Σε επίπεδα-ρεκόρ ανήλθαν το 2025 οι παγκόσμιες δαπάνες για τα πυρηνικά οπλοστάσια, σε μια περίοδο κατά την οποία ο διεθνής έλεγχος των εξοπλισμών αποδυναμώνεται και οι μεγάλες δυνάμεις επενδύουν σε μακροχρόνια προγράμματα εκσυγχρονισμού. Σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Εκστρατείας για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων [International Campaign to Abolish Nuclear Weapons – ICAN], οι εννέα χώρες που διαθέτουν πυρηνικά όπλα δαπάνησαν συνολικά 118,8 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025 — ποσό που στρογγυλοποιείται στα 119 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η αύξηση σε σχέση με το 2024 ανήλθε σε 16,8 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 19%. Με βάση τους υπολογισμούς της ICAN, το ποσό αντιστοιχεί σε 3.768 δολάρια ανά δευτερόλεπτο ή περίπου 226.000 δολάρια ανά λεπτό για πυρηνικά όπλα. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από τότε που η οργάνωση άρχισε να καταγράφει συστηματικά τις σχετικές δαπάνες, το 2020.
Οι χώρες που περιλαμβάνονται στην έκθεση είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ισραήλ και η Βόρεια Κορέα. Η διατύπωση «χώρες που διαθέτουν πυρηνικά όπλα» είναι ακριβέστερη από τον όρο «αναγνωρισμένες πυρηνικές δυνάμεις», καθώς μόνο πέντε από αυτές — ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βρετανία και Γαλλία — είναι πυρηνικά κράτη κατά την έννοια της Συνθήκης Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων. Η Ινδία, το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα βρίσκονται εκτός αυτού του πλαισίου, ενώ το Ισραήλ ακολουθεί επί δεκαετίες πολιτική αμφισημίας ως προς το πυρηνικό του οπλοστάσιο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην κορυφή
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν με μεγάλη διαφορά ο μεγαλύτερος χρηματοδότης πυρηνικών εξοπλισμών. Η ICAN εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον δαπάνησε 69,2 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, ποσό υψηλότερο από το άθροισμα όλων των υπόλοιπων πυρηνικά εξοπλισμένων χωρών. Η αύξηση των αμερικανικών δαπανών έφθασε τα 12,4 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε έναν χρόνο, ή 22%.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Κίνα, με εκτιμώμενες δαπάνες 13,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων και αύξηση 7%. Το Ηνωμένο Βασίλειο πέρασε στην τρίτη θέση, με 12,6 δισεκατομμύρια δολάρια και αύξηση 17%, ξεπερνώντας τη Ρωσία, η οποία εκτιμάται ότι δαπάνησε 9,5 δισεκατομμύρια δολάρια, αυξημένα κατά 6%.
Ακολουθούν η Γαλλία με 7,7 δισεκατομμύρια δολάρια, η Ινδία με 2,8 δισεκατομμύρια, το Πακιστάν με 1,5 δισεκατομμύρια, το Ισραήλ με 1,2 δισεκατομμύρια και η Βόρεια Κορέα με 656 εκατομμύρια δολάρια. Η ICAN επισημαίνει ότι οι αριθμοί βασίζονται σε διαθέσιμα δημόσια και επίσημα στοιχεία, όπου αυτά υπάρχουν, καθώς η διαφάνεια γύρω από τα πυρηνικά προγράμματα παραμένει περιορισμένη.
Η άνοδος δεν αφορά μόνο την αγορά ή συντήρηση όπλων, αλλά ένα πολύ ευρύτερο σύστημα έρευνας, ανάπτυξης, εκσυγχρονισμού, υποδομών, συστημάτων διοίκησης και ελέγχου, φορέων εκτόξευσης, υποβρυχίων, βομβαρδιστικών, πυραύλων και βιομηχανικών συμβάσεων. Με άλλα λόγια, οι δαπάνες δεν αποτυπώνουν απλώς τη διατήρηση υπαρχόντων οπλοστασίων, αλλά την προετοιμασία τους για χρήση σε βάθος δεκαετιών.
Ένα οπλοστάσιο με ορίζοντα δεκαετιών
Το κεντρικό συμπέρασμα της έκθεσης δεν είναι μόνο ότι οι δαπάνες αυξήθηκαν απότομα το 2025. Είναι ότι οι εξοπλισμένες με πυρηνικά χώρες φαίνεται να ενσωματώνουν τα πυρηνικά όπλα στον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό τους. Η ICAN σημειώνει ότι όλα τα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν συστήματα που αναμένεται να παραμείνουν επιχειρησιακά τουλάχιστον έως το 2050, ενώ ορισμένα προγράμματα έχουν ορίζοντα που φθάνει έως το τέλος του αιώνα ή και πέρα από αυτό.
Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του 2025 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προσωρινή αντίδραση σε μία συγκεκριμένη κρίση. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια γενικότερη αναδιάταξη της διεθνούς ασφάλειας, όπου τα πυρηνικά όπλα επανέρχονται στο επίκεντρο του στρατιωτικού δόγματος. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο την αποτροπή, όπως την αντιλαμβάνονταν οι μεγάλες δυνάμεις κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά και την τεχνολογική αναβάθμιση των συστημάτων, τη μείωση του χρόνου λήψης αποφάσεων και μεγαλύτερη ασάφεια γύρω από τις δυνατότητες και τις προθέσεις κάθε χώρας.
Στην ετήσια αξιολόγησή του για το 2026, το Σουηδικό Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) καταγράφει παρόμοια εικόνα. Σύμφωνα με το SIPRI, οι εννέα χώρες που διαθέτουν πυρηνικά όπλα συνέχισαν το 2025 προγράμματα εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης των οπλοστασίων τους, ενώ οι περισσότερες ανέπτυξαν νέα πυρηνικά ή δυνητικά πυρηνικά συστήματα.
Τον Ιανουάριο του 2026, το συνολικό παγκόσμιο απόθεμα πυρηνικών κεφαλών εκτιμήθηκε στις 12.187. Από αυτές, περίπου 9.745 βρίσκονταν σε στρατιωτικά αποθέματα για πιθανή χρήση, ενώ περίπου 4.012 ήταν αναπτυγμένες σε πυραύλους ή αεροσκάφη. Μεταξύ 2.100 και 2.200 αναπτυγμένων κεφαλών εκτιμάται ότι βρίσκονταν σε υψηλή επιχειρησιακή ετοιμότητα πάνω σε βαλλιστικούς πυραύλους.
Τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν έναν κόσμο που απομακρύνεται σταδιακά από τα πυρηνικά όπλα. Δείχνουν, αντιθέτως, έναν κόσμο στον οποίο η μείωση παλαιών αποθεμάτων δεν επαρκεί πλέον για να αντισταθμίσει την ανάπτυξη και την αναβάθμιση νέων δυνατοτήτων.
Η Κίνα, η Ρωσία και η αποδυνάμωση του ελέγχου εξοπλισμών
Το SIPRI επισημαίνει ότι η Κίνα επεκτείνει το πυρηνικό της οπλοστάσιο ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Για τον Ιανουάριο του 2026, το κινεζικό απόθεμα εκτιμάται σε περίπου 620 πυρηνικές κεφαλές. Η ανάπτυξη νέων σιλό πυραύλων και η παρουσίαση νέων συστημάτων ενισχύουν την εικόνα μιας χώρας που επιδιώκει να αυξήσει σημαντικά την πυρηνική της βαρύτητα.
Την ίδια ώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία εξακολουθούν να κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα των διαθέσιμων πυρηνικών κεφαλών. Το SIPRI εκτιμά ότι μαζί διαθέτουν περίπου το 83% των πυρηνικών κεφαλών που βρίσκονται σε στρατιωτικά αποθέματα για πιθανή χρήση. Ωστόσο, το σχετικό τους μερίδιο μειώνεται σταδιακά, ενώ άλλα οπλοστάσια — ιδίως της Κίνας — αυξάνονται.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο λόγω της αποδυνάμωσης των διεθνών μηχανισμών ελέγχου. Η λήξη της συνθήκης New START τον Φεβρουάριο του 2026, η οποία αποτελούσε το τελευταίο μεγάλο διμερές πλαίσιο περιορισμού στρατηγικών πυρηνικών όπλων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, έχει αυξήσει την αβεβαιότητα για το μέλλον των στρατηγικών οπλοστασίων των δύο χωρών.
Παράλληλα, η Διάσκεψη Αναθεώρησης της Συνθήκης Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων το 2026 ολοκληρώθηκε χωρίς τελικό κοινό κείμενο, για τρίτη συνεχόμενη φορά, σύμφωνα με το SIPRI. Αυτή η αδυναμία συναίνεσης αποτυπώνει τη δυσκολία του διεθνούς συστήματος να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στη μη διάδοση και τη δέσμευση των πυρηνικών κρατών για αφοπλισμό.
Το βιομηχανικό σκέλος της πυρηνικής κούρσας
Η έκθεση της ICAN δεν περιορίζεται στις κρατικές δαπάνες. Καταγράφει και τον ρόλο της αμυντικής βιομηχανίας, η οποία επωφελείται από τα προγράμματα εκσυγχρονισμού. Το 2025, τουλάχιστον είκοσι πέντε εταιρείες που εργάζονται στην ανάπτυξη και συντήρηση πυρηνικών όπλων είχαν σημαντικές συμβάσεις. Οι εταιρείες αυτές απέφεραν τουλάχιστον 38 δισεκατομμύρια δολάρια από δραστηριότητες σχετικές με πυρηνικά όπλα μέσα στο έτος, ενώ διατηρούσαν ανεκτέλεστες συμβάσεις αξίας τουλάχιστον 394 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η ICAN αναφέρει επίσης ότι το 2025 ανατέθηκαν νέες συμβάσεις αξίας περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εταιρείες που εμπλέκονται στον πυρηνικό εξοπλισμό. Παράλληλα, εταιρείες που περιλαμβάνονται στην έκθεση κατέβαλαν πάνω από 138 εκατομμύρια δολάρια σε λομπίστες στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ πραγματοποίησαν 226 συναντήσεις με υψηλόβαθμους Βρετανούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και τέσσερις με το γραφείο του πρωθυπουργού.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνει ότι η πυρηνική κούρσα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό ή στρατιωτικό φαινόμενο. Διαμορφώνεται και ως οικονομικό οικοσύστημα, στο οποίο κρατικές αποφάσεις, βιομηχανικές συμβάσεις, τεχνολογική ανάπτυξη και πολιτική επιρροή αλληλοτροφοδοτούνται.
Το κόστος ευκαιρίας
Η ICAN υπολογίζει ότι την πενταετία 2021-2025 οι εννέα χώρες δαπάνησαν συνολικά 471 δισεκατομμύρια δολάρια για τα πυρηνικά τους οπλοστάσια. Η σύγκριση με άλλες διεθνείς ανάγκες είναι αναπόφευκτη, αν και πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς οι κρατικοί προϋπολογισμοί δεν μεταφέρονται μηχανικά από έναν τομέα σε έναν άλλο.
Παρόλα αυτά, το μέγεθος του ποσού φωτίζει το κόστος ευκαιρίας. Την ώρα που διεθνείς οργανισμοί, ανθρωπιστικά προγράμματα, προγράμματα επισιτιστικής ασφάλειας, ενεργειακής μετάβασης και κλιματικής προσαρμογής αντιμετωπίζουν χρηματοδοτικά κενά, οι πυρηνικές δαπάνες αυξάνονται με διψήφιο ρυθμό. Η ICAN συνδέει το ζήτημα αυτό με μια ευρύτερη πολιτική επιλογή: την ενίσχυση της στρατηγικής αποτροπής εις βάρος άλλων μορφών ανθρώπινης ασφάλειας.
Απέναντι σε αυτή την τάση βρίσκεται η Συνθήκη για την Απαγόρευση των Πυρηνικών Όπλων (Treaty on the Prohibition of Nuclear Weapons – TPNW), η οποία υιοθετήθηκε το 2017 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Ιανουαρίου 2021. Σύμφωνα με την Arms Control Association, 99 κράτη είχαν υπογράψει, επικυρώσει ή προσχωρήσει στη Συνθήκη έως τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ κανένα πυρηνικά εξοπλισμένο κράτος δεν είχε γίνει μέλος.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνει το χάσμα ανάμεσα στη διεθνή πλειοψηφία που ζητά την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων και στα κράτη που θεωρούν ότι τα πυρηνικά εξακολουθούν να αποτελούν αναγκαίο εργαλείο εθνικής ασφάλειας. Η αντίφαση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής πυρηνικής συζήτησης.








