επίσης ένα επαναλαμβανόμενο Διεθνής Διάσκεψη για τη Δημοκρατία, το οποίο το 2024 συγκέντρωσε σχεδόν 300 συμμετέχοντες από 70 χώρες, αποτελώντας, σύμφωνα με την έκθεση, σαφές παράδειγμα συστηματικής προσπάθειας διαμόρφωσης αντίθετων προτύπων. Η διάσκεψη αυτή αξιοποιεί ένα «επιλεγμένο οικοσύστημα αξιωματούχων, ακαδημαϊκών και φωνών που συνδέονται με το κράτος» με στόχο να καταστήσει αποδεκτό τον ισχυρισμό ότι ο φιλελεύθερος εκλογικός ανταγωνισμός δεν είναι ούτε καθολικός ούτε ανώτερος, προωθώντας αντ’ αυτού τα αυταρχικά καθεστώτα υπό την ονομασία «δημοκρατία σε όλα τα στάδια της διακυβέρνησης».

Οι διασκέψεις αυτές προβάλλονται δημόσια ως εναλλακτικές λύσεις έναντι καθιερωμένων διεθνών συναντήσεων και υποδηλώνουν τη διαμόρφωση μιας «ανθεκτικής» διεθνούς κοινότητας ικανής να προωθεί αναθεωρημένες εκδοχές της «δημοκρατίας» που εξυπηρετούν αυταρχικά καθεστώτα. Τα κράτη αυτά έχουν συγκροτήσει μια κοινότητα που αναμένει και προσφέρει συστηματικά «πράξεις αμοιβαίας διατήρησης», όπως η παροχή καταφυγίου σε εκδιωχθέντες πολιτικούς άλλων καθεστώτων.

Οι δραστηριότητες αυτές υποστηρίζονται από ένα δίκτυο κρατικών μέσων ενημέρωσης που προωθούν συντονισμένη προπαγάνδα, μεταξύ των οποίων το CGTN, το TeleSUR στη Βενεζουέλα, το IRNA του Ιράν και το Vietnam News Agency. Το ρωσικό TV BRICS διευκολύνει συνεργασίες περιεχομένου μεταξύ αυτών των μέσων. Η υποδομή αυτή είναι και υλική, με έργα όπως το Κέντρο Πληροφόρησης και Πολιτιστικών Μέσων BRICS+ στη Μόσχα και το πρόγραμμα BRICS Global Media Tour.

Σε άνοδο η διεθνική καταστολή

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δράσης αποτελεί η συνδρομή που προσέφερε η Τουρκία στο Πεκίνο για τη δίωξη των Ουιγούρων, μιας μουσουλμανικής και τουρκικής εθνοτικής μειονότητας στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ, προωθώντας το αφήγημα του κινεζικού καθεστώτος και συνεργαζόμενη στη διεθνική καταστολή. Σύμφωνα με το Human Rights Watch, η Τουρκία αποτελούσε επί μακρόν «ασφαλές καταφύγιο» για τους Ουιγούρους λόγω πολιτισμικών και θρησκευτικών δεσμών. Στη χώρα, όπου ζουν περίπου 50.000 Ουιγούροι, ίσχυαν επίσης ευνοϊκές πολιτικές που επέτρεπαν στους μετανάστες Ουιγούρους να αποκτούν καθεστώς μακροχρόνιας παραμονής και υπηκοότητας.

Ωστόσο, καθώς η Τουρκία ενίσχυσε τη συμμαχία της με το κινεζικό καθεστώς, η μετανάστευση κατέστη λιγότερο ασφαλής για τους Ουιγούρους. Η έκθεση επισημαίνει ως παράδειγμα την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν στο Σιντζιάνγκ το 2024, κατά την οποία ανακοίνωσε στενότερη συνεργασία με το Πεκίνο στον τομέα της «αντιτρομοκρατίας». Το κινεζικό καθεστώς παρουσιάζει τη δίωξη των Ουιγούρων — την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χαρακτηρίσει γενοκτονία — ως «αντιτρομοκρατική δράση». Μετά την επίσκεψη καταγράφηκε αύξηση των αναφορών για ανακρίσεις Ουιγούρων στην Τουρκία, ενώ ορισμένα άτομα της κοινότητας χαρακτηρίστηκαν «απειλές για τη δημόσια ασφάλεια» από τις τουρκικές αρχές, γεγονός που μπορεί να επιταχύνει τη διαδικασία απέλασης.

Η διεθνική καταστολή προκαλεί αυξημένη ανησυχία, με τους ηγέτες της G7 να καταδικάζουν την πρακτική αυτή σε κοινή δήλωση το προηγούμενο έτος.

Η έκθεση παραθέτει επίσης περιπτώσεις Τούρκων προσφύγων που απήχθησαν στην Κένυα και απελάθηκαν στην Τουρκία για να αντιμετωπίσουν κατηγορίες εσχάτης προδοσίας, υποστηρικτών της αντιπολίτευσης στην Κένυα που απήχθησαν από πράκτορες ασφαλείας της Ουγκάντα, καθώς και περιστατικό κατά το οποίο η αστυνομία της Γκαμπόν συνέλαβε ακτιβιστή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από το Καμερούν, ο οποίος ασκούσε κριτική στην κυβέρνηση του Καμερούν, και τον παρέδωσε στις αρχές της χώρας του, οι οποίες φέρεται να τον βασάνισαν πριν τον κατηγορήσουν για τρομοκρατία και προσβολή του αρχηγού του κράτους ενώπιον στρατοδικείου.

Εξάγοντας τεχνολογία καταστολής

Η Κίνα και η Ρωσία πρωτοστατούν και στην υιοθέτηση τεχνολογιών επιτήρησης από αυταρχικά κράτη. Ενδεικτικά, το κινεζικό καθεστώς έχει διοργανώσει σεμινάρια τεχνολογίας και κυβερνοασφάλειας στο Σιντζιάνγκ για αξιωματούχους από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και άλλες περιοχές. Το καθεστώς προβάλλει δημόσια την πρωτοβουλία «Ψηφιακός Δρόμος του Μεταξιού» για την εξαγωγή τεχνολογίας διακυβέρνησης, ενώ μεγάλη διαρροή δεδομένων το προηγούμενο έτος αποκάλυψε ότι μία κινεζική τεχνολογική εταιρεία είχε αναπτύξει δίκτυα καταστολής για πέντε κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων εργαλείων για τον εντοπισμό πολιτικών «απειλών» και την αποτροπή συγκεντρώσεων πριν αυτές πραγματοποιηθούν.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι δυνατότητες αυτές συχνά παρέχονται μέσω συμβάσεων με προμηθευτές, πακέτων «έξυπνων πόλεων» και προτύπων επιτήρησης, που προωθούνται ως μέτρα κυβερνοασφάλειας ή εκσυγχρονισμού δημόσιων υπηρεσιών, αλλά στη συνέχεια χρησιμοποιούνται γρήγορα για τον εντοπισμό αντιπάλων, την παρεμπόδιση της οργάνωσης και την ενίσχυση του πολιτικού αποκλεισμού.

Στη Βενεζουέλα, η κινεζική εταιρεία ZTE συνέβαλε στην ανάπτυξη του συστήματος «Fatherland Card», το οποίο συνδέει προσωπικά δεδομένα με την πρόσβαση σε κοινωνικά προγράμματα, κάτι που, σύμφωνα με υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορεί να επιτρέψει πρακτικές εξαναγκασμού συνδέοντας την πρόσβαση σε τρόφιμα, συντάξεις και υπηρεσίες με τις πολιτικές πεποιθήσεις.

Η Ρωσία έχει επίσης εξάγει σε χώρες όπως η Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Ουζμπεκιστάν, η Κούβα και η Νικαράγουα τεχνολογίες που επιτρέπουν την καταγραφή τηλεφωνικών κλήσεων, μηνυμάτων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και δραστηριότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και τη μαζική παρακολούθηση τηλεπικοινωνιακής και διαδικτυακής κίνησης.

Η έκθεση καταλήγει επισημαίνοντας ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν δρουν μεμονωμένα.

Της Catherine Yang

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε