Του Πάτρικ Κίνεϊ
Η γλώσσα αποτελεί την ψυχή κάθε κοινωνίας και η ποιότητά της καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την υγεία του δημόσιου βίου. Οι πολιτισμοί ανθίζουν ή καταρρέουν όχι μόνο υπό το βάρος των όπλων ή του πλούτου τους, αλλά και βάσει της αξιοπιστίας των λέξεών τους.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, φιλόσοφος και πολιτικός ταυτόχρονα, επέμενε στην ακρίβεια της σκέψης και την καθαρότητα στην έκφραση, αντιμετωπίζοντάς τα ως ζήτημα προσωπικής πειθαρχίας αλλά και πολιτικού καθήκοντος. Συμβούλευε, μάλιστα: «Να μην πράττεις με επιπολαιότητα, ούτε να εκφράζεσαι συγκεχυμένα, ούτε να αφήνεις τις σκέψεις σου να περιπλανιούνται άσκοπα».
Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση του Κομφούκιου. Όταν ρωτήθηκε ποια θα ήταν η πρώτη του ενέργεια εάν αναλάμβανε την εξουσία, απάντησε: «Να αποκαταστήσω τις λέξεις».
Εκ πρώτης όψεως, αυτή η προτεραιότητα μοιάζει περίεργη μπροστά στις πιο επείγουσες απαιτήσεις της διακυβέρνησης. Ωστόσο, πίσω από αυτήν τη φαινομενικά απλή παρατήρηση κρύβεται μια βαθιά πολιτική αλήθεια: οι κοινωνίες κλονίζονται όταν η γλώσσα απομακρύνεται από την πραγματική σημασία της. Οι λέξεις από εργαλεία επικοινωνίας μετατρέπονται σε όπλα σύγχυσης και διχασμού, διαταράσσοντας τον κοινωνικό ιστό.
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από κομματική πόλωση, σύγχυση της γλωσσικής έκφρασης και επικίνδυνη διάβρωση της εμπιστοσύνης στο δημόσιο λόγο. Οι λέξεις σήμερα δεν επιδιώκουν τόσο να περιγράψουν την πραγματικότητα όσο να επιβάλουν ένα συγκεκριμένο «αφήγημα». Ο Τύπος δεν υπηρετεί πάντοτε την αλήθεια, αλλά ενίοτε προωθεί σκοπιμότητες μέσω συνθημάτων, ευφημισμών και στρεβλώσεων. Δεν πρόκειται πλέον για την «αγορά ιδεών» που εγκωμίαζε κάποτε ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, αλλά για πεδίο μάχης όπου κυριαρχεί η προπαγάνδα.
Στο διακεκριμένο βιβλίο του «Truth and Truthfulness», ο Βρετανός φιλόσοφος Μπέρναρντ Γουίλιαμς υποστηρίζει σθεναρά ότι η ειλικρίνεια και η ακρίβεια δεν είναι απλώς φιλολογικές αρετές, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση των δημοκρατικών θεσμών. Αν αυτές εκλείψουν, η δημοκρατική συζήτηση παραχωρεί τη θέση της στη χειραγώγηση, μεταμφιεσμένη ως δημοσιογραφία, και στην ιδεολογία, που υποδύεται την αλήθεια. Η σαφήνεια και η αλήθεια θυσιάζονται στο βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης χειρίστηκαν τη ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ. Ήταν, όντως, πολλές φορές υπερβολικός ή ακραίος; Ασφαλώς. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις τα ΜΜΕ, στην προσπάθειά τους να καταρρίψουν το κύρος του, απομόνωσαν λεγόμενά του από το πλαίσιό τους, μετατρέποντας τις μεταφορές του σε κυριολεξία. Όταν, για παράδειγμα, ο Τραμπ ανέφερε πως η ανεξέλεγκτη εισαγωγή αυτοκινήτων από την Κίνα θα προκαλέσει «λουτρό αίματος» στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, η μεταφορά αυτή παρουσιάστηκε ως κυριολεκτικό κάλεσμα σε βία και πόλεμο.
Δεν είναι αναγκαίο να συμφωνεί κανείς πολιτικά με τον πρόεδρο Τραμπ για να κατανοήσει τη ζημιά που προκαλεί στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου τέτοια παραποίηση. Αντί να προάγει τον στοχασμό, τροφοδοτεί τον ηθικό πανικό και μια παρορμητική αγανάκτηση, η οποία περιορίζει τη συζήτηση.
Ο Ιζάια Μπέρλιν, κορυφαίος εκφραστής του φιλελεύθερου πλουραλισμού τον 20ό αιώνα, προειδοποιούσε ενάντια στη μονολιθικότητα—την τάση να μειώνεται η περίπλοκη πραγματικότητα σε ένα ενιαίο, άκαμπτο και αδιαμφισβήτητο ηθικό πλαίσιο. Ο μονολιθισμός δεν ανέχεται τις αποχρώσεις ή τις αμφιβολίες και χειραγωγεί τις λέξεις ώστε να υπηρετούν τους σκοπούς του.
Σύμφωνα με τον Μπέρλιν, τέτοια προσέγγιση υπονομεύει ουσιαστικά την ελευθερία, αντικαθιστώντας τον ελεύθερο διάλογο με τον δογματισμό και τις απολυταρχικές απόψεις που ήδη ο Όργουελ χαρακτήριζε «δύσοσμα μικρά δόγματα».
Μέσα στις έντονες πολιτισμικές αντιπαραθέσεις της εποχής μας, η τάση επιβάλλει ομοιομορφία σκέψης, όπου η αμφιβολία και το νόημα των λέξεων διαστρεβλώνονται. Η περιέργεια και η κριτική διάθεση θεωρούνται πλέον ηθικά ανεπαρκείς και πηγή αναξιοπιστίας.
Το ζήτημα αυτό δεν είναι απλώς πολιτισμικό, αλλά και βαθύτατα πολιτικό. Η φιλελεύθερη δημοκρατία απαιτεί ανοιχτό διάλογο και σαφή λόγο. Προϋποθέτει την ύπαρξη ενημερωμένων πολιτών, που αποφασίζουν ελεύθερα, σε ένα περιβάλλον που η γλώσσα διατηρεί τη διαύγειά της.
Η θεραπεία, όπως γνώριζε καλά ο Κομφούκιος, βρίσκεται ακριβώς στην «αποκατάσταση της γλώσσας», στην επιστροφή στη σαφήνεια και στην αφοσίωση στην αλήθεια.
Η υπεράσπιση της σαφήνειας δεν είναι επουσιώδης λεπτολογία. Είναι, εν τέλει, ζήτημα ηθικό. Στην καθημερινή αυτή μάχη των λέξεων, καλό θα ήταν να ταχθούμε όχι με τις κομματικές ιδεολογίες, αλλά με εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι λέξεις έχουν σημασία και ότι η πνευματική εντιμότητα είναι προϋπόθεση της δημοκρατικής κοινωνίας. Διαφυλάσσοντας τη γλώσσα, προστατεύουμε το ίδιο το θεμέλιο της ελεύθερης και ανθρώπινης κοινότητας.
Ο Πάτρικ Κίνεϊ είναι ακαδημαϊκός και αρθρογράφος.