Στις 5 Δεκεμβρίου 1905, 170 φίλοι και συγγραφείς συγκεντρώθηκαν στο Delmonico’s στο Μανχάταν για να γιορτάσουν τα γενέθλια του Μαρκ Τουέιν, ο οποίος είχε γεννηθεί 70 χρόνια πριν, στις 30 Νοεμβρίου 1835. Ο πρόεδρος Θεόδωρος Ρούσβελτ έστειλε ένα τηλεγράφημα με συγχαρητήρια και επαίνους, ο Τύπος έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στο γεγονός και άνθρωποι από όλη τη χώρα χαιρέτισαν τον Τουέιν ως κορυφαίο χιουμορίστα και συγγραφέα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ωστόσο, δεν είναι αυτή η λαμπρή εκδήλωση που έχει μείνει στην ιστορία, αλλά η ομιλία του Τουέιν προς το κοινό εκείνο το βράδυ. Ήταν σε εξαιρετική φόρμα, στοχαζόμενος «τη στιγμή της ζωής που φτάνεις σε μια νέα και φοβερή αξιοπρέπεια» και προκαλώντας έντονη θυμηδία στο πλήθος. Εκτός από το χιούμορ, όμως, η ομιλία του περιείχε και πολλές οξυδερκείς και εμβριθείς παρατηρήσεις για το γήρας.

Αντισυμβατικές συνήθειες
«Έφτασα στα εβδομήντα με τον συνήθη τρόπο: ακολουθώντας αυστηρά ένα πρόγραμμα ζωής που θα σκότωνε οποιονδήποτε άλλο», είπε ο Τουέιν εκείνο το βράδυ. Επεσήμανε ότι στις ιστορίες που αφηγούνται «οι φλύαροι ηλικιωμένοι, διαπιστώνουμε πάντα ότι οι συνήθειές τους θα είχαν καταστρέψει εμάς» και ότι «δεν μπορούμε να φτάσουμε σε μεγάλη ηλικία ακολουθώντας τον δρόμο ενός άλλου ανθρώπου».
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε πιο συγκεκριμένα στις συνήθειές του, ξεκινώντας από τη ρουτίνα του ύπνου. «Από τα σαράντα μου, πηγαίνω για ύπνο και ξυπνάω σε τακτά χρονικά διαστήματα — και αυτό είναι ένα από τα βασικά πράγματα. Έχω καθιερώσει ως κανόνα να πηγαίνω για ύπνο όταν δεν έχει μείνει κανείς να με συντροφεύει και να ξυπνάω όταν πρέπει. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια αταλάντευτη κανονικότητα της ανωμαλίας. Με έχει σώσει, αλλά θα έβλαπτε κάποιον άλλο».

Σχετικά με το φαγητό, ο Τουέιν είπε: «Εδώ και τριάντα χρόνια πίνω καφέ και τρώω ψωμί στις οκτώ το πρωί και τίποτα άλλο μέχρι τις επτά και μισή το βράδυ». Όσον αφορά το αλκοόλ, ισχυριζόταν ότι μπορούσε να το πίνει ή να το αποφεύγει: «Δεν έχω κανέναν κανόνα γι’ αυτό. Όταν οι άλλοι πίνουν, μου αρέσει να τους συντροφεύω, αλλιώς παραμένω νηφάλιος, από συνήθεια και προτίμηση».
Το κάπνισμα πούρων, στο οποίο έδινε ιδιαίτερη προσοχή, θα συναντούσε πολλούς πολέμιους μεταξύ των ανθρώπων σήμερα που ενδιαφέρονται για την υγεία τους, ηλικιωμένους ή νέους. «Έχω θέσει ως κανόνα να μην καπνίζω ποτέ περισσότερα από ένα πούρο κάθε φορά. […] Πάντα ήταν κανόνας μου να μην καπνίζω όταν κοιμάμαι και να μην απέχω ποτέ όταν είμαι ξύπνιος». Σημείωσε δε : «Ομολογώ ότι έχω σταματήσει το κάπνισμα κατά καιρούς, για μερικούς μήνες κάθε φορά, αλλά δεν ήταν από αρχή, ήταν μόνο για να επιδείξω, για να συντρίψω τους κριτικούς που έλεγαν ότι ήμουν σκλάβος των συνηθειών μου και δεν μπορούσα να σπάσω τα δεσμά μου».
Όσο για την άσκηση, είπε: «Ποτέ δεν έκανα άσκηση, εκτός από τον ύπνο και την ξεκούραση, και δεν σκοπεύω να κάνω ποτέ. Η άσκηση μού είναι απεχθής. Και δεν μπορεί να έχει κανένα όφελος όταν είσαι κουρασμένος, και εγώ ήμουν πάντα κουρασμένος. Αλλά ας δοκιμάσει κάποιος άλλος τον τρόπο μου και να δούμε πού θα καταλήξει».

Ο κάθε ένας έχει τον δικό του δρόμο
Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο Τουέιν επέστρεψε σε ένα βασικό σημείο, λέγοντας: «Θέλω τώρα να επαναλάβω και να τονίσω αυτό: Δεν μπορούμε να φτάσουμε στα γηρατειά ακολουθώντας τον δρόμο ενός άλλου ανθρώπου». Όταν συγκρίνουμε τον εαυτό μας ευνοϊκά ή δυσμενώς με τους συνομηλίκους μας λέγοντας «Είναι σε πολύ καλύτερη φόρμα από μένα!» ή «Είμαι χαρούμενος που δεν χρειάζομαι μπαστούνι!» ή «Πώς μπορεί να πίνει ένα μπουκάλι κρασί κάθε βράδυ!», ας θυμηθούμε τη συμβουλή του Μαρκ Τουέιν. Κατάλαβε ότι η γήρανση, όπως και η ίδια η ζωή, είναι ένας ανεξήγητος συνδυασμός τύχης, γονιδίων και συνηθειών, και ότι αυτό που είναι καλό για τον έναν ίσως είναι κακό για τον άλλον.
Αποφεύγοντας τις συγκρίσεις, είμαστε πιο ελεύθεροι, πιο γνήσιοι και πιο ευτυχισμένοι. Το γέλιο είναι η καλύτερη βιταμίνη. Σε ηλικία 89 ετών, η αγαπημένη προσωπικότητα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης Μπέτι Γουάιτ έγραψε για τη γήρανση: «Αν κάποιος δεν έχει αίσθηση του χιούμορ, έχει πρόβλημα».Όταν στάθηκε μπροστά στους θαυμαστές του στη γιορτή για τα 70ά του γενέθλια, ο Τουέιν είχε υποστεί οικονομικές καταστροφές και τον θάνατο πολλών αγαπημένων του προσώπων, μεταξύ των οποίων η κόρη του Σούζι, την οποία λάτρευε, και η σύζυγός του Ολίβια, για την οποία ο Τουέιν έγραψε: «Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα. Όπου ήταν η Λίβι, εκεί ήταν η πατρίδα μου». Ο πικρός κυνισμός των τελευταίων χρόνων της ζωής του σχετικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη θρησκεία και τους συνανθρώπους του αντανακλούσε αυτές τις τραγωδίες και τη βαθιά του θλίψη. Ωστόσο, όπως μπορούμε να δούμε στην ομιλία του στο Delmonico, το χιούμορ και η αγάπη του για το παράλογο δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Η ικανότητά του να γελάει, συχνά με τον εαυτό του, τον στήριξε στις τραγωδίες αλλά και στα γεράματά του.
Η κωμικός Φύλλις Ντίλλερ περιελάμβανε αρκετά αστεία για τη γήρανση στην παράστασή της: «Ξέρεις ότι είσαι γέρος όταν κάποιος σου κάνει ένα κομπλιμέντο για τα παπούτσια σου από αλιγάτορα, ενώ εσύ είσαι ξυπόλητος», «Είμαι σε μια ηλικία που η πλάτη μου πονάει περισσότερο από εμένα» και «Έχω τόσες πολλές κηλίδες γήρανσης, που θα έπρεπε να με σερβίρουν με κρεμμύδια» ήταν μερικές από τις ατάκες της που κορόιδευαν τους πόνους και τα άλγη που έρχονται στους περισσότερους καθώς το σώμα φθείρεται.
Όπως είπε ο Τουέιν: «Η ηλικία είναι θέμα κυριαρχίας του πνεύματος επί της ύλης. Αν δεν σε πειράζει, δεν έχει σημασία». Μια καλή δόση χιούμορ βοηθά να μην μας πειράζει.

Η προοπτική του λυκόφωτος
Στο τέλος της ομιλίας του, ο Τουέιν εξέφρασε μερικές πιο σοβαρές σκέψεις. Σύμφωνα με έναν δημοσιογράφο, «οι τελευταίες λέξεις ειπώθηκαν με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση», αντανακλώντας την αλλαγή στη διάθεση του συγγραφέας.
«Η πρόσκλησή σας με τιμά και με ευχαριστεί, γιατί με θυμάστε ακόμα, αλλά είμαι εβδομήντα ετών, εβδομήντα, και θα ήθελα να κουρνιάσω στη γωνιά του τζακιού, να καπνίσω την πίπα μου, να διαβάσω το βιβλίο μου και να ξεκουραστώ, ευχόμενος κάθε καλό για εσάς με όλη μου την αγάπη, και όταν επιστρέψετε στο προβλήτα Νο. 70, να επιβιβαστείτε στο πλοίο που σας περιμένει με συμφιλιωμένη διάθεση και να χαράξετε την πορεία σας προς τον ήλιο που δύει με ικανοποιημένη καρδιά». Για τους αναγνώστες που αναρωτιούνται για την πίπα, ο Τουέιν απολάμβανε τις πίπες από καλαμπόκι όσο και τα πούρα του, αλλά αυτό που μας εντυπωσιάζει εδώ είναι η σκέψη του για την ειρήνη — να κουρνιάζει στη γωνιά του τζακιού και να βρίσκει ανάπαυση, ένα πνεύμα συμφιλίωσης και «μια ικανοποιημένη καρδιά».

Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να καθίσουμε δίπλα στο τζάκι· αρκεί να διαπιστώσουμε ότι όλες οι ανησυχίες που μας βασάνιζαν στο παρελθόν — οι σχολικές εξετάσεις, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά μας, τα προβλήματα στη δουλειά — έχουν τώρα συρρικνωθεί, σαν να τα βλέπουμε από την ανάποδη μεριά ενός τηλεσκόπιου.
Είναι όπως οι διαφορές μεταξύ των γονέων και των παππούδων. Οι γονείς ανησυχούν και προσπαθούν να κάνουν αυτό που είναι καλό και σωστό για τα παιδιά τους. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες απλώς απολαμβάνουν και χαίρονται τα εγγόνια τους.
Ίσως εκεί να έγκειται και η σοφία του γήρατος: στη συνειδητοποίηση ότι μόνο λίγα πράγματα στη ζωή είναι πραγματικά σημαντικά.
Τα χρόνια που έχουν περάσει μοιάζουν με φωτιές που έκαψαν σιγά-σιγά τα περιττά: την υπερτιμημένη σημασία της εξουσίας και του χρήματος και τα περισσότερα από τα καθημερινά νέα, καθώς και το βάρος των άχρηστων αμφιβολιών και φόβων. Αυτό που μένει πίσω είναι οι καθαρές αλήθειες για το τι έχει πραγματικά σημασία, όπως η αγάπη, η τιμή και η φιλία. Το «ηλιοβασίλεμα» του Τουέιν θα σβήσει τελικά στο σκοτάδι. Εν τω μεταξύ, όμως, για όσους είναι σε θέση να αντιληφθούν το σούρουπο που πλησιάζει, το λυκαυγές προσφέρει ένα υπέροχο φως.








