Τετάρτη, 30 Σεπ, 2020
"Η κόκκινη χελώνα", του Michael Dudok de Wit. Παραγωγή Studio Ghibli & Wild Bunch, 2016

Η κινούμενη ποίηση του Michael Dudok de Wit

Έγινε γνωστός στη χώρα μας και στο ευρύ κοινό το 2016 με την προβολή στους κινηματογράφους της μεγάλου μήκους (80′) ταινίας του «Η κόκκινη χελώνα» (“The Red Turtle”/”La Tortue Rouge”). Η ταινία αυτή, πολύ ιδιαίτερη ακόμα και για τα δεδομένα του κόσμου του animation, μας αιφνιδίασε, μας μάγεψε αλλά και μας δίχασε ως κοινό. Κυρίως, όμως, μας έδειξε πράγματα και συνδυασμούς, τους οποίους δεν περιμέναμε ότι θα συναντούσαμε σε μια αίθουσα κινηματογράφου.

Πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό της το ότι πρόκειται για ταινία κινουμένων σχεδίων. Αν και στα ελληνικά ο όρος «κινούμενα σχέδια» είναι μια γενίκευση που περιλαμβάνει κάθε είδους ταινία που δεν χρησιμοποιεί ζωντανά ηθοποιούς, είτε αυτή είναι φτιαγμένη με πλαστελίνες, είτε στον υπολογιστή είτε οτιδήποτε άλλο, στην περίπτωση της «Κόκκινης χελώνας» ο όρος ισχύει κυριολεκτικά. «Η κόκκινη χελώνα» είναι μια ταινία σχεδίων ζωγραφισμένων με το χέρι.

Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό της είναι η παντελής έλλειψη διαλόγου. Υπάρχει μόνο μουσική σε κάποια σημεία και ήχοι περιβάλλοντος. Αυτό ήταν ένα μεγάλο ρίσκο που αποφάσισε η δημιουργική ομάδα να πάρει, με την υποστήριξη και παρότρυνση των συμπαραγωγών – του στούντιο Γκίμπλι [Ghibli Animation Studio] – ή Τζίμπλι, σύμφωνα με την ιαπωνική παραφθορά που υπέστη αυτή η αραβικής καταγωγής λέξη.

Κάτι άλλο που αναγκαστήκαμε να παρατηρήσουμε, σε πείσμα του στερεότυπου που επικρατεί στη χώρα μας για τις ταινίες κινουμένων σχεδίων, ήταν το ότι «Η κόκκινη χελώνα» ΔΕΝ είναι μια παιδική ταινία. Παρόλο που στο «Αθηνόραμα» ήταν στην κατηγορία «Παιδί», παρόλο που η ΕΡΤ2 την παρουσίασε πέρυσι ως «παιδική ταινία», παρόλο που όσοι από εμάς πήγαμε να την δούμε πήραμε μαζί και τα παιδιά μας και δεν το μετανιώσαμε, παρόλα αυτά λοιπόν, δεν μπορέσαμε παρά να δούμε ότι αυτή ήταν μια ξεχωριστή, όχι και τόσο παιδική, ταινία. «Η κόκκινη χελώνα» είναι μια ποιητική, οικουμενική ταινία.

«Η κόκκινη χελώνα», του Michael Dudok de Wit. Παραγωγή Studio Ghibli & Wild Bunch, 2016

«Η κόκκινη χελώνα», του Michael Dudok de Wit. Παραγωγή Studio Ghibli & Wild Bunch, 2016

 

Δεν είναι τυχαίο ότι κέρδισε πληθώρα βραβείων (όχι μόνο στην κατηγορία Animation) και ακόμα περισσότερες υποψηφιότητες, ακόμα και σε θεσμούς και φεστιβάλ ανώτατης κλάσεως, όπως τα Όσκαρ, τα BAFTA, το φεστιβάλ των Καννών κ.ά. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Είναι ευτύχημα ότι η αξία της αναγνωρίστηκε κι έτσι μπόρεσε να διαδοθεί ευρέως αυτό το αριστούργημα που μιλά κατευθείαν στις καρδιές.

Τι είναι αυτό που την κάνει τόσο ιδιαίτερη; Τι είναι αυτό το μικρό κάτι που έβαλε ο δημιουργός της στην καρδιά της και την απογείωσε; Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, γιατί, όπως και οι παλιότερες, μικρού μήκους ταινίες του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ, έτσι και «Η κόκκινη χελώνα» αντιστέκεται στις αναλύσεις: η μαγεία της δεν κρύβεται τόσο στα επιμέρους στοιχεία της, αλλά στο σύνολο. Αυτό που βλέπουμε είναι ένα πανέμορφο, αρμονικά δεμένο αποτέλεσμα, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το απορροφήσουμε και να το απολαύσουμε ως τέτοιο. «Το μυστήριο που υπάρχει», λέει ο ίδιος ο ντε Βιτ σε συνέντευξή του στον Ντέιβιντ Πόλαντ το 2016 (David Polland, DP/30), «είναι ένα όμορφο μυστήριο, απολαύστε την ομορφιά του – αν σας λέει και κάτι, ακόμα καλύτερα». Η ανατομία αντενδείκνυται!

Ο δημιουργός

Ίσως όμως μας βοηθήσει να εισχωρήσουμε σε αυτό το μυστήριο μια ματιά στο υπόλοιπο έργο του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ, όπως και κάποιες πληροφορίες για τον ίδιο.

Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ, Tehran Times, 2019

 

Ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της «Κόκκινης χελώνας» γεννήθηκε στην Ολλανδία το 1953. Παρακολούθησε την Σχολή Καλών Τεχνών της Γενεύης στην Ελβετία και αποφοίτησε από το τμήμα animation του West Surrey College of Art & Design της Αγγλίας.

Επιρροές του εκείνο το διάστημα ήταν ο ταχύτητατα αναπτυσσόμενος χώρος των κόμικς, ο Ακίρα Κουροσάβα και γενικότερα ο ιαπωνικός πολιτισμός, ο Γιούρι Νόρσταϊν [Yuri Norstein, 1941], η αισθητική των ταινιών animation της Κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης αλλά και η επίσκεψή του στο ετήσιο φεστιβάλ animation του Annecy, το μεγαλύτερο της Ευρώπης. Εκεί ο Ντούντοκ ντε Βιτ είχε την ευκαιρία να δει όχι μόνο τις καλύτερες ταινίες animation εκείνης της χρονιάς, αλλά και τους δημιουργούς τους. Η απλότητά τους αλλά και η εργατικότητα και η αφοσίωση στο έργο τους του έδωσαν τη βεβαιότητα ότι και αυτός ανήκε σε εκείνον τον κόσμο.

Η απλότητα είναι μια από τις λέξεις-κλειδιά για τον ντε Βιτ και το έργο του. Η λιτότητα, η απουσία κάθε περιττού στοιχείου, η συγκρατημένη αλλά περιεκτική οικονομία σε κάθε πτυχή των ταινιών του (από τον σχεδιασμό των χαρακτήρων και το σενάριο, μέχρι τα ρευστά, ζωγραφισμένα με ακουαρέλα background και τις κινήσεις των χαρακτήρων, από τους τρόπους έκφρασης των συναισθημάτων και των καταστάσεων μέχρι την ηχητική επένδυση) είναι εμφανή σε όλες του τις ταινίες. Η δεύτερη προσωπική του ταινία, «Ο μοναχός και το ψάρι» [“The Monk & the Fish”/”Le moine et le poisson”, 1994] είχε τις ρίζες της στο απλό σχήμα της φιγούρας του μοναχού, αλλά και στο απλό και αγνό σχήμα της ζωής του.

«Ο μοναχός και το ψάρι», του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ, studio Folimage, 1994

“Ο μοναχός και το ψάρι”, του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ, studio Folimage, 1994

 

Εξίσου εμφανής είναι και η αγάπη του, το πάθος του για αυτό που κάνει, που χαρακτηρίζει ίσως όλους τους δημιουργούς μικρού μήκους ταινιών animation. Δεν υπάρχει άλλωστε και άλλο κίνητρο για μια τέτοια κοπιώδη, χρονοβόρα και μη αποδοτική οικονομικά αποσχόληση. Αυτή η αγάπη είναι φανερή τόσο στην φροντίδα των λεπτομερειών των ταινιών του, όσο και στον τρόπο που μιλά για αυτές και για την τέχνη του animation. Υπάρχει επίσης και η αγάπη του για την ομορφιά, η αναζήτηση της οποίας, όπως ο ίδιος δηλώνει είναι και «το κύριο μέλημα του ως δημιουργού». Εξάλλου, ο ντε Βιτ δεν κάνει μόνο animation, αλλά και εικονογραφήσεις βιβλίων, όπου ξεδιπλώνει τις όμορφες, ποιητικές του εικόνες. Ας το παραδεχτούμε: η ομορφιά συγκινεί, το Κάλλος είναι μια αξία αφεαυτό, όπως γνώριζαν πολύ καλά οι άνθρωποι παλιότερα.

Το άλλο πάθος του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ είναι η μουσική. Την επιλέγει προσεκτικά και υποκαθιστά τους άλλους ήχους και τον διάλογο στις ταινίες του. Συνήθως, επιλέγει τη μουσική στα πρώτα στάδια της δημιουργίας της ταινίας, στη φάση του storyboard, και οι κινήσεις και οι εναλλαγές των πλάνων χορογραφούνται πάνω στη δομή της μουσικής. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Άρωμα του τσαγιού» [“The Aroma of Tea”, 2006], που φέρει τη μουσική επένδυση του Concerto Grossi, Op.6, Nos 2 & 12 του Arcangelo Corelli. Η μουσική που δημιουργήθηκε από τον Serge Besset για τον «Μοναχό και το ψάρι» είναι επίσης βασισμένη στη μουσική του Corelli, και συγκεκριμένα στο La Follia.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, στην «Κόκκινη χελώνα» η έμπνευση και η απόφαση για τη μουσική άργησε να έρθει. Εν τέλει, η δημιουργική ομάδα της ταινίας αποφάσισε να υπάρχουν κυρίως φυσικοί ήχοι περιβάλλοντος και η μουσική να υπάρχει σε συγκεκριμένα σημεία, για να τονίσει την ατμόσφαιρα μιας συγκεκριμένης σκηνής ή κατάστασης.

Ένας σαμουράι στο σώμα ενός Ολλανδού animator

Μια άλλη πηγή έμπνευσης για τον Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ, όπως προανέφερα, είναι ο ιαπωνικός πολιτισμός. Στα σχέδιά του μπορούμε να παρατηρήσουμε την χαρακτηριστική μαύρη γραμμή του, γραμμή ιδιαίτερα εκφραστική. «Βρίσκω μια γραμμή όμορφη, η ατέλεια του χεριού προσδίδει ανθρωπιά στο σχέδιο», λέει σε συνέντευξη που παραχώρησε στον γιο του και δημοσιογράφο, ‘Αλεξ Ντούντοκ ντε Βιτ, στο δεύτερο επεισόδιο του “Ask me anything”, παραγωγή των Ευρωπαϊκών Βραβείων Animation [European Animation Awards], τον περασμένο Αυγουστο.

Είναι το ίδιο είδος γραμμής που χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινέζικη και ιαπωνική ζωγραφική, η οποία οφείλει να περιγράφει και να εκφράζει ταυτόχρονα, με απόλυτη συνέπεια, το θέμα που αποτυπώνει. Πχ, οι γραμμές που απεικονίζουν τους Ταοϊστές μοναχούς οφείλουν να μεταφέρουν και την Ταοϊστική φιλοσοφία. Οι γραμμές που χρησιμοποιούνται για ένα κομψό, ευλύγιστο πουλί, οφείλουν να έχουν αυτές τις ιδιότητες. Είναι γραμμές που, χωρίς να προσπαθούν να κρύψουν το γεγονός ότι είναι γραμμές, μοιάζει να μας λένε «κοιτάξτε τι μπορεί να γίνει αν μας τοποθετήσετε με αυτόν τον τρόπο».

Στον ιαπωνικό πολιτισμό βρίσκουμε επίσης και τα στοιχεία της αφαίρεσης των περιττών πραγμάτων, την εστίαση στα ουσιώδη, και την επιδίωξη της καλαισθησίας, της ευγένειας και της διακριτικότητας, κάτι που υπάρχει στην καρδιά της φιλοσοφικής τους σκέψης, αλλά εκφράζεται και στις τέχνες τους. Αυτές είναι άλλωστε οι ιδιότητες που ο ντε Βιτ συνάντησε στους ανθρώπους του ιαπωνικού στούντιο Τζίμπλι.

«Το άρωμα του τσαγιού», του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ. Παραγωγή Willem Thijssen, 2006

«Το άρωμα του τσαγιού», του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ. Παραγωγή Willem Thijssen, 2006

 

Αυτή η αφαίρεση επιτρέπει στον θεατή να συμπληρώσει τα κενά με τη φαντασία του. Δεν πρόκειται για τυχαία αφαίρεση, που μας αποπροσανατολίζει, αλλά για αφαίρεση που δεν προδίδει το θέμα της, μένει πιστή στην αλήθεια του – με αυτό τον τρόπο, εισχωρεί ευκολότερα στην καρδιά του θεατή και μπορεί να αγγίξει μέσα του περιοχές απρόσιτες στην περιγραφική αληθοφάνεια.

Το «Άρωμα του τσαγιού», ζωγραφισμένο με συμπυκνωμένο τσάι, ονομάζεται και «Μικρή σφαίρα που ταξιδεύει μέσα από τοπία» [“Small sphere travels through landscapes”]. Πραγματικά, οι αφαιρετικές εικόνες που ζωγράφισε ο ντε Βιτ για τα background αυτής της ταινίας θυμίζουν ακριβώς αυτό: τοπία, ιδωμένα από απόσταση. Πρόκειται μάλλον για την ταινία που φανερώνει εντονότερα τη σύνδεση και την αγάπη του δημιουργού της για την Ιαπωνία και τον πολιτισμό της. «Είμαι εγώ», είπε ο ντε Βιτ στην συνέντευξη στον γιο του. Ίσως να ήταν αυτή η πνευματική συγγένεια που έκανε τόσο πετυχημένη και αρμονική τη συνεργασία του με το στούντιο Τζίμπλι.

Η επιθυμία

Επιθυμία, λαχτάρα. Η βαθιά λαχτάρα του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ. Ο μοναχός επιθυμεί το ψάρι. Η κόρη επιθυμεί να ξαναβρεί τον πατέρα. Ο ναυαγός επιθυμεί να φύγει από το νησί, ο γιος του επιθυμεί τη ζωή στη θάλασσα…Επιθυμίες που (σχεδόν όλες) πραγματοποιούνται, χαρίζοντάς μας τη γλυκύτητα της τελικής εκπλήρωσης. Ο μοναχός συναντά και συνδέεται με το ψάρι, η κόρη ξαναβρίσκει τον πατέρα της έστω και μετά θάνατον, ο γιος ξανοίγεται με τις χελώνες-φίλους παίρνοντας μια τολμηρή, παράλογη απόφαση.

Η λαχτάρα και η επιθυμία του ντε Βιτ να εκφράσει αυτό το συναίσθημα συνειδητά οδήγησαν στη δημιουργία του «Πατέρας και κόρη» [“Father & Daughter”, 2000], την ταινία που ακολούθησε τον «Μοναχό και το ψάρι». Εδώ, η ατμόσφαιρα αλλάζει. Τα φωτεινά χρώματα εγκαταλείπονται για χάρη μιας σχεδόν ασπρόμαυρης παλέτας. Το τοπίο και η ατμόσφαιρα είναι χαρακτηριστικά ολλανδικά. Το mise-en-scene επίσης: ένα θαλάσσιο φράγμα είναι ο τόπος όπου παρακολουθούμε την ιστορία να ξετυλίγεται. Ο αέρας που φυσά, η βροχή που πέφτει, η μονοτονία της ρόδας του ποδήλατου του κοριτσιού που γυρνά με τον ίδιο ρυθμό σε κάθε καιρό, σε κάθε εποχή μέσα στο πέρασμα των χρόνων.

«Πατέρας και κόρη», του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ. Παραγωγή Willem Thijssen & Claire Jennings, 2000

“Πατέρας και κόρη”, του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ. Παραγωγή Willem Thijssen & Claire Jennings, 2000

 

Το κορίτσι δεν παύει να περιμένει τον γυρισμό του πατέρα που την άφησε όταν ήταν μικρή, ούτε όταν γίνεται κοπέλα, ούτε όταν κάνει δική της οικογένεια, ούτε όταν φτάνουν στα βαθιά γεράματα, αυτή και το ποδήλατο που τη συντροφεύει. Ο θάνατος της είναι αυτός που της προσφέρει επιτέλους την ικανοποίηση της επιθυμίας που δεν την εγκατέλειψε ποτέ, χαρίζοντάς της τη συνάντηση με τον πατέρα που τόσο ποθούσε.

Οι αλληγορίες και τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ντε Βιτ για να υποδηλώσει την απώλεια του πατέρα, την προσμονή της κόρης και τελικά τον θάνατό της είναι τόσο τρυφερά και διακριτικά, που τα συνήθως δυσάρεστα συναισθήματα, που γεννιούνται από αυτές τις δύσκολες καταστάσεις, γίνονται ευκολότερα αποδεκτά και η συγκίνηση αναδύεται αβίαστα. Στο τέλος, είναι πολλοί οι θεατές που δεν συγκρατούν τα δάκρυά τους.

«Φτιάχνω ταινίες που θα ήθελα να δω. Κάνω πράγματα που δεν με καταθλίβουν», λέει ο δημιουργός στη ζωντανή συνέντευξή του στον Άλεξ.

Φυσικοί νόμοι ενός παράλληλου σύμπαντος

«Από τη φύση του το animation συνδέεται με τη μαγεία”, λέει στην ίδια συνέντευξη. “Οι άνθρωποι την αποδέχονται πιο εύκολα».

Πραγματικά, υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ταινιών animation, όπου η μαγεία, τα αφύσικα πράγματα είναι αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας και των εικόνων. Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για το είδος. Αλλά ο τρόπος που τη χρησιμοποιεί ο ντε Βιτ έχει την προσωπική του σφραγίδα.

Στον «Μοναχό και το ψάρι», στο «Πατέρας και κόρη», στην «Κόκκινη χελώνα», η μαγεία του Μάικλ Ντούντοκ ντε Βιτ εμφανίζεται με διακριτικότητα, αλλά και αιφνιδιαστικά, σε έναν κόσμο που μοιάζει τόσο με τον δικό μας, αλλά τελικά δεν είναι. Ή είναι; Με αυτό τον τρόπο, μας κλείνει λίγο το μάτι κι είναι σαν να μας προτείνει να σκεφτούμε με άλλους όρους, να μετακινήσουμε το σκεπτικό μας από τις γνωστές ατραπούς του. Μας προτείνει ένα μυστήριο, όπως είπαμε και στην αρχή, αλλά με τέτοια φυσικότητα και ομορφιά, που μας είναι δύσκολο να το απορρίψουμε. Μας είναι επίσης αρκετά αδιάφορο να το ερμηνεύσουμε ή να το αιτιολογήσουμε και σε αυτό μας παρασύρει η στάση του ίδιου του δημιουργού.

Δεν μας δίνει στοιχεία για τους ήρωες, δεν χτίζει σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Δεν δημιουργεί υπόνοιες για το παρελθόν τους ή για τα κίνητρα τους, που θα μας βοηθούσαν να ερμηνεύσουμε την πλοκή. Διατηρώντας ο ίδιος αυτή την αδιαφορία για τέτοιου λεπτομέρειες, μας καλεί να ακολουθήσουμε το παραδειγμά του και, αντί να εκτρέψουμε το νου μας συναρμολογώντας περίπλοκα οικοδομήματα πληροφοριών, να «εστιάσουμε στο γίγνεσθαι». Σε αυτή τη διαδικασία βοηθά η έλλειψη διαλόγων, που, με τη βοήθεια της μουσικής, μας ενθαρρύνει να παρασυρθούμε από την εικόνα.

Στην «Κόκκινη χελώνα», οι μη-φυσικοί νόμοι έχουν υφανθεί με εξαιρετική τέχνη μαζί με τους φυσικούς, με περίπλοκους, αξεδιάλυτους δεσμούς. Η χελώνα που γίνεται γυναίκα και στο τέλος πάλι χελώνα…Ο άνθρωπος που πηγαίνει να ζήσει στον ωκεανό…Η έντονη αποτύπωση της φύσης, η κυριαρχία της φύσης στην ταινία δημιουργεί μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίστιξη με τα αφύσικα συμβάντα, ένα έντονο κοντράστ, ανάλογο των φωτοσκιάσεών του. Η φύση στην «Κόκκινη χελώνα» είναι κι αυτή ένας πρωταγωνιστής, που υπάρχει όπως και οι υπόλοιποι κι αυτό μας κάνει να νιώσουμε κάτι παραπάνω από αγάπη για αυτήν: μας μεταδίδει την «αίσθηση πως και εμείς είμαστε μέρος της. Είμαστε και εμείς φύση».

Η Αλία Ζάε είναι απόφοιτος του Surrey Institute of Art & Design (BA Hons στο Animation), ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως εικονογράφος παιδικών βιβλίων.

Σε τι διαφέρει η Epoch Times από άλλες εφημερίδες;

Η Epoch Times είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη ανεξάρτητη εφημερίδα στην Αμερική. Είμαστε διαφορετικοί από άλλους οργανισμούς μέσων μαζικής ενημέρωσης επειδή δεν επηρεαζόμαστε από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Ο μόνος μας στόχος είναι να φέρουμε στους αναγνώστες μας ακριβείς πληροφορίες και να είμαστε υπεύθυνοι στο κοινό.
Δεν ακολουθούμε την ανθυγιεινή τάση στο σημερινό περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης, της δημοσιογραφίας που έχει μια ατζέντα, και αντ’ αυτού χρησιμοποιούμε τις αρχές μας Αλήθεια και Παράδοση ως πυξίδα.

Αν εκτιμάτε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία μας, βοηθήστε μας να συνεχίσουμε. Στηρίξτε την αλήθεια και την παράδοση.

Κεράστε μας έναν καφέ

Προσωπικές Πληροφορίες

Πληροφορίες Κάρτας
Ασφαλής SSL κρυπτογραφημένη πληρωμή

Συνολική Δωρεά: €6,00

Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x