Κυριακή, 25 Οκτ, 2020
«Χρωματισμένο λουλούδι». Μα Τσουέν, Δυναστεία Τσινγκ. (Public domain)

Όνειρο Πορφυρών Δωματίων – Κεφάλαιο Ι (Μέρος α’)

Ενημέρωση: 3 Οκτωβρίου.

Μετάφραση κατά τμήματα του «Ονείρου Πορφυρών Δωματίων».
Το «Όνειρο Πορφυρών Δωματίων» είναι ένα από τα τέσσερα κλασικά βιβλία της Κίνας.
Γράφτηκε στα μέσα της Δυναστείας Τσινγκ (1644-1911). 

Διαβάστε επίσης: Όνειρο Πορφυρών Δωματίων – Μια εισαγωγή

 

ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΡΦΥΡΩΝ ΔΩΜΑΤΙΩΝ

ΤΣΑΟ ΣΙΟΥΕ-ΤΣΙΝ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

(Μέρος α’)

Ο Τζεν Σι-γιν, σε όραμα, αντιλαμβάνεται επίγνωση και πνευματικότητα.

Ο Τζια Γιου-τσιουν, στον κόσμο της σκόνης και του ανέμου, τρέφει σκέψεις αρεσκείας για μια όμορφη κόρη.

Αυτή είναι η εναρκτήρια παράγραφος, αυτό είναι το πρώτο κεφάλαιο. Μετά από οράματα εντός ενός ονείρου που είχε, παλαιότερα βιώσει, και είχαν σχέση με αυτόν, ο συγγραφέας απέκρυψε επίτηδες τις πραγματικές περιστάσεις, και με βαθύτερη αντίληψη πραγμάτων διηγείται αυτήν την ιστορία της Καταγραφής της Πέτρας. Για αυτόν τον σκοπό, έκανε χρήση ονομάτων όπως Τζεν Σι-γιν (Αλήθεια Καλυπτόμενη-με ψέμα) και παρόμοια. Ποια είναι όμως, τα γεγονότα που καταγράφονται σε αυτό το έργο;

Ποια είναι τα βασικά πρόσωπα;

Οδυσσάμενος από την κούραση που βίωσε τελευταία στον κόσμο, ο συγγραφέας μιλά για τον εαυτό του, και εξηγεί ότι με την έλλειψη επιτυχίας που συνόδευε την κάθε μία ανησυχία του, ξαφνικά σκέφτηκα για τις γυναίκες της παλιάς εποχής. Περνώντας την κάθε μία υπό μια προσεκτική εξέταση, ένιωσα ότι σε έργα και λόγο, η κάθε μία ήταν πολύ καλύτερη από εμένα. Ότι παρά την μεγαλοπρέπεια της αρρενωπότητάς μου, δεν μπορούσα, στην πραγματικότητα, να συγκριθώ με αυτούς τους χαρακτήρες του άλλου φύλου. Και η ντροπή που εκδηλώθηκε τότε δεν είχε όρια, ενώ η μεταμέλεια δεν είχε νόημα, καθώς δεν υπήρχε ούτε μια μακρινή πιθανότητα για μια μέρα επανόρθωσης.

Εκείνη ακριβώς την μέρα επιθύμησα να συγγράψω, με συνεχή μορφή, για δημοσίευση ανά τον κόσμο, με μια οπτική καθολικής πληροφόρησης, το πως εγώ, που υποφέρω αναπόφευκτη και πολλαπλή ανταπόδοση, κάποτε, λόγω της βοήθειας και καλοσύνης των θεών, και της αρετής των προγόνων μου, είχα ενδύματα πλούσια και περίτεχνα, διατροφή απολαυστική και γεμάτη πολυτέλεια, δεν έδινα σημασία* στην αξία της εκπαίδευσης και στην ανατροφή πατέρα και μητέρας, και δεν σκεφτόμουν σοβαρά τις αρετές των κανόνων και οδηγιών δασκάλων και φίλων, με αποτέλεσμα να επιφέρω την τιμωρία, της αποτυχίας πρόσφατα σε μικρό θέμα, και την επιπόλαιη σπατάλη της μισής ζωής μου. Υπήρχαν ταυτόχρονα, γενιά μετά την γενιά, αυτές στα εσώτερα δώματα, όλες εκ των οποίων δεν θα μπορούσαν, σε καμιά περίπτωση, να πάθουν κάποια ζημία, ώστε εγώ, ασεβής όπως υπήρξα, να έχω έναν τρόπο να καλύπτω τα λάθη μου.

Επομένως η αχυρένια καλύβα, με παράθυρα μπαμπού, το κρεβάτι από πλεγμένα χόρτα και ο φούρνος από τούβλα, που είναι πλέον η μοίρα μου, δεν μπορούν να με αποτρέψουν να φέρω εις πέρας τον σκοπό που έβαλα στον νου. Και αν θα μπορούσα, επίσης, να νιώσω το πρωινό αεράκι, την νυχτερινή σελήνη, τις ιτιές στις σκάλες, τα λουλούδια στην αυλή, πιστεύω ότι αυτά θα εφοδίαζαν με περισσότερη μελάνη την θνητή μου πένα. Αλλά αν και μου λείπει η καλλιέργεια και η μόρφωση, τι κακό θα υπήρχε αν χρησιμοποιούσα ψευδώνυμα και κεκαλυμμένη γλώσσα για να δώσω φωνή στις αρετές αυτών των χαρακτήρων; Και αν επίσης θα μπορούσα να περιγράψω τους χαρακτήρες των εσωτερικών δωματίων ώστε να τους καταλάβουμε και να τους μάθει πολύς κόσμος, εάν θα μπορούσα να σταματήσω την κούραση για μία μόνο στιγμή, ή να ανοίξω τα μάτια των συγχρόνων μου, δεν θα ήταν αυτό ένα δώρο;

Αυτή η θεώρηση οδήγησε στην χρήση ονομάτων όπως Τζια (Ψέμα) Γιου-τσιουν και άλλα παρόμοια.

Σε αυτές τις σελίδες περισσότερο από ποτέ, έχω χρησιμοποιήσει λέξεις όπως όνειρα και οράματα, αλλά αυτά τα όνειρα αποτελούν το κύριο θέμα αυτού του έργου, και συνδυάζουν, επιπροσθέτως, και την επιθυμία να δώσω μια προειδοποίηση στους αναγνώστες μου.

Ευγενικέ αναγνώστη, μπορείς να σκεφτείς που μπορεί να αρχίζει η ιστορία;

Η αφήγηση μπορεί να προσεγγίζει το αδιανότητο αλλά και το αδιάφορο, όμως κατέχει αξιοσημείωτο ενδιαφέρον και νοστιμιά. Αλλά ας αρχίσουμε.

Η Αυτοκράτειρα Νιου-γουα, (θεά των έργων) κατά την κατασκευή λίθων για δόμηση, για την επιδιόρθωση του ουρανού, ετοίμασε, στους Λόφους Τα Χουάνγκ και στο Σπήλαιο Γου Τσι, 36.501 κομμάτια ακατέργαστης πέτρας, το κάθε ένα δώδεκα τσανγκ σε ύψος, και εικοσιτέσσερα τσανγκ σε επιφάνεια. Εξ αυτών των λίθων, η Αυτοκράτειρα Γουά χρησιμοποίησε μόνο 36.500. Συνεπώς μία μόνο πέτρα έμεινε, χωρίς να χρησιμοποιηθεί σε κάτι. Αυτή ρίχτηκε κάτω στην κορυφή Τσινγκ Κενγκ. Αυτή η πέτρα, αν και περίεργο, αφότου πέρασε μια διαδικασία εξευγενισμού, απέκτησε μια φύση ικανότητας, και μπορούσε, μέσω των εγγενών της ικανοτήτων, να κινείται και ήταν ικανή να μεγεθύνεται και να συρρικνώνεται.

Όταν αντιλήφθηκε ότι όλες οι πέτρες είχαν χρησιμοποιηθεί για την επιδιόρθωση του ουρανού, και μόνο αυτή είχε έλλειψη των απαραιτήτων ποιοτήτων και δεν ήταν κατάλληλη για επιλογή, ένιωσε μέσα της ανησυχία και ντροπή, και μέρα και νύχτα, επιδιδόταν σε θρήνους και λύπη.

Μια μέρα, καθώς θρηνούσε την τύχη της, ξαφνικά είδε, σε μεγάλη απόσταση, έναν βουδιστή μοναχό και έναν ταοϊστή ιερέα να έρχονται προς την κατεύθυνσή της. Η εμφάνισή τους ήταν ασυνήθιστη, ο άνετος τρόπος τους εκπληκτικός. Όταν προσέγγισαν την κορυφή Τσινγκ Κενγκ, κάθισαν στο έδαφος να ξεκουραστούν, και άρχισαν να συνομιλούν. Αλλά βλέποντας την πέτρα, πρόσφατα λειασμένη και αστραφτερά καθαρή, που είχε επίσης συρρικνωθεί, και είχε γίνει όχι μεγαλύτερη από το κόσμημα μιας βεντάλιας, γέμισαν με θαυμασμό. Ο βουδιστής ιερέας την σήκωσε, και την έβαλε στην παλάμη του.

«Η εμφάνισή σου», είπε γελώντας, «μπορεί κάλλιστα να σε ανακηρύξει ως ένα υπερφυσικό αντικείμενο, αλλά καθώς σου λείπει κάθε εγγενής ποιότητα είναι απαραίτητο να χαράξω πάνω σου μερικά ιδεογράμματα, ώστε όποιος σε δει να μπορεί αμέσως να αναγνωρίσει ότι είσαι ένα αξιοσημείωτο πράγμα. Και μετέπειτα, όταν πας σε μια χώρα όπου η τιμή και η πολυτέλεια θα βασιλεύουν, σε μια οικογένεια καλλιεργημένη στο πνεύμα και με επίσημα αξιώματα, σε μια γη όπου λουλούδια και δέντρα θα ανθίζουν με μεγαλοπρέπεια, σε μια πόλη εξευγενισμού, φήμης και δόξας, όταν φτάσεις εκεί…»

Η πέτρα άκουγε με έντονη ευχαρίστηση.

«Ποια ιδεογράμματα, θα ήθελα να ρωτήσω,» είπε στην συνέχεια, «θα χαράξετε; Και σε ποιο μέρος θα πάω; Σας παρακαλώ, εξηγήστε μου με σαφήνεια.» «Δεν χρειάζεται να ρωτάς τόσα», απάντησε ο μοναχός, χαμογελώντας, «στις μέρες που θα έρθουν θα τα καταλάβεις όλα». Λέγοντας αυτά, έβαλε την πέτρα στο μανίκι του, και συνέχισε αργά το ταξίδι του, μαζί με τον ταοϊστή ιερέα. Εάν όμως κράτησε την πέτρα, αυτό δεν αποκαλύφθηκε, ούτε γνωρίζουμε πόσοι αιώνες και εποχές πέρασαν, προτού ένας ταοϊστής ιερέας Κονγκ Κονγκ στο όνομα (ΣτΜ: Κενός Κενός) εξέτασε τα ιδεογράμματα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο. Στην πραγματικότητα εξηγούσαν το πώς αυτό το κομμάτι πέτρας χωρίς αξία ήταν αρχικά χωρίς τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για την επιδιόρθωση του ουρανού, πώς θα έπαιρνε ανθρώπινη μορφή και θα στελνόταν από τους θεούς Μανγκ Μανγκ τον Αξιοσέβαστο και Μιάο Μιάο (ΣτΜ: Θαυμαστά Θεϊκός) τον Θεϊκό, στον ανθρώπινο κόσμο, και πώς θα οδηγούνταν στην αντίπερα όχθη (πέρα από την Σαμσάρα, την μετενσάρκωση). Στην επιφάνεια της πέτρας, η καταγραφή του σημείου όπου θα έπεφτε, του σημείου γέννησής της, καθώς και διάφορα συνηθισμένα οικογενειακά θέματα και ασήμαντες αισθηματικές ιστορίες νεανίδων, στίχοι, ωδές, λόγοι και αινίγματα, ήταν όλα εκεί. Αλλά το όνομα της δυναστείας και το έτος διακυβέρνησης έλειπαν, και δεν μπορούσαν να εντοπιστούν.

Στην άλλη όψη, υπήρχαν επίσης οι ακόλουθοι αινιγματικοί στίχοι:

Χωρίς τις αρετές τον γαλανό ουρανό να διορθώσω,

Μάταια στον θνητό κόσμο τριγυρνούσα μες το ψέμα,

Από μια παλαιότερη και επόμενη ζωή τα γεγονότα θα σας δώσω,

Ποιός, όλως περιέργως, θα τα καταγράψει για εμένα;

Ο Κονγκ Κονγκ, ο ταοϊστής, έχοντας σκεφτεί για όλα αυτά για λίγο, κατανόησε ότι αυτή η πέτρα είχε μια κάποια ιστορία.

«Αδελφέ πέτρα», είπε συνεπώς, απευθυνόμενος στην πέτρα, «οι καταγραφές περασμένων γεγονότων που υπάρχουν πάνω σου κατέχουν, σύμφωνα με εσένα, πολύ ενδιαφέρον, και για αυτόν τον λόγο χαράχτηκαν, με την πρόθεση να πουν στις γενιές να τις μεταφέρουν ως αξιοσημείωτα συμβάντα. Αλλά κατά την γνώμη μου, τους λείπει κάθε δεδομένο που θα βοηθούσε να καταλάβουμε το όνομα του Αυτοκράτορα και το έτος διακυβέρνησης, και, δεύτερον, δεν είναι κάποια καταγραφή κάποιας έξοχης πολιτικής τέχνης, που υιοθετήθηκε από υψηλούς και ενάρετους ή από υψηλούς πιστούς υπουργούς και δικαστές, κατά την διακυβέρνηση του κράτους, ή στους κανόνες της δημοσίας ηθικής. Τα περιεχόμενα είναι απλώς περί ενός αριθμού νεανίδων, εξαιρετικού χαρακτήρα. Είτε για τα αισθήματά τους προς έναν νέο που τις έκαναν κάποιες φορές να χάνουν το μυαλό τους, ή για τις μικρές τους τιμωρίες ή ασήμαντα ταλέντα, και εάν αντέγραφα όλα αυτά, δεν θα θεωρούνταν ως βιβλίο κάποιας εξαιρετικής αξίας.»

«Κύριε ιερέα», απάντησε η πέτρα με σιγουριά, «για ποιον λόγο είστε τόσο εξαιρετικά ανόητος; Οι λαϊκές μη εξευγενισμένες ιστορίες των δυναστειών, που γράφονται σε κάθε εποχή, έχουν, πρέπει να πω, όλες πάρει την μορφή, υπό ψευδή προσχήματα, της τελείως τυπικής, ξύλινης γραφής των δυναστειών Χαν και Τανγκ. Διαφέρουν από τα γεγονότα που είναι χαραγμένα πάνω μου, που δεν παίρνουν αυτήν την συνηθισμένη μορφή, αλλά, βάσει των δικών μου εμπειριών και φυσικών αισθημάτων, παρουσιάζουν, στον αντίποδα, έναν πρωτότυπο και μοναδικό χαρακτήρα. Επιπροσθέτως, στις σελίδες εκείνων των ακαλλιέργητων ιστοριών, είτε οι επιθυμίες επί διοικητών και κυβερνητικών, ή οι επικρίσεις που γίνονται σε άτομα, στις γυναίκες τους και στις κόρες τους, ή οι πράξεις ανηθικότητας και βίας είναι τόσο πολυάριθμες που δεν μπορούν να μετρηθούν. Πράγματι, υπάρχει ένα ακόμα είδος πρόχειρης λογοτεχνίας, του οποίου η επιπολαιότητα και η ρύπανση καταστρέφουν πολύ εύκολα τους νέους.»

«Όσον αφορά τα έργα, στα οποία χαρακτήρες λογίων ή καλλονών παρουσιάζονται, τα θέματά τους είναι επαναλαμβανόμενα του Γουέν Τσιουν, το περιεχόμενο σε κάθε σελίδα είναι του Τζου Τσιέν. Χίλιοι τόμοι δεν παρουσιάζουν κάποια ποικιλομορφία. Και χίλιοι χαρακτήρες είναι απλώς ο ένας παρόμοιος του άλλου. Σαν αυτά να μην ήταν αρκετά, αυτά τα έργα, ανά τις σελίδες τους, δεν μπορούν να μην χρησιμοποιούν ακραία φαντασία. Οι συγγραφείς, όμως, δεν είχαν κανέναν άλλον στόχο από το να γράψουν μερικές συναισθηματικές ωδές και κομψές μπαλάντες δικής τους δημιουργίας, και για αυτόν τον λόγο έχουν από την φαντασία τους δημιουργήσει τα ονόματα και επώνυμα αντρών και γυναικών, και αναγκαστικά έβαλαν και μερικούς κακούς χαρακτήρες, που θα πρέπει, όπως ένας χαζός σε ένα έργο, να δημιουργούν κάποια ένταση στην πλοκή.»

«Ακόμα πιο απαίσιο είναι ένα είδος υπερβολικά τυπικής και φλύαρης λογοτεχνίας, τελείως άδειας από κάθε φυσικό αίσθημα, γεμάτης αυτοαναιρέσεις, και σε σχέση με αυτήν δημιουργείται μεγάλη αντίθεση με τις νεανίδες στην καταγραφή μου, τις οποίες είχα κατά την διάρκεια της μισής ζωής μου, δει με τα ίδια μου τα μάτια και ακούσει με τα ίδια μου τα ώτα. Και αν και δεν θα θεωρήσω πως είναι ανώτερες από τους ήρωες και ηρωίδες σε παλαιότερα έργα, όμως ο συλλογισμός μας για τα κίνητρα και τα θέματα των εμπειριών τους, μπορεί κάλλιστα να προσφέρει υλικό επαρκές για την απομάκρυνση της πλήξης, και για την υπερνίκηση μιας μελαγχολικής κατάστασης.»

«Όσον αφορά τα διάφορα ποιήματα πρόχειρων, αστείων στίχων, μπορεί επίσης να προκαλέσουν τόσον γέλωτα ώστε να αναγκάσουν τον αναγνώστη να ρίξει το ρύζι και να φτύσει το κρασί.»

«Σε αυτές τις σελίδες, οι σκηνές που παρουσιάζουν τον πόνο του αποχωρισμού, την ευλογία της επανένωσης, και τις μοίρες της ευημερίας και της δυσκολίας είναι όλες, σε κάθε τους λεπτομέρεια, αληθινές στην ανθρώπινη φύση, και δεν τόλμησα να κάνω την παραμικρή προσθήκη, ή αλλαγή, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια παραμόρφωση της πραγματικότητας.»

«Ο μόνος μου στόχος είναι ότι οι άνθρωποι μπορεί, μετά από ένα ποτό, ή αφότου σηκωθούν από τον ύπνο ή όταν χρειάζονται χαλάρωση από την πίεση της εργασίας, να πάρουν αυτήν την ελαφριά λογοτεχνία, και όχι μόνο να διαγράψουν τελείως τα ίχνη των παλιών βιβλίων, και να βρουν μια νέα ενασχόληση, αλλά και να ζήσουν βίο μακρύ με ενέργεια και δύναμη, διότι δεν έχει κανένα κοινό σημείο με εκείνα τα έργα που τα περιεχόμενά τους είναι ψεύτικα, που η ιστορία τους είναι ανήθικη. Τώρα, κύριε ιερεά, ποιά η άποψή σας επί του θέματος;»

Ο Κονγκ Κονγκ συλλογιζόμενος για λίγο τα λόγια της, τα οποία άκουσε με κάθε προσοχή, επανεξέτασε σε όλο το μήκος της, την καταγραφή της πέτρας. Και βρίσκοντας ότι το γενικό θέμα αποτελείτο από τίποτα άλλο παρά από μια διατριβή στην αγάπη, και από μια ακριβή περιγραφή γεγονότων, χωρίς την παραμικρή κηλίδα ανηθικότητας που ζημιώνει τους καιρούς μας, ως εκ τούτου αντέγραψε τις λέξεις, από την αρχή έως το τέλος, με την πρόθεση να δώσει στον κόσμο την ευθύνη να τις μεταφέρει από γενιά σε γενιά ως μια περίεργη ιστορία.

 

Έτσι ο Κονγκ Κονγκ, ο ταοϊστής, ως αποτέλεσμα της αντίληψής του για το αίσθημα (σε μια κατάσταση) βαθιάς ηρεμίας, της δημιουργίας, από αυτό το αίσθημα, φλεγόμενου αισθήματος, της μεταμόρφωσης αυτού στο αρχικό αίσθημα, και της κατανόησης, μέσω του αισθήματος, της ψεύτικης φύσης του αισθήματος, άλλαξε το όνομά του σε Τσινγκ Τσενγκ (Αισθηματικός Μοναχός), και άλλαξε τον τίτλο του «Ημερολογίου της Πέτρας» σε «Καταγραφή του Αισθηματικού Μοναχού», και ο Κουνγκ Μέι-τσι της Τουνγκ Λου του έδωσε το όνομα «Φενγκ Γιουέ Πάο Τσιέν», ο «Πολύτιμος Καθρέπτης του Έντονου Αισθήματος». Σε επόμενα χρόνια, λόγω της αφοσίωσης του Τσάο Σιουε-τσιν στην μελέτη του στο Τάο Χουνγκ, στα δέκα έτη ανάγνωσης και επανεξέτασης του έργου, οι προσθήκες και βελτιώσεις που έγιναν από αυτόν πέντε φορές, η προσθήκη πίνακα περιεχομένων και η διαίρεση σε περιόδους και κεφάλαια, είχαν ως αποτέλεσμα το βιβλίο να μετονομαστεί πάλι σε «Οι δώδεκα κόρες του Τσιν Λινγκ». Ένα ποίημα συνετέθη επιπροσθέτως για τον λόγο αυτόν. Αυτή λοιπόν, και καμία άλλη, είναι η προέλευση της Καταγραφής της Πέτρας. Ο ποιητής λέει σχετικά:

Σελίδες γεμάτες ανόητες συζητήσεις,

Δάκρυα πολλά, πικρά, θα συναντήσεις,

όλα ανοήτων, ο συγγραφέας προτάσσει,

Αλλά την νοστιμιά τους, ποιος μπορεί να παρουσιάσει;

Έχεις τώρα καταλάβει τα αίτια δημιουργίας της Καταγραφής της Πέτρας, αλλά καθώς δεν γνωρίζεις ακόμα ποιοι χαρακτήρες παρουσιάζονται, και ποιες περιστάσεις σχετίζονται με την επιφάνεια της πέτρας, καλοσυνάτε αναγνώστη, χάρισε την προσοχή σου στην αφήγηση της πέτρας, η οποία έχει ως εξής:

Στα παλιά χρόνια, η Νοτιοανατολική γη ήταν χαμηλά. Σε αυτό το νοτιοανατολικό τμήμα του κόσμου, υπήρχε μια πόλη με τείχη, Κου Σου στο όνομα. Μέσα στα τείχη μια περιοχή, η Τσ’ανγκ Μεν, ήταν περισσότερο από κάθε άλλη στον ανθρώπινο κόσμο, το κέντρο, που είχε την δεύτερη αν όχι την πρώτη θέση σε θέματα μόδας και ζωής. Πέρα από αυτήν την Τσ’ανγκ Μεν ήταν ένας δρόμος που λεγόταν Σι-λι-τζιέ (Δρόμος των δέκα λι). Σε αυτόν τον δρόμο υπήρχε μια μικρότερη κάθετη οδός με όνομα Τζεν Τσ’ινγκ (Καλοσύνη και Αγνότητα) και σε αυτήν την μικρή οδό ένας παλιός ναός, που λόγω των μικρών διαστάσεών του, αποκαλούνταν ο ναός Φλασκί. Δίπλα σε αυτόν τον ναό ζούσε μια οικογένεια ενός τοπικού αξιωματούχου, Τζεν (ΣτΜ: ομόηχο της Αλήθειας) στο επώνυμο, Φέι στο όνομα και Σι-γιν στο κοινό όνομα. Η γυναίκα του, πρώην Φενγκ, κατείχε χαρακτήρα αξιόλογο και ενάρετο, και είχε μια σαφή κατανόηση της ηθικής ευπρέπειας και της καλής συμπεριφοράς. Αυτή η οικογένεια, αν και δεν είχε πολλά πλούτη και πολυτέλειες, θεωρούνταν στην περιοχή τους, ως μια ευημερούσα οικογένεια. Καθώς αυτός ο Τζεν Σι-γιν ένιωθε ευχαριστημένος και χωρίς φιλοδοξίες στην καρδιά του, και δεν επιδίωκε να πετύχει κάποιο ανώτερο αξίωμα, αλλά κάθε μέρα της ζωής του χαιρόταν να παρατηρεί τα λουλούδια, να φυτεύει μπαμπού, να σιγοπίνει το κρασί του και να φτιάχνει ποιήματα, ήταν στην πραγματικότητα, στην άφεσή του σε αυτές τις δραστηριότητες, χαρούμενος όσο και ένα υπερφυσικό ον.

Ένα μόνο πράγμα βάραινε την καρδιά του. Είχε ζήσει πάνω από πενήντα χρόνια και ακόμα δεν είχε άρρενα απόγονο γύρω απ’ τα γόνατά του. Είχε μόνο ένα παιδί, μια κόρη, με όνομα Γινγκ Λιέν (ΣτΜ: ομόηχο του Βρέφους που Αγαπώ.) Ήταν μόνο τριών ετών. Μια μεγάλη μέρα του καλοκαιριού, στην οποία η ζέστη ήταν έντονη, ο Σι-γιν καθόταν ήρεμα στην βιβλιοθήκη του. Νιώθοντας το χέρι του κουρασμένο από το βιβλίο που κρατούσε, άφησε το βιβλίο και έγειρε το κεφάλι σε ένα τραπεζάκι τσαγιού, και αποκοιμήθηκε.

Ξαφνικά, ενώ ήταν σε αυτήν την κατάσταση χωρίς συνειδητότητα, του φάνηκε να είχε περπατήσει σε κάποιο μέρος, δεν μπορούσε να καταλάβει που. Χωρίς να το περιμένει είδε, σε απόσταση απένταντί του, δύο ιερείς να έρχονται προς αυτόν: ο ένας βουδιστής, ο άλλος ταοϊστής.

 

 

 

*: ΣτΜ: Δεν έδινε σημασία στην εκπαίδευση, σε σχέση με την κατάσταση της εποχής του.
Σε σχέση με την σημερινή κατάσταση, θα λέγαμε ίσως ότι έδινε εξαιρετικά μεγάλη σημασία.

 

(Η συνέχεια θα αναρτηθεί την επόμενη εβδομάδα.)

 

Κεράστε μας έναν καφέ

Προσωπικές Πληροφορίες

Πληροφορίες Κάρτας
Ασφαλής SSL κρυπτογραφημένη πληρωμή

Συνολική Δωρεά: €6,00

Σχολιάστε