Οι νέοι παγκόσμιοι δασμοί του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ύψους 10%, τέθηκαν σε ισχύ σήμερα 24 Φεβρουαρίου, ενώ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το σαββατοκύριακο, είχε προαναγγείλει αύξηση στο 15%.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε στις 20 Φεβρουαρίου ότι ο Νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act – IEEPA) δεν παρείχε στον πρόεδρο την εξουσία να επιβάλλει δασμούς στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Η απόφαση αυτή ανέτρεψε μεγάλο μέρος των εισαγωγικών δασμών, ιδίως τους λεγόμενους αμοιβαίους δασμούς που είχαν τεθεί στο επίκεντρο τον Απρίλιο του 2025. Λίγο μετά την ετυμηγορία του ανώτατου δικαστηρίου, ο πρόεδρος Τραμπ προχώρησε άμεσα στην επιβολή οριζόντιων δασμών 10% μέσω προεδρικής διακήρυξης, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974. Η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει την επιβολή νέων δασμών έως 15% για περίοδο 150 ημερών, με στόχο την αντιμετώπιση «μεγάλων και σοβαρών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο πληρωμών». Για την παράταση των αυξημένων αυτών δασμών πέραν του χρονικού αυτού ορίου, θα απαιτηθεί έγκριση του Κογκρέσου.
Σε ανάρτησή του στις 21 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι, υπό την ιδιότητά του ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, θα προχωρούσε άμεσα στην αύξηση του «παγκόσμιου δασμού 10%» στο «πλήρως επιτρεπόμενο και νομικά δοκιμασμένο» επίπεδο του 15%. Υποστήριξε ότι πολλές από τις χώρες αυτές «εκμεταλλεύονταν» τις ΗΠΑ επί δεκαετίες χωρίς αντίποινα, μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων του. Πρόσθεσε ακόμη ότι, τους επόμενους μήνες, η κυβέρνησή του θα καθόριζε και θα ανακοίνωνε νέους, νομικά επιτρεπτούς δασμούς, οι οποίοι θα συνέχιζαν την «εξαιρετικά επιτυχημένη διαδικασία» του «Making America Great Again».
Ωστόσο, λίγες ώρες πριν από την έναρξη ισχύος του μέτρου, η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων των ΗΠΑ (U.S. Customs and Border Protection) ενημέρωσε με υπόμνημα τους εισαγωγείς ότι ο αρχικός δασμός 10% θα εφαρμοστεί από τις 24 Φεβρουαρίου σε «εισαγόμενα προϊόντα από κάθε χώρα για περίοδο 150 ημερών, εκτός εάν προβλέπεται ρητή εξαίρεση».
Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ δεν έχει εκδώσει νέα επίσημη οδηγία για την αύξηση του δασμού στο 15%, παρά τη σχετική ανάρτησή του.
Στις βασικές εξαιρέσεις από τον παγκόσμιο δασμό περιλαμβάνονται προϊόντα που συμμορφώνονται με τη Συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών–Μεξικού–Καναδά (United States-Mexico-Canada Agreement – USMCA), καθώς και φαρμακευτικά προϊόντα, κρίσιμα ορυκτά και εισαγωγές τροφίμων.
Παράλληλα, άλλα στοιχεία του υφιστάμενου καθεστώτος δασμών παραμένουν σε ισχύ: δασμοί 50% σε αλουμίνιο, προϊόντα χαλκού και χάλυβα, 25% σε αυτοκίνητα και έπιπλα, καθώς και 10% στην ξυλεία.
Η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων επιβεβαίωσε επίσης, με σχετικό δελτίο, ότι οι δασμοί που είχαν επιβληθεί βάσει του IEEPA δεν θα εισπράττονται πλέον μετά τα μεσάνυχτα της 24ης Φεβρουαρίου.
Εν μέσω αυτής της αβεβαιότητας, ο Τραμπ προειδοποίησε στις 23 Φεβρουαρίου ότι χώρες που θα επιλέξουν να υπαναχωρήσουν από εμπορικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν ακόμη υψηλότερες επιβαρύνσεις. Σε νέα ανάρτησή του στο Truth Social ανέφερε ότι οποιαδήποτε χώρα επιχειρήσει να «παίξει παιχνίδια» με τη «γελοία απόφαση» του Ανώτατου Δικαστηρίου, ιδίως χώρες που, κατά την άποψή του, «εκμεταλλεύονταν» τις ΗΠΑ επί χρόνια ή και δεκαετίες, θα βρεθεί αντιμέτωπη με «πολύ υψηλότερους δασμούς και χειρότερους όρους» από εκείνους που μόλις πρόσφατα είχε αποδεχθεί.
Η τοποθέτηση αυτή προηγήθηκε της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αναστείλει τη διαδικασία επικύρωσης των εμπορικών συμφωνιών μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι ο δασμός 15% παραβιάζει διατάξεις της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί το περασμένο καλοκαίρι.
Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες χώρες έχουν γνωστοποιήσει ότι θα εξετάσουν προσεκτικά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου υποστήριξαν ότι οι εταίροι των ΗΠΑ δεν έχουν αποσυρθεί από τις δεσμεύσεις τους. Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος Τζέιμσον Γκρηρ δήλωσε σε συνέντευξή του, στις 22 Φεβρουαρίου, στην εκπομπή «Face the Nation» του CBS, ότι ξένες κυβερνήσεις έχουν επικοινωνήσει με την κυβέρνηση των ΗΠΑ ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου και ότι αναμένουν από τους εταίρους να τηρήσουν τις συμφωνίες τους, επισημαίνοντας πως μέχρι στιγμής δεν έχει ακούσει κανέναν να δηλώνει ότι η συμφωνία ακυρώνεται.
Σύγχυση για τις επιστροφές δασμών
Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναμένουν σαφή εικόνα σχετικά με την πορεία των αιτημάτων τους για επιστροφή δασμών. Μετά την απόφαση του δικαστηρίου, εκτιμάται ότι πολλοί εισαγωγείς θα υποβάλουν σχετικές αιτήσεις, ενώ δεκάδες εταιρείες έχουν ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση από το καλοκαίρι.
Σύμφωνα με εκτίμηση του Penn Wharton Budget Model, το συνολικό ύψος των επιστροφών θα μπορούσε να φτάσει τα 175 δισ. δολάρια.
Αναλυτές της αγοράς προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να δημιουργήσει βραχυπρόθεσμες πιέσεις χρηματοδότησης για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ο επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής μετοχών Τζεφ Μπούχμπάιντερ (Jeff Buchbinder) ανέφερε, σε σημείωμα που απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εφημερίδα The Epoch Times, ότι ακόμη και αν οι επιστροφές πραγματοποιηθούν σταδιακά, δημιουργείται νέα άμεση χρηματοδοτική ανάγκη για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Πρόσθεσε ότι οποιαδήποτε σημαντική έκδοση χρέους για την κάλυψη των σχετικών εκροών θα επικεντρωθεί πιθανότατα στο βραχυπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων, οδηγώντας σε ελαφρά αύξηση της κλίσης της.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης άφησαν να εννοηθεί ότι οι επιστροφές ενδέχεται να καθυστερήσουν λόγω των δικαστικών διαδικασιών, έως ότου τα δικαστήρια παράσχουν σαφή καθοδήγηση. Ο Γκρηρ δήλωσε στις 22 Φεβρουαρίου, σε εμφάνισή του στην εκπομπή «This Week» του ABC, ότι η κυβέρνηση χρειάζεται οδηγίες από το δικαστήριο, καθώς ακυρώθηκαν οι δασμοί χωρίς να δοθεί καμία κατεύθυνση για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα. Εξέφρασε την εκτίμηση ότι θα χρειαστεί να παρέμβει το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου, ομοσπονδιακό δικαστήριο σε επίπεδο περιφέρειας, και να διευκρινίσει τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου τού αν οι ενάγοντες όφειλαν να έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται σαφής δικαστική καθοδήγηση.
Στις 23 Φεβρουαρίου, η Federal Express κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης των ΗΠΑ, ζητώντας «πλήρη επιστροφή» των δασμών που κατέβαλε το προηγούμενο έτος. Σε προσφυγή 11 σελίδων, η εταιρεία ανέφερε ότι οι ενάγοντες ζητούν πλήρη επιστροφή όλων των δασμών βάσει του IEEPA που έχουν καταβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η FedEx προστίθεται σε έναν αυξανόμενο αριθμό επιχειρήσεων που επιδιώκουν να ανακτήσουν τα δισεκατομμύρια που κατέβαλαν σε δασμούς. Τους τελευταίους μήνες, δεκάδες εταιρείες — από τον κολοσσό λιανικής Costco έως την εταιρεία καλλυντικών Revlon — έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, επιδιώκοντας την επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Με τη συμβολή των Victoria Friedman και Jill McLaughlin








