Τετάρτη, 07 Ιαν, 2026
Ο συλληφθείς Νικολάς Μαδούρο μεταφέρεται με τεθωρακισμένο όχημα στους δρόμους του Μανχάτταν. Νέα Υόρκη, ΗΠΑ, 3 Ιανουαρίου 2026. (Ryan Murphy/Getty Images)

Σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο: Το νέο δόγμα των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα

Μια αναλυτική ματιά στα αίτια της αμερικανικής παρέμβασης, στην επιρροή Ιράν, Κούβας και Ρωσίας στο καθεστώς Μαδούρο, και στις επιπτώσεις για τη Λατινική Αμερική και τις διεθνείς ισορροπίες.

Ο πρόσφατος αμερικανικός επιχειρησιακός αιφνιδιασμός που οδήγησε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Λατινική Αμερική. Πρόκειται για την πιο ηχηρή εφαρμογή του νέου δόγματος ασφαλείας της Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το οποίο το δυτικό ημισφαίριο θεωρείται ζωτικός χώρος των ΗΠΑ και δεν θα γίνεται ανεκτή καμία εξωτερική παρέμβαση. Ο Μαδούρο — ένας ηγέτης που κυβέρνησε τη Βενεζουέλα με αυταρχισμό και κατηγορείται για εγκληματικές πρακτικές — βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής κίνησης. Οι ΗΠΑ θεώρησαν την απομάκρυνσή του απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση της περιοχής, καθώς το καθεστώς του είχε εξελιχθεί σε εστία αποσταθεροποίησης με διεθνείς διασυνδέσεις εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων.

Αίτια της αμερικανικής επέμβασης: Τα βαθύτερα αίτια πίσω από αυτήν την απόφαση εντοπίζονται στο γεγονός ότι η Βενεζουέλα του Μαδούρο είχε μετατραπεί σε «αντιαμερικανικό κόμβο στην αμερικανική αυλή». Η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα διαπιστωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως — περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια ή το 20% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Το καθεστώς Μαδούρο αξιοποίησε αυτόν τον πλούτο με τρόπο ανησυχητικό για τις ΗΠΑ, συνάπτοντας συμφωνίες με την Κίνα για πώληση πετρελαίου σε κινεζικό νόμισμα (γουάν), παρακάμπτοντας το δολάριο και τις αμερικανικές κυρώσεις. Με άλλα λόγια, η Βενεζουέλα επιχειρούσε να υπονομεύσει το καθεστώς του ‘πετροδολαρίου’, κάτι που η Ουάσιγκτον θεωρεί ‘κόκκινη γραμμή’ για την εθνική της ισχύ. Η επιλογή του Μαδούρο να πουλάει φτηνό πετρέλαιο στην Κίνα πληρωμένο σε γουάν — συνδυασμός που ωφελούσε διπλά το Πεκίνο — θεωρήθηκε θανάσιμο στρατηγικό σφάλμα από πλευράς Καράκας.

Παράλληλα, το καθεστώς Μαδούρο κατηγορείται για ευρεία εμπλοκή σε παράνομες δραστηριότητες. Στενοί συνεργάτες του φέρονται να διευκόλυναν το διακρατικό εμπόριο ναρκωτικών (έχει περιγραφεί και ως Cartel de los Soles), διοχετεύοντας κοκαΐνη προς τις ΗΠΑ. Οι αμερικανικές υπηρεσίες καταγγέλλουν ότι μέσω Βενεζουέλας οργανώσεις όπως η λιβανέζικη Χεζμπολάχ χρηματοδοτούσαν το οπλοστάσιό τους από τα έσοδα του ναρκο-εμπορίου. Επιπλέον, η κυβέρνηση Μαδούρο, για να αντέξει την οικονομική ασφυξία, φέρεται να συμμετείχε σε λαθρεμπόριο χρυσού: μεγάλες ποσότητες βενεζουελανικού χρυσού εξάγονταν κρυφά μέσω της Τουρκίας, με τουρκικές εταιρείες να εμπλέκονται στο ξέπλυμα και τη διακίνησή του. Αυτό το πλέγμα «εγκληματικής οικονομίας» ενίσχυε το καθεστώς και παράλληλα υπέσκαπτε την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής αλλά και των ΗΠΑ, καθώς τροφοδοτούσε οργανωμένα εγκλήματα και χρηματοδοτούσε αντι-δυτικές ένοπλες ομάδες.

Στο εσωτερικό, ο Νικολάς Μαδούρο είχε χάσει κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση. Μετά το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2018, πολλές δημοκρατικές χώρες (περιλαμβανομένων των ΗΠΑ και ευρωπαϊκών κρατών) δεν τον αναγνώριζαν ως νόμιμο πρόεδρο. Ο Μαδούρο κυβέρνησε με σιδηρά πυγμή: φίμωσε την αντιπολίτευση, φυλάκισε αντιφρονούντες και παρέμεινε στην εξουσία με τη στήριξη του στρατού και ενός στενού κύκλου πιστών αξιωματούχων. Η πολιτική κρίση οξύνθηκε όταν ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης Χουάν Γκουαϊδό αναγνωρίστηκε το 2019 από δεκάδες χώρες ως μεταβατικός πρόεδρος, χωρίς όμως αποτέλεσμα στην πράξη. Την ίδια στιγμή, η οικονομία της Βενεζουέλας κατέρρευσε και προκλήθηκε ανθρωπιστική κρίση: εκατομμύρια πολίτες εγκατέλειψαν τη χώρα ως πρόσφυγες, αποσταθεροποιώντας κοινωνικά και οικονομικά τα γειτονικά κράτη. Όλα αυτά τα στοιχεία ενίσχυσαν την πεποίθηση στην Ουάσιγκτον ότι το καθεστώς Μαδούρο δεν ήταν ένα εσωτερικό ζήτημα της Βενεζουέλας, αλλά μια πηγή περιφερειακής αστάθειας που απαιτούσε δραστική αντιμετώπιση.

Η επιρροή του Ιράν, της Κούβας και της Ρωσίας στο καθεστώς: Μια κρίσιμη πτυχή του ζητήματος είναι ο ρόλος που διαδραμάτισαν τρίτες χώρες στη διαιώνιση και την προστασία του καθεστώτος Μαδούρο. Η Κούβα υπήρξε ιστορικά ο πιο στενός σύμμαχος του καθεστώτος στη Λατινική Αμερική. Χιλιάδες Κουβανοί σύμβουλοι ασφαλείας, στρατιωτικοί εκπαιδευτές και γιατροί ήταν επί χρόνια στη Βενεζουέλα, βοηθώντας τον Μαδούρο να διατηρήσει τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Η Αβάνα παρείχε στον Μαδούρο πολύτιμη τεχνογνωσία σε θέματα καταστολής και αντικατασκοπείας, ανταλλάσσοντας τις υπηρεσίες αυτές με φθηνό πετρέλαιο. Αυτός ο στενός εναγκαλισμός Κούβας–Βενεζουέλας ενοχλούσε ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, καθώς έβλεπαν έναν παραδοσιακό αντίπαλο (την Κούβα) να επεκτείνει την επιρροή του στην ήπειρο. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά τη σύλληψη Μαδούρο, ο Αμερικανός ηγέτης έστειλε αυστηρό μήνυμα και προς την Κούβα: η Ουάσιγκτον δεν θα ανεχτεί τη συνέχιση υπονόμευσης εκ μέρους της στην περιοχή.

Το Ιράν επίσης αναδείχθηκε σε σημαντικό εξωτερικό στήριγμα του Μαδούρο. Τα τελευταία χρόνια η Τεχεράνη σύσφιξε τις σχέσεις της με το Καράκας, βλέποντας στη Βενεζουέλα έναν σύμμαχο κατά των αμερικανικών πιέσεων. Ιρανικές εταιρείες βοήθησαν τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας να αντέξει τις κυρώσεις, παρέχοντας τεχνογνωσία και υλικά για τα διυλιστήρια. Επιπλέον, η παρουσία της Χεζμπολάχ — λιβανέζικης σιιτικής οργάνωσης που υποστηρίζεται από το Ιράν — στη Βενεζουέλα έχει τεκμηριωθεί από αναφορές των δυτικών υπηρεσιών. Η Χεζμπολάχ αξιοποίησε τη λατινοαμερικανική διαδρομή ναρκωτικών για να αντλεί έσοδα, συνεργαζόμενη με βενεζουελάνικα κυκλώματα υπό την ανοχή ή και συνέργεια καθεστωτικών παραγόντων. Έτσι, το καθεστώς Μαδούρο έγινε μέρος ενός ευρύτερου «άξονα» με το Ιράν, προσφέροντας στην Τεχεράνη ένα προκεχωρημένο φυλάκιο στην αμερικανική ήπειρο. Αυτό θεωρήθηκε μείζων απειλή από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ιδίως καθώς το νέο δόγμα εθνικής ασφάλειας τονίζει ρητά ότι δεν θα επιτραπεί σε εχθρικές δυνάμεις (όπως το Ιράν ή η Κίνα) να διεισδύουν στη Λατινική Αμερική και να υπονομεύουν την αμερικανική ασφάλεια.

Όσον αφορά τη Ρωσία, η επιρροή της υπήρξε περισσότερο γεωπολιτική και συμβολική. Η Μόσχα στήριξε διπλωματικά τον Μαδούρο στα διεθνή φόρουμ (λόγου χάρη ασκώντας βέτο σε αποφάσεις του ΟΗΕ εναντίον του) και παρείχε κάποια οικονομική βοήθεια μέσω δανείων και επενδύσεων (κυρίως από τη ρωσική πετρελαϊκή Rosneft). Επίσης, Ρώσοι στρατιωτικοί σύμβουλοι και περιορισμένος εξοπλισμός είχαν σταλεί στη Βενεζουέλα ως ένδειξη αλληλεγγύης. Ωστόσο, όταν οι ΗΠΑ κλιμάκωσαν την πίεση, η στάση της Ρωσίας ήταν συγκρατημένη. Μετά τη σύλληψη Μαδούρο, η Μόσχα περιορίστηκε σε μια τυπική καταδικαστική δήλωση — χωρίς περαιτέρω ενέργειες — γεγονός που αναλύθηκε ως σιωπηρή αποδοχή του δυτικού ημισφαιρίου ως τομέα που ανήκει στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές δεν απέκλεισαν την ύπαρξη παρασκηνιακής συνεννόησης ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα: ενδέχεται η Ρωσία να ‘θυσίασε’ τον Μαδούρο, θεωρώντας τον σχετικά ασήμαντο για τα στρατηγικά της συμφέροντα, ώστε να αποφύγει μια ευθεία σύγκρουση με τις ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική.

Πέρα από τις χώρες που συζητήθηκαν, αξίζει να σημειωθεί και ο ρόλος της Κίνας στο βενεζουελάνικο δράμα. Το Πεκίνο ήταν ίσως ο μεγαλύτερος οικονομικός υποστηρικτής του Μαδούρο, έχοντας επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στη Βενεζουέλα μέσω δανείων που αποπληρώνονταν με πετρέλαιο. Η προθυμία του Μαδούρο να στραφεί στην Κίνα για να παρακάμψει τη δυτική πίεση (με αποκορύφωμα τις πετρελαϊκές συναλλαγές σε γουάν) κατέστησε τη Βενεζουέλα προγεφύρωμα κινεζικής επιρροής στο κατώφλι των ΗΠΑ. Η αμερικανική πλευρά αντιμετώπισε αυτή την εξέλιξη ως εξαιρετικά ανησυχητική: θεωρήθηκε ότι η Κίνα, το Ιράν, η Ρωσία και άλλοι προσπαθούσαν να αποκτήσουν ένα στρατηγικό πάτημα στην αμερικανική ήπειρο μέσω του καθεστώτος Μαδούρο, δημιουργώντας έναν συνασπισμό αντίπαλων δυνάμεων που απειλούσε ευθέως τα συμφέροντα και την ασφάλειά της. Το συμπέρασμα στην Ουάσιγκτον ήταν ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να μείνει χωρίς απάντηση.

Μια νέα εκδοχή του Δόγματος Μονρό και το μήνυμα των ΗΠΑ: Οι παραπάνω λόγοι εξηγούν γιατί η κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, επέλεξε μια τόσο δραστική λύση όπως η απευθείας σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους (κάτι που είχε να συμβεί από την εποχή της σύλληψης του δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγα στον Παναμά, το 1989). Πράγματι, περίπου έναν μήνα πριν τα γεγονότα στη Βενεζουέλα δημοσιοποιήθηκε από την Ουάσιγκτον η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, η οποία προέβλεπε ξεκάθαρα την επιστροφή στις αρχές του Δόγματος Μονρό στη Λατινική Αμερική. Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ διακήρυξαν ότι δεν θα επιτρέψουν πλέον σε καμία εξωηπειρωτική δύναμη να παρεμβαίνει στην ‘πίσω αυλή’ τους. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, αμέσως μετά την επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο, δήλωσε σε θριαμβευτικό τόνο ότι «ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο μάς ανήκει», ξεκαθαρίζοντας πως κανείς δεν μπορεί να αναμειγνύεται χωρίς συνέπειες. Δεν δίστασε μάλιστα να κάνει λογοπαίγνιο με το όνομά του και εκείνο του 5ου Αμερικανού προέδρου Τζέημς Μονρό, υπονοώντας ότι εγκαινιάζει ένα ακόμα πιο αυστηρό δόγμα προστασίας της αμερικανικής ηπείρου.

Το μήνυμα αυτό είχε αποδέκτες εντός και εκτός Βενεζουέλας. Στο εσωτερικό της χώρας, έγινε σαφές στους υπόλοιπους αξιωματούχους του καθεστώτος ότι καμία εγκληματική δραστηριότητα ή συνεργασία με ξένες δυνάμεις δεν θα διασφαλίσει την ασυλία τους. Ήδη η επομένη της σύλληψης βρήκε την Βενεζουέλα σε κατάσταση ρευστότητας, με την αντιπολίτευση να προσπαθεί να γεμίσει το κενό εξουσίας και τον στρατό να δίνει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εμπλακεί σε νέες περιπέτειες. Για την ευρύτερη περιοχή της Λατινικής Αμερικής, το προηγούμενο που δημιουργήθηκε είναι ισχυρό: οι ΗΠΑ δείχνουν αποφασισμένες να επέμβουν ξανά, αν χρειαστεί, ώστε να αποτρέψουν ανάλογες εστίες αστάθειας. Η Ουάσιγκτον προειδοποίησε ευθέως χώρες όπως η Κούβα, το Μεξικό και η Κολομβία να λάβουν το μήνυμα και να ανακόψουν δραστηριότητες (καρτέλ ναρκωτικών, συνεργασία με αντιδυτικές δυνάμεις) που θεωρούνται επικίνδυνες. Αναλυτές επισημαίνουν ότι ενδέχεται να υπάρξει συνέχεια: ενδεχομένως μέσω πολιτικής πίεσης ή άλλων επιχειρήσεων σε κράτη όπου διαπιστώνεται παρόμοιο μοτίβο ξένης επιρροής που υπονομεύει την αμερικανική ασφάλεια. Με άλλα λόγια, οι εξελίξεις αυτές επαναχαράσσουν τις κόκκινες γραμμές στην αμερικανική ήπειρο.

Διεθνείς αντιδράσεις και επιπτώσεις: Η τολμηρή αμερικανική κίνηση στη Βενεζουέλα δεν άφησε αδιάφορη τη διεθνή κοινότητα — αντίθετα, λειτούργησε ως καταλύτης για τον ανακαθορισμό συμμαχιών και αντιπαλοτήτων. Χώρες που είχαν επενδύσει στο καθεστώς Μαδούρο εξοργίστηκαν: η Τουρκία, για παράδειγμα, εξέδωσε οξύτατη ανακοίνωση διαμαρτυρίας, καθώς είδε να χάνεται η συνεργασία της με τον Μαδούρο (τόσο στο εμπόριο χρυσού όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο). Το Ιράν επίσης καταδίκασε έντονα την αμερικανική επέμβαση, αντιλαμβανόμενο ότι χάνει έναν σύμμαχο και ότι οι ΗΠΑ στέλνουν μήνυμα και προς τη δική του κυβέρνηση. Η Κίνα εμφανίστηκε πανικόβλητη από τις εξελίξεις: το Πεκίνο, πέρα από το στρατηγικό πλήγμα απώλειας επιρροής, χάνει και την πρόσβαση στο φθηνό βενεζουελανικό πετρέλαιο που τροφοδοτούσε την οικονομία του. Αντίθετα, περιφερειακές δυνάμεις που τάσσονται παραδοσιακά με τις ΗΠΑ — όπως, η Βραζιλία και η γειτονική Κολομβία — εξέφρασαν ανακούφιση, ελπίζοντας ότι η αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα θα περιορίσει την εγκληματικότητα και τις μεταναστευτικές ροές που επιβάρυναν και τις ίδιες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Ευρώπης. Αρχικά, σημειώθηκε μια διπλωματική αμηχανία: ο Βρετανός πρωθυπουργός και ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών επέκριναν ανοιχτά την αμερικανική ενέργεια, κάνοντας λόγο για παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Ωστόσο, μέσα σε λίγες ώρες, οι τόνοι άλλαξαν. Μετά από έντονες διαβουλεύσεις και τηλεφωνήματα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το Λονδίνο ανασκεύασε πλήρως — ο Βρετανός ηγέτης δήλωσε ότι η χώρα του «ποτέ δεν θεωρούσε τον Μαδούρο νόμιμο πρόεδρο» και πως «δεν πρόκειται να χύσει δάκρυα» για την απομάκρυνσή του. Ομοίως αναδιπλώθηκε και το Παρίσι : ο ίδιος ο πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν φρόντισε να μαζέψει την αρχική αντίδραση του υπουργού του, ξεκαθαρίζοντας ότι η Γαλλία ουδέποτε στήριξε τον Μαδούρο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά κινήθηκε σε προσεκτικούς τόνους, καλώντας σε ηρεμία και πολιτική λύση, αλλά χωρίς να καταδικάσει ευθέως τις ΗΠΑ. Εν τέλει, σχεδόν κανείς στη Δύση δεν υπερασπίστηκε ανοιχτά τον Μαδούρο, δεδομένης και της αμφιλεγόμενης φήμης του. Το αρχικό ρήγμα στις διατλαντικές σχέσεις επουλώθηκε γρήγορα, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη επιρροή της Ουάσιγκτον στους συμμάχους της.

Αντιθέτως, το διεθνές μπλοκ που αντιτίθεται στην αμερικανική ηγεμονία σύσφιξε ακόμη περισσότερο τις γραμμές του μετά τα γεγονότα της Βενεζουέλας. Μόσχα, Πεκίνο, Τεχεράνη και Άγκυρα — παρά τις επιμέρους διαφορές τους — βλέπουν την αμερικανική επέμβαση ως προάγγελο μιας πιο επιθετικής στάσης των ΗΠΑ παγκοσμίως και ανησυχούν ότι ενδέχεται να βρεθούν οι ίδιες στο στόχαστρο ανάλογων ενεργειών. Η κινεζική και η ρωσική κυβέρνηση, ειδικότερα, εξέλαβαν την ανάκαμψη του Δόγματος Μονρό ως απειλή για τις παγκόσμιες σφαίρες επιρροής: εάν οι ΗΠΑ διεκδικούν πλήρη έλεγχο στο δικό τους ‘γήπεδο’, ίσως επιχειρήσουν κάτι ανάλογο και αλλού — ή αντιστρόφως, ίσως ενθαρρυνθούν και άλλες μεγάλες δυνάμεις να πράξουν το ίδιο στις δικές τους γειτονιές. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η σκληρή αυτή στάση των Αμερικανών στη Βενεζουέλα να αντανακλαστεί μελλοντικά και σε άλλα μέτωπα. Ήδη, οι ΗΠΑ έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στο Ιράν, όπου αντιμετωπίζουν επίσης ένα καθεστώς που θεωρούν εχθρικό και αποσταθεροποιητικό — μάλιστα ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε προσφάτως ότι αν η ιρανική ηγεσία καταφύγει σε βία κατά αντικυβερνητικών διαδηλωτών, η Ουάσιγκτον «δεν θα μείνει αμέτοχη», υπονοώντας πιθανή επέμβαση. Όλα αυτά είναι ενδείξεις ότι το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε φάση έντονου ανασχηματισμού και αναδιάταξης: οι μεγάλες δυνάμεις επαναπροσδιορίζουν μέχρι πού φτάνει η επιρροή τους και πότε θα αντιδράσουν δυναμικά.

Με ψύχραιμη ματιά, η υπόθεση της Βενεζουέλας καταδεικνύει πώς μια αυταρχική διακυβέρνηση με εγκληματικές διασυνδέσεις μπορεί να αναδειχθεί σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η στρατιωτικοπολιτική πίεση στο καθεστώς Μαδούρο αποτέλεσε ένα αναγκαίο βήμα προκειμένου να αποκατασταθεί — κατά την αντίληψή τους — η τάξη και η ασφάλεια στην περιοχή. Οι λόγοι πίσω από αυτήν την απόφαση συνδέονται άμεσα με την υπεράσπιση ζωτικών αμερικανικών συμφερόντων: την προστασία του δολαρίου, την αποτροπή της κινεζικής και ιρανικής διείσδυσης στον ζωτικό χώρο των ΗΠΑ, και τον τερματισμό ενός δικτατορικού καθεστώτος που είχε μετατρέψει μια πλούσια χώρα σε χρεοκοπημένο κράτος. Αν και η νομιμότητα μιας μονομερούς επέμβασης θα συνεχίσει να συζητείται, δεν χωρά αμφιβολία ότι τα γεγονότα στη Βενεζουέλα έστειλαν ηχηρό μήνυμα: η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να αναλάβει ενεργό ρόλο για τη διαμόρφωση των περιφερειακών και διεθνών συσχετισμών ισχύος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ρήξη με τις πρακτικές του παρελθόντος. Το πού θα οδηγήσει αυτή η νέα πραγματικότητα μένει να φανεί, όμως για την ώρα η Λατινική Αμερική — και ο κόσμος ολόκληρος — παρακολουθούν με προσοχή τη διαμόρφωση ενός ανανεωμένου δόγματος ισχύος.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε