Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν αποδέχθηκε κάποιες, αλλά όχι όλες, από τις προτάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία στις 3 Δεκεμβρίου.
Ο Πούτιν συναντήθηκε το βράδυ της 2ας Δεκεμβρίου με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ και τον γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, και η συζήτησή τους διήρκεσε ως τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας.
«Το γεγονός είναι ότι μια τέτοια άμεση ανταλλαγή απόψεων πραγματοποιήθηκε χθες για πρώτη φορά. Και όπως τονίστηκε και χθες, κάποια ζητήματα έγιναν αποδεκτά, ενώ άλλα θεωρήθηκαν απαράδεκτα», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο TASS. «Αυτό αποτελεί μια φυσιολογική διαδικασία αναζήτησης συμβιβασμού».
Ερωτηθείς αν είναι σωστό να ειπωθεί ότι ο Πούτιν απέρριψε τις αμερικανικές προτάσεις, ο Πεσκόφ απάντησε: «Δεν θα ήταν ορθό», τονίζοντας ωστόσο ότι το Κρεμλίνο δεν θα παρέχει διαρκή ενημέρωση για την πορεία των διαπραγματεύσεων. Όπως υπογράμμισε: «Εκκινούμε από την παραδοχή ότι σε αυτή την περίπτωση, οι διαπραγματεύσεις πρέπει να διεξάγονται σιωπηρά. Δεν είμαστε υπέρ της ‘διπλωματίας με ντουντούκα’, και παρατηρούμε ότι και οι Αμερικανοί τηρούν την ίδια αρχή. Το έργο αυτή τη στιγμή προχωράει σε επίπεδο τεχνοκρατών, κι εκεί αναμένονται συγκεκριμένα αποτελέσματα που θα αποτελέσουν τη βάση για επαφές στο ανώτατο επίπεδο».
Ο Πεσκόφ σημείωσε επίσης ότι η Ρωσία εκφράζει τις ευχαριστίες της για τις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ, τονίζοντας πως η χώρα «εκτιμά ιδιαίτερα τη βούλησή του να συνεχίσει να αναζητά ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης στην Ουκρανία». Επεσήμανε ότι ένα τηλεφώνημα μεταξύ Τραμπ και Πούτιν θα μπορούσε να λάβει χώρα ανά πάσα στιγμή, και προσέθεσε πως οι ρωσικές αντιπροσωπείες είναι έτοιμες να διαπραγματευτούν με τους Αμερικανούς για όσο διάστημα χρειαστεί, με στόχο την ειρήνη στην Ουκρανία.
Οι δηλώσεις του Πεσκόφ έγιναν μετά από τη σύσκεψη, στην οποία από την αμερικανική πλευρά μετείχαν ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ, ενώ από ρωσικής πλευράς ο Πούτιν, ο κορυφαίος του σύμβουλος σε θέματα εξωτερικής πολιτικής Γιούρι Ουσακόφ, καθώς και ο ειδικός εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου για θέματα επενδύσεων και οικονομικής συνεργασίας με το εξωτερικό, Κιρίλ Ντμιτρίεφ.
Σε ενημέρωση που ακολούθησε από το Κρεμλίνο, ο Ουσακόφ δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Η συνάντηση ήταν εποικοδομητική, αλλά δεν έχουν βρεθεί ακόμη συμβιβασμοί. Απαιτείται ακόμα πολλή δουλειά». Αναγνώρισε ωστόσο ότι η συζήτηση αφορούσε και το λεγόμενο εδαφικό ζήτημα, δηλαδή τις ρωσικές διεκδικήσεις επί ολόκληρης της περιοχής του Ντονμπάς, η οποία σήμερα ελέγχεται από ουκρανικές δυνάμεις.
«Ορισμένες αμερικανικές προτάσεις είναι λίγο-πολύ αποδεκτές, αλλά χρειάζεται περαιτέρω διάλογος», σημείωσε ο Ουσακόφ. «Κάποιες διατυπώσεις δεν μας ικανοποιούν· η διαπραγμάτευση θα συνεχιστεί».
Ο Ουσακόφ επιβεβαίωσε ότι επί του παρόντος οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται αποκλειστικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή άλλες διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη», τόνισε, διευκρινίζοντας ότι οι Ουκρανοί έχουν απορρίψει προς το παρόν τη συνέχιση των συνομιλιών της Κωνσταντινούπολης. Συμπλήρωσε: «Αν μιλάμε για επαφές τώρα, αυτές πραγματοποιούνται αποκλειστικά ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα».
Εκφράζοντας, πάντως, ετοιμότητα για διάλογο με Ευρωπαίους ηγέτες, ο Ουσάκοφ παρατήρησε ότι «οι Ευρωπαίοι αποφεύγουν κάθε επαφή», παρά το άνοιγμα του Πούτιν προς τους Ευρωπαίους να επισκεφθούν τη Μόσχα εφόσον το επιθυμούν.
Ούτε ο Γουίτκοφ ούτε ο Κούσνερ προέβησαν σε δημόσιες τοποθετήσεις για τη συνάντηση. Από την πλευρά του, το Κίεβο ανακοίνωσε πως βρίσκεται σε επαφή με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ μετά τις συνομιλίες στη Μόσχα. Ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σίμπιχα γνωστοποίησε ότι υπήρξε επικοινωνία ανάμεσα στον επικεφαλής της ουκρανικής αντιπροσωπείας και τον Γουίτκοφ, σημειώνοντας: «Στελέχη της αμερικανικής αντιπροσωπείας μάς μετέφεραν ότι, κατά την άποψή τους, οι συνομιλίες στη Μόσχα είχαν θετικό αποτέλεσμα και κάλεσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία να συνεχίσει τον διάλογο στις ΗΠΑ το προσεχές διάστημα».
Με τη συμβολή του Joseph Lord και πληροφορίες από το Reuters








