Κίνα και Γερμανία επιθυμούν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους, δήλωσαν στο Πεκίνο ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, και ο Κινέζος πρωθυπουργός, Λι Τσανγκ, στις 25 Φεβρουαρίου.
Ο Μερτς, ο οποίος πραγματοποιεί το πρώτο του ταξίδι στην Κίνα από την ανάληψη των καθηκόντων του τον περασμένο Μάιο, βρίσκεται στο Πεκίνο για διήμερη επίσκεψη, επικεφαλής αντιπροσωπείας που αποτελείται από 30 επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων κορυφαίες αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Volkswagen και η BMW.
Ο Γερμανός καγκελάριος υπογράμμισε τη σημασία της συνεργασίας, δηλώνοντας: «Δίνω μεγάλη βαρύτητα στη διατήρηση και την εμβάθυνσή της όπου αυτό είναι δυνατό», όπως ανέφερε το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel κατά τη συνάντησή του με τον Λι την Τετάρτη.
Συμπλήρωσε επίσης: «Το ευρωπαϊκό μας μήνυμα είναι σαφές· επιθυμούμε εταιρική σχέση με την Κίνα που να είναι ισορροπημένη, αξιόπιστη, ρυθμισμένη και δίκαιη. Αυτή είναι η πρότασή μας. Ταυτόχρονα, αυτό είναι και που ελπίζουμε και αναμένουμε αντίστοιχα από την κινεζική πλευρά. Έχουμε συγκεκριμένες ανησυχίες όσον αφορά τη συνεργασία μας, τις οποίες επιδιώκουμε να βελτιώσουμε και να κάνουμε δικαιότερες».
Ο Μερτς αναμένεται επίσης να συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη, Σι Τζινπίνγκ, το απόγευμα της Τετάρτης. Σε ομιλία του στο αεροδρόμιο, στις 24 Φεβρουαρίου, λίγο πριν το πρώτο του ταξίδι στην Κίνα, δήλωσε: «Η Κίνα έχει εισέλθει στη λέσχη των μεγάλων δυνάμεων. Κανείς δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει την Κίνα. Οι σημερινές παγκόσμιες προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς το Πεκίνο. Η φωνή της Κίνας ακούγεται, ακόμη και στη Μόσχα. Η Κίνα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την επιρροή της. Για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή του Ειρηνικού, η Κίνα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα».
Ο Μερτς επανέλαβε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην πολιτική «μίας Κίνας», κάτι που σημαίνει ότι το Βερολίνο δεν αναγνωρίζει επίσημα την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος στις διπλωματικές του σχέσεις.
Τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία της Γερμανίας, DeStatis, στις 20 Φεβρουαρίου, επιβεβαιώνουν ότι η Κίνα αποτελεί εκ νέου τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Γερμανίας για το 2025. Με όγκο εξωτερικού εμπορίου που άγγιξε τα 251,8 δισ. ευρώ, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας βρέθηκε για άλλη μια χρονιά—όπως από το 2016 έως το 2023—στην κορυφή των εμπορικών εταίρων της Γερμανίας. Το εμπόριο Γερμανίας–Κίνας αυξήθηκε κατά 2,2% σε σύγκριση με το 2024, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν περάσει προσωρινά στην πρώτη θέση.
Η DeStatis προσθέτει ότι η Κίνα ανέκτησε έτσι την πρωτιά από τις ΗΠΑ, που ήταν ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας το 2024. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ερευνητικού ομίλου Rhodium Group, από το 2020 και μετά, οι ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας και οι γερμανικές εξαγωγές έχουν ουσιαστικά αποσυνδεθεί, λόγω της αυξανόμενης ανταγωνιστικότητας της κινεζικής βιομηχανίας σε βασικούς τομείς όπου κυριαρχούσαν παραδοσιακά οι Γερμανοί, της μεταφοράς παραγωγής στην Κίνα από μεγάλες γερμανικές εταιρείες και της πολιτικής υποκατάστασης εισαγωγών που εφαρμόζει το Πεκίνο.
Στην έκθεση σημειώνεται ότι η κινεζική αγορά υπήρξε για δεκαετίες «χρυσωρυχείο» για τις γερμανικές εταιρείες. Ωστόσο, το μερίδιο αγοράς των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών στην Κίνα κατέγραψε πτώση κατά 33% κατά μέσο όρο, την περίοδο 2022–2025.
Παρά ταύτα, η έκθεση υπογραμμίζει ότι το «χρυσωρυχείο» αυτό μοιάζει να εξαντλείται, καθώς η κινεζική οικονομία επιβραδύνεται, ο τοπικός ανταγωνισμός έχει καταστρέψει την τιμολογιακή ισχύ των εταιρειών και οι καταναλωτές στρέφονται σε εγχώριες φίρμες, εξέλιξη που ενισχύεται και από τις κινεζικές αρχές.
Η Rhodium Group αναφέρει επίσης ότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες μεταφέρουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και ανάπτυξης στην Κίνα—αυτό όμως θα ωφελήσει κυρίως τις θέσεις εργασίας και την προστιθέμενη αξία στην Κίνα, και όχι στη Γερμανία.
Στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, νωρίτερα τον Φεβρουάριο, ο Μερτς είχε εκφράσει τους προβληματισμούς του, δηλώνοντας στις 18 Φεβρουαρίου: «Η Κίνα έχει την φιλοδοξία να διαμορφώσει τις διεθνείς εξελίξεις, θέτοντας τα θεμέλια γι’ αυτό με στρατηγική υπομονή επί σειρά ετών. Στο ορατό μέλλον, το Πεκίνο θα μπορούσε να εξισωθεί με τις ΗΠΑ σε στρατιωτική ισχύ. Η Κίνα αξιοποιεί συστηματικά τις εξαρτήσεις των άλλων, επαναδιατυπώνοντας με δικούς της όρους τη διεθνή τάξη». Προσέθεσε ότι η διεκδίκηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες αμφισβητείται και ενδεχομένως να χαθεί.
Η προσέγγιση της Γερμανίας με την Κίνα έρχεται σε μια περίοδο που και άλλες ευρωπαϊκές χώρες εντείνουν τις επαφές τους με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, επισκέφθηκε την Κίνα στα τέλη Ιανουαρίου, συνοδευόμενος από περισσότερους από 50 επιχειρηματίες για συνομιλίες με τον Σι και τον Λι, σημειώνοντας τότε: «Δεν έχει νόημα να κρύβουμε το κεφάλι στην άμμο σε ό,τι αφορά την Κίνα. Είναι προς το συμφέρον μας να συνεργαστούμε».
Επίσημη επίσκεψη πραγματοποίησε στην Κίνα και ο πρωθυπουργός της Ιρλανδίας, Μάικλ Μάρτιν, στις αρχές του έτους, επαναλαμβάνοντας τη στήριξη της Ιρλανδίας στην πολιτική της μίας Κίνας κατά τη διάρκεια των επαφών του στο Πεκίνο και τη Σαγκάη.
Τον περασμένο χρόνο, ο βασιλιάς της Ισπανίας, Φελίπε ΣΤ’, κατά την πρώτη ισπανική κρατική επίσκεψη στην Κίνα εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, είχε λάβει από κινεζικής πλευράς το όραμα μιας συνεργασίας με σημαντική παγκόσμια επιρροή.
Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press








