Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών επέβαλε περιορισμούς χορήγησης βίζας σε πέντε Ευρωπαίους αξιωματούχους και ακτιβιστές, μεταξύ των οποίων και σε έναν πρώην επίτροπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατηγορώντας τους ότι συντόνισαν προσπάθειες για πίεση σε αμερικανικές τεχνολογικές πλατφόρμες, με σκοπό τη λογοκρισία των Αμερικανών.
Τη σχετική ανακοίνωση έκανε ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στις 23 Δεκεμβρίου, προκαλώντας άμεση καταδίκη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Γαλλία και τη Γερμανία και επιτείνοντας τις εντάσεις στις διατλαντικές σχέσεις για τη ρύθμιση του διαδικτύου και την ελευθερία έκφρασης.
Η ανακοίνωση των ταξιδιωτικών περιορισμών έρχεται εν μέσω της αντίθεσης των ΗΠΑ στον Ευρωπαϊκό Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA). Η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομοθεσία, την οποία οι αξιωματούχοι της ΕΕ χαρακτηρίζουν εργαλείο αντιμετώπισης της ρητορικής μίσους, της παραπληροφόρησης και της διασποράς ψευδών ειδήσεων, επικρίνεται από την Ουάσιγκτον και άλλους, υποστηρίζοντας ότι καταπνίγει την ελευθερία του λόγου και επιβαρύνει τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.
Σε σχόλιό του για τις απαγορεύσεις εισόδου, ο Ρούμπιο ανέφερε: «Τα άτομα που στοχοποιήθηκαν ηγήθηκαν συντεταγμένων προσπαθειών να εξαναγκάσουν αμερικανικές πλατφόρμες να λογοκρίνουν, να στερούν έσοδα και να καταπνίγουν αμερικανικές απόψεις που δεν συμφωνούν μαζί τους». Κατηγόρησε μάλιστα «ριζοσπαστικές» οργανώσεις και ΜΚΟ ότι έχουν εξαπολύσει εκστρατείες λογοκρισίας με στόχο Αμερικανούς ομιλητές και αμερικανικές εταιρείες, προειδοποιώντας ότι οι ενέργειές τους θα μπορούσαν να επιφέρουν «σοβαρές αρνητικές συνέπειες» για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Πρόσθεσε ακόμη: «Η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ με επίκεντρο την Αμερική απορρίπτει οποιαδήποτε παραβίαση της αμερικανικής κυριαρχίας», υπενθυμίζοντας ότι τα συγκεκριμένα άτομα ενδέχεται να απελαθούν εάν εντοπιστούν στις ΗΠΑ. «Η εξωεδαφική υπέρβαση της αρμοδιότητας από ξένους λογοκριτές που στοχεύουν την αμερικανική ελευθερία λόγου δεν αποτελεί εξαίρεση».
Ο Ρούμπιο τόνισε επιπλέον: «Το Υπουργείο Εξωτερικών είναι έτοιμο να επεκτείνει τη σημερινή λίστα, εφόσον άλλα ξένα πρόσωπα δεν αναθεωρήσουν τη στάση τους».
Χωρίς να κατονομάσει τους στοχοποιημένους, η υφυπουργός Δημόσιας Διπλωματίας Σάρα Ρότζερς αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα πρόσωπα, με εξέχουσα περίπτωση τον Τιερί Μπρετόν, πρώην υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας και επίτροπο Εσωτερικής Αγοράς της ΕΕ (2019-2024), ο οποίος θεωρείται βασικός αρχιτέκτονας του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου για την ψηφιακή οικονομία.
Η Ρότζερς κατέγραψε τον Μπρετόν ως «ενορχηστρωτή» του DSA, κατηγορώντας τον ότι απείλησε στελέχη αμερικανικών κολοσσών τεχνολογίας, ανάμεσά τους και τον Έλον Μασκ, με αφορμή διαφωνίες ως προς τον έλεγχο περιεχομένου στην πλατφόρμα X. Μπρετόν και Μασκ έχουν ανταλλάξει αρκετά δημόσια «πυρά» περί των ευρωπαϊκών κανόνων ψηφιακής τεχνολογίας, με τον Μασκ να έχει αποκαλέσει τον Μπρετόν «τύραννο της Ευρώπης».
Απαντώντας στην απαγόρευση εισόδου, ο Μπρετόν υπερασπίστηκε το DSA, γράφοντας στην πλατφόρμα X: «Επιστρέφει το κυνήγι μαγισσών του Μακάρθι; Για υπενθύμιση, το 90% του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δηλαδή το δημοκρατικά εκλεγμένο μας σώμα, και τα 27 κράτη-μέλη ενέκριναν ομόφωνα το DSA. Προς τους Αμερικανούς φίλους μας: η λογοκρισία δεν βρίσκεται εκεί που νομίζετε».
Οι υπόλοιποι στους οποίους επιβλήθηκε απαγόρευση εισόδου είναι ο Ιμράν Άχμεντ, διευθύνων σύμβουλος του αμερικανικού Center for Countering Digital Hate, η Αναλένα φον Χόντενμπουργκ και η Τζοζεφίν Μπάλον της γερμανικής ΜΚΟ HateAid, καθώς και η Κλερ Μέλφορντ, συνιδρύτρια του Global Disinformation Index.
Η Ρότζερς κατηγόρησε τη Μέλφορντ και άλλους πως χαρακτηρίζουν αυθαίρετα διαδικτυακό λόγο ως «μίσος» ή «παραπληροφόρηση» και προωθούν μαύρες λίστες και διακοπή εσόδων για αμερικανικά ΜΜΕ με τη χρήση δημόσιων πόρων. Η ίδια η Μέλφορντ έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι στόχος του GDI είναι να υπονομεύσει το «οικονομικό μοντέλο» επιβλαβούς περιεχομένου διευκολύνοντας τους διαφημιζόμενους να μην το χρηματοδοτούν.
Εκπρόσωπος του GDI χαρακτήρισε τις ταξιδιωτικές απαγορεύσεις «ανήθικες, παράνομες και αντιαμερικανικές», κάνοντας λόγο για «αυταρχική επίθεση στην ελευθερία του λόγου και ευθεία κυβερνητική λογοκρισία».
Το γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης εξέφρασε στήριξη στις δύο ακτιβίστριες, τονίζοντας πως οι απαγορεύσεις εισόδου είναι «απαράδεκτες» και ότι η HateAid στηρίζει θύματα διαδικτυακής ρητορικής μίσους. Η γερμανική κυβέρνηση υπογράμμισε: «Όποιος αποκαλεί αυτό λογοκρισία, διαστρεβλώνει το συνταγματικό μας πλαίσιο. Τους κανόνες για τη ζωή στον ψηφιακό χώρο στη Γερμανία και την Ευρώπη δεν τους αποφασίζουν άλλοι, αλλά εμείς».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταδίκασε τα ταξιδιωτικά μέτρα και υπερασπίστηκε το DSA, σημειώνοντας ότι έχει ζητήσει από την Ουάσιγκτον διευκρινίσεις για τις ενέργειες αυτές. Επέμεινε πως η ΕΕ έχει το κυρίαρχο δικαίωμα να ρυθμίζει την οικονομική δραστηριότητα εντός των συνόρων της, διαμηνύοντας: «Οι ψηφιακοί μας κανόνες διασφαλίζουν ένα πλαίσιο ασφάλειας, δικαιοσύνης και ίσων ευκαιριών για όλες τις εταιρείες, εφαρμόζονται δίκαια και χωρίς διακρίσεις».
Προειδοποίησε μάλιστα: «Εάν χρειαστεί, θα αντιδράσουμε άμεσα και αποφασιστικά για να υπερασπιστούμε την κανονιστική μας αυτονομία απέναντι σε αδικαιολόγητα μέτρα».
Τέλος, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, χαρακτήρισε τις ταξιδιωτικές απαγορεύσεις ως «εκφοβισμό και εξαναγκασμό με σκοπό την υπονόμευση της ευρωπαϊκής ψηφιακής κυριαρχίας».








