Τετάρτη, 30 Σεπ, 2020
Υπέροχη παιδική λογοτεχνία (Σουζάνα Πιρς)

Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαία τη σπουδαία παιδική λογοτεχνία;

Της Σουζάνα Πηρς 

Μετάφραση: Αλία Ζάε

Μιλώντας για το διάβασμα σπουδαίας παιδικής λογοτεχνίας, έχω να καλύψω πολύ χαμένο χρόνο. Σαν παιδί, δεν καταβρόχθιζα τα βιβλία, και οι γονείς μου, αν και ενδιαφέρονταν για τη μόρφωση των παιδιών τους, επαφίονταν σε όσα εγώ και τα αδέρφια μου μαθαίναμε στο σχολείο. Αν και μας διάβαζαν βιβλία στο σπίτι όσο ήμασταν μικρά, όταν μεγαλώσαμε λίγο βρισκόμασταν συνέχεια έξω για παιχνίδι. Τον καιρό εκείνο, τα παιδιά είχαμε την πολυτέλεια να τριγυρίζουμε στην εξοχή με τους φίλους μας για ώρες.

Τώρα που είμαι γονέας, διδάσκω στο σπίτι τη δική μου κόρη και απολαμβάνω με εξίσου μεγάλη χαρά την πολυτέλεια να της συστήσω –αλλά και στον εαυτό μου, επίσης- πολλά σπουδαία έργα παιδικής λογοτεχνίας. Ακολουθώντας άλλους γονείς σε αυτό το δρόμο, έχω την ευχαρίστηση αλλά και την ευθύνη να διαμορφώνω τον λογοτεχνικό κόσμο της κόρης μου. Και αυτός είναι ένας τεράστιος και θαυμάσιος κόσμος.

Ίσως τείνετε να διαγράψετε την παιδική λογοτεχνία ως ελαφριά, όχι σοβαρή λογοτεχνία. Κατοικοεδρεύει στο πολύχρωμο και δυνητικά κολλώδες τμήμα των βιβλιοθηκών, από το οποίο οι ενήλικες έχουν αυτοεξοριστεί. Αλλά, αν σκεφτούμε αυτό το ζήτημα έστω για μόνο μια στιγμή, θα συνειδητοποιήσουμε ότι, εκτός από τη διασκέδαση και τη χαλάρωση για ύπνο που προσφέρει η παιδική λογοτεχνία στα παιδιά, υπάρχει και κάτι ακόμα.

Τι είναι αυτό που την κάνει λογοτεχνία;

Ο όρος «λογοτεχνία» μπορεί να αναφέρεται σε οτιδήποτε, από φυλλάδια και τυπωμένο υλικό μέχρι και όλα τα έργα που έχουν γραφτεί για να διαβαστούν από άλλους. Στους ορισμούς του, ο Γουέμπστερ συμπεριλαμβάνει «Γραπτά σε πεζό λόγο ή σε στίχους, και ιδιαίτερα: γραπτά με εξαιρετική φόρμα ή έκφραση, που εκφράζουν ιδέες με διαχρονική και παγκόσμια αξία». Πιστεύω πως όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε με αυτό. Εδώ, σκέφτομαι κυρίως τα μυθιστορήματα.

Αντίστοιχα, όταν σκέφτομαι την παιδική λογοτεχνία, ο νους μου πηγαίνει κυρίως στα μεγαλύτερα αφηγήματα και όχι τόσο στα μικρά βιβλιαράκια, που γράφονται για να διαβαστούν μονομιάς. Παρόλα αυτά, όπως θα δούμε, υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις.

Τι είναι αυτό που την κάνει σπουδαία;

Για να είναι σπουδαίο ένα λογοτεχνικό έργο, είτε γράφεται για ανήλικους είτε για ενήλικους, πρέπει να είναι καλά δομημένο. Το γράψιμο πρέπει να είναι καλό, όχι μόνο τεχνικά, αλλά να διαθέτει και μια καθαρότητα έκφρασης που γεννά εικόνες, δράση και συναισθήματα στο μυαλό του αναγνώστη. Πρέπει να διαβάζεται ευχάριστα και να συνεχίζει να προκαλεί ευχαρίστηση ακόμα και μετά από πολλές αναγνώσεις.

Ένα αληθινά μεγάλο λογοτεχνικό έργο θα βάλει τον αναγνώστη μέσα στον κόσμο της ιστορίας, δεν θα τον αφήσει να είναι αμέτοχος παρατηρητής. Η ιστορία έχει μια περιπλοκότητα που κάνει τον κόσμο της και τους χαρακτήρες πειστικούς και πολυδιάστατους. Αυτός ο κόσμος πρέπει να παρουσιάζει οργανική ενότητα, ώστε όχι μόνο να βγάζει λογικό νόημα, αλλά και να εμπεριέχει πολλαπλά επίπεδα, αποχρώσεις, ακόμα και το στοιχείο της έκπληξης.

Θα προσκαλέσει τον αναγνώστη να καταπιαστεί με παγκόσμια ανθρώπινα προβλήματα, ιδέες, αισθήματα και εμπειρίες. Εν τέλει, η σπουδαία λογοτεχνία (η σπουδαία τέχνη κάθε είδους) φέρνει τον αναγνώστη σε επαφή με το καλό, το αληθινό και το ωραίο, ακόμα κι αν αυτό πρέπει να ανακαλυφθεί μέσα από περισυλλογή.

Τι είναι αυτό που την κάνει παιδική;

Γιόχαν Γκούντμουντσεν-Χόλμγκρεεν, «Μικρό κορίτσι που διαβάζει», 1900. (Public Domain)

 

Αυτό ίσως μοιάζει προφανές, γιατί γενικά ξέρουμε πότε ένα έργο προορίζεται για παιδιά, σε αντίθεση με τα έργα για ενήλικες. Αν όμως προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, θα ανακαλύψουμε ότι υπάρχουν περισσότερες διαφορές από τις φωτεινές εικόνες ή τις χαρούμενες ιστορίες παιδιών. Όπως κι εγώ, έτσι και οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι γονείς που συμβουλεύτηκα, χρειάστηκε να ξαναπροσπαθήσουν για να κάνουν αυτήν τη διάκριση. Μετά από πολλή συζήτηση, μπορέσαμε να εντοπίσουμε τα πράγματα που καθορίζουν στ’ αλήθεια και διαχωρίζουν την παιδική λογοτεχνία από τη λογοτεχνία γενικώς.

Συμβαίνει συχνά ένα βιβλίο για παιδιά να έχει για πρωταγωνιστές παιδιά. Αλλά, μπορεί να είναι και ζώα, όπως στο «Charlotte’ s Web», «Μαύρη Καλλονή», και «Ο άνεμος στις ιτιές». Κάποιοι χαρακτήρες μπορεί επίσης να είναι μυθικά πλάσματα, όπως στα «Χρονικά της Νάρνια». Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι ενήλικες άνθρωποι δεν είναι πρωταγωνιστές και ο κόσμος της ιστορίας δεν είναι ο πραγματικός κόσμος των ενήλικων ζητημάτων.

Θα έπρεπε να αναφέρω, σε αντίθεση με τα παραπάνω, ένα βιβλίο όπου ο πρωταγωνιστής είναι ένα παιδί, αλλά το βιβλίο σίγουρα δεν είναι παιδική λογοτεχνία: ο «Όλιβερ Τουίστ» του Τσαρλς Ντίκενς. Αν και η οπτική γωνία είναι αυτή του αγοριού, ο κόσμος είναι αυτός των ενήλικων ζητημάτων.

Ένα άλλο στοιχείο που διαχωρίζει την παιδική από την ενήλικη λογοτεχνία είναι το ότι, ενώ πρέπει να έχει έναν βαθμό περιπλοκότητας ώστε να είναι ενδιαφέρουσα, θα πρέπει αυτός ο βαθμός να είναι τόσο χαμηλός όσο και το επίπεδο αντίληψης του κοινού στο οποίο απευθύνεται, χωρίς όμως να ξεπέφτει και στην κοινοτοπία. Τα θέματα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι ακατάλληλα για τα παιδιά. Το λεξιλόγιο καλό θα ήταν να είναι προσιτό στους νεαρούς αναγνώστες. Αυτό βέβαια είναι κάτι αρκετά σχετικό, καθώς, όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, παλιότερα κλασικά παιδικά βιβλία συμβαδίζουν με αρκετά σύγχρονα ενηλίκων!

Ενώ ένα σπουδαίο έργο συνήθως βοηθά στην ανάπτυξη του νεαρού αναγνώστη, αυτά που γίνονται δημοφιλή δεν είναι ούτε σχολαστικά ούτε διδακτικά. Ο συγγραφέας εξισώνεται με το παιδί-αναγνώστη. Ποιο παιδί θα ήθελε να ανοίξει ένα βιβλίο μόνο και μόνο για βρει άλλον ένα μεγάλο που τους λέει τι πρέπει να σκεφτούν και τι να κάνουν; Τα παιδιά θέλουν να έχουν περιπέτειες, να κάνουν μεγαλόπνοες σκέψεις και, ναι, να διασκεδάζουν –ακριβώς όπως και οι μεγάλοι. Όλα αυτά είναι πιθανά σε ένα αληθινά καλό παιδικό βιβλίο.

Μπορεί να είναι σπουδαία η παιδική λογοτεχνία;

Η σπουδαιότητα κάποιων παιδικών βιβλίων μοιάζει προφανής όταν εκδίδονται, αλλά μόνο ο χρόνος μπορεί να την επιβεβαιώσει. Καθώς ο αναγνώστης μεγαλώνει, το βιβλίο συνεχίζει να του μιλάει. Αντέχει σε πολλές αναγνώσεις (μια ανακούφιση για τους γονείς που καλούνται να το διαβάζουν ξανά και ξανά στα παιδιά τους), παραμένοντας φρέσκο και ευχάριστο κάθε φορά. Πολλές γενιές θα αγαπήσουν τον τίτλο του. Ένα βιβλίο που ασχολείται με αιώνια ανθρώπινα ζητήματα πάντα θα μας μιλάει.

Κάποια από τα έργα παιδικής μυθιστοριογραφίας, που έχουν παραμείνει αγαπημένα παγκοσμίως και διαχρονικά είναι οι «Μικρές κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ, η σειρά «Μικρό σπίτι στο λιβάδι» της Λώρα Ίνγκαλς Γουάιλντερ, «Το βιβλίο της ζούγκλας» και οι «Θαλασσόλυκοι» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, «Το νησί των θησαυρών» του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, το «Χόμπιτ» του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν και οι ιστορίες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ο κατάλογος μπορεί να συνεχίζεται και να συνεχίζεται. Και να συνεχίζεται.

Μια άλλη ανωμαλία ανάμεσα στα σπουδαία παιδικά βιβλία είναι τα βιβλία της σειράς “Freddy the Pig” του Γουώλτερ Ρ. Μπρουκς. Εκτός από τους ανθρώπινους χαρακτήρες, υπάρχουν και ομιλώντα ζώα. Το γράψιμο είναι αριστοτεχνικό. Οι πλοκές είναι ιλιγγιωδώς περίπλοκες. Αλλά λείπει ένα στοιχείο: δεν καταπιάνονται με μεγάλες ιδέες. Κι όμως, δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να τα βγάλει από τον κατάλογο. Ό,τι τους λείπει σε φιλοσοφία, το αναπληρώνουν σε κωμική ιδιοφυΐα. Ο Μπρουκς είναι ο P.G. Wodehouse της παιδικής λογοτεχνίας.

Ο χρόνος θα δείξει

Δεν αντέχει κάθε εκδοτική επιτυχία τη δοκιμασία του χρόνου. Κοίταξα τον κατάλογο με τους νικητές των βραβείων Newbery Medal (από το πρώτο το 1922) και παρατήρησα ότι τους περισσότερους δεν τους ήξερα. Ίσως να είχαν συγκινήσει την επιτροπή της εποχής τους, αλλά απέτυχαν να παραμείνουν αγαπημένα στους αναγνώστες με την πάροδο του χρόνου.

Μια ακόμα καλύτερη ένδειξη ενός καλού παιδικού βιβλίου είναι όταν οι γονείς που μεγάλωσαν με αυτό ανυπομονούν να το διαβάσουν στα παιδιά τους, όχι μόνο για να το μοιραστούν μαζί τους, αλλά και για να το απολαύσουν οι ίδιοι για άλλη μια φορά. Τα σπουδαία βιβλία ποτέ δεν παλιώνουν και, στην πραγματικότητα, παραμένουν απολαυστικά για τους ενήλικες, ακόμα και χωρίς να τα μοιράζονται με τα παιδιά τους.

Οι γονείς με τους οποίους συζήτησα αυτή την ερώτηση περιέγραψαν τα βιβλία που θεωρούν σπουδαία ή κλασικά χρησιμοποιώντας φράσεις όπως «παντοτινά ενδιαφέρον», «είχε μεγάλη επίδραση», «άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου» και «αντλούσα περισσότερα με κάθε νέα ανάγνωση». Ισχύουν περίπου τα ίδια και για τα κλασικά βιβλία ενηλίκων, αλλά είναι πολύ πιο αξιοσημείωτο το ότι μπορούν να διαμορφώνουν ένα παιδί και ταυτόχρονα να έχουν νόημα για έναν μεγάλο.

Η δημοτικότητα δεν είναι πάντα ένα ασφαλές κριτήριο

Υπάρχουν κάποια βιβλία που αντέχουν στο χρόνο και διαβάζονται ευχάριστα από πολλές γενιές παιδιών, χωρίς όμως να είναι ιδιαίτερα σπουδαία. Αυτά συνήθως κυκλοφορούν σε μεγάλες σειρές μη συνεχόμενων ιστοριών, όπως τα Nancy Drew, Hardy Boys, The Boxcar Children mysteries και οι Πέντε Φίλοι. Απλώς το γράψιμο δεν είναι σπουδαίο. Δεν είναι κακά, αλλά ούτε είναι κάτι παραπάνω από στερεότυπη ψυχαγωγία. Ένα διασκεδαστικό διάβασμα. Δεν αντέχουν λόγω της σπουδαιότητάς τους, αλλά επειδή οι μικροί βιβλιοφάγοι πρέπει να ταΐζονται συνεχώς!

Άλλα καλά βιβλία τυχαίνει να παραγνωρίζονται. Βγαίνουν εκτός μόδας για ένα διάστημα και γίνονται δυσεύρετα. Νιώθω κατάπληκτη από το πόσα πολλά υπέροχα βιβλία ανακάλυψα μέσω φίλων χωρίς να έχω ακούσει να γίνεται λόγος για αυτά! Για παράδειγμα οι σειρές The Swallows και Amazons. Πρωτοκυκλοφόρησαν στην Αγγλία το 1930, όπου παρέμειναν δημοφιλείς, αλλά στις ΗΠΑ δεν είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση μέχρι πρόσφατα.

Το μέλλον της σπουδαίας παιδικής λογοτεχνίας

Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε μήπως σταματήσει να παράγεται σπουδαία παιδική λογοτεχνία. Υπάρχουν πολλοί υποσχόμενοι νέοι συγγραφείς, των οποίων τα βιβλία ανταποκρίνονται στα κριτήρια και οι οποίοι κερδίζουν ένα κοινό ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς τους. Η Κέιτ ΝτιΚαμίλο, παραδείγματος χάριν, γράφει βιβλία από το 2000. Οι ιστορίες της «Το θαυμαστό ταξίδι του Έντουαρντ Τιουλέιν» και «Η ιστορία των Ντεσπερώ» είναι μόνο δυο από τα συγκινητικά της μυθιστορήματα.

Μια άλλη νέα συγγραφέας της ίδιας χρονικής περιόδου είναι η Γκρέις Λιν. «Εκεί όπου το βουνό συναντά το φεγγάρι», πχ., είναι ένα αριστοτεχνικό αφηγηματικό κατόρθωμα. Υφασμένα με στοιχεία της κινέζικης λαογραφίας και κομψά γραμμένα, τα βιβλία της μοιάζουν να προέρχονται από μια παλιότερη εποχή. Οι εικονογραφήσεις της αξίζουν να καδραριστούν. Υποπτεύομαι ότι και αυτά θα έχουν μια διαχρονική επίδραση.

Θα κλείσω με τα λόγια ενός σοφού, βιβλιόφιλου φίλου, που συνεισέφερε στη συζήτηση που συνόψισα εδώ: «Τα σπουδαία βιβλία γίνονται μέρος της προσωπικότητας του παιδιού και μέρος της σκαλωσιάς που βοηθά το παιδί να κατανοήσει τον κόσμο του, να καταπιαστεί με την ανθρώπινη φύση, με τη θεϊκή φύση και με όλα τα μεγάλα, σημαντικά ερωτήματα που τα παιδιά μόλις αρχίζουν να αντιλαμβάνονται.»

Σπουδαία ελληνική παιδική λογοτεχνία*

Νιώθω πως θα ήταν παράλειψη εκ μέρους μου να μην συμπληρώσω αυτό το άρθρο με μια σύντομη έστω αναφορά στους Έλληνες συγγραφείς παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, που εμπλουτίζουν τις παιδικές ψυχές με τα σπουδαία έργα τους.

Μια τέτοια αναφορά ποτέ δεν μπορεί να είναι πλήρης, θα προσπαθήσω όμως να συμπεριλάβω όσο περισσότερους μπορώ από αυτούς που άφησαν το στίγμα τους στα ελληνικά γράμματα σε βάθος χρόνου, αλλά και κάποιους από τους νεότερους.

Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω από την Άλκη Ζέη, η οποία μας άφησε πρόσφατα. «Το καπλάνι της βιτρίνας», «Η Κωνσταντίνα και η αράχνες της», «Ο ψεύτης παππούς» είναι λίγοι μόνο από τους τίτλους που μας χάρισε η πολυβραβευμένη και πολυμεταφρασμένη συγγραφέας.

Την ίδια περίπου περίοδο έζησαν και έγραψαν η Ζωρζ Σαρή («Το ψέμα», «Ε.Π.», «Μια αγάπη για δύο»), η Κίρα Σίνου («Στη χώρα των μαμούθ»), η Πηνελόπη Δέλτα («Τρελαντώνης», «Μάγκας»), ο Ανδρέας Καρκαβίτσας («Λόγια της πλώρης»), ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου («Τα ψηλά βουνά») και ο Μενέλαος Λουντέμης («Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»).

Κάποιοι από τους νεότερους, σύγχρονούς μας συγγραφείς είναι η Ευγενία Φακίνου («Ντενεκεδούπολη»), ο Μάνος Κοντολέων («Φεύγει Έρχεται», «Πολύτιμα Δώρα»), ο αστείρευτος Ευγένιος Τριβιζάς («Παραμύθια Ντορεμύθια», «Τα 33 ροζ ρουμπίνια», «Η Δόνα Τερηδόνα», «Φρικαντέλα, η μάγισσα που μισούσε τα κάλαντα») και η επίσης αστείρευτη Σοφία Μαντουβάλου («Τα βιβλία της αγκαλιάς», «Μια φορά…ήταν η Κολοτούμπα», «Η δασκάλα που το κεφάλι της έγινε καζάνι»). Ακόμα νεότεροι, ο Αντώνης Παπαθεοδούλου («Καράβια που ταξίδεψαν τη φαντασία») και η Ελένη Κατσαμά («Γορίλας στο φεγγάρι»).

Φτάνοντας στο τέλος, ας θυμηθούμε την αρχή: τον πατέρα των διδακτικών μύθων με ήρωες διάφορα ζώα, ιδρυτή του λογοτεχνικού είδους της αλληγορίας/παραβολής, τον «λογοποιό» Αίσωπο. Αν και δεν κατέγραψε ποτέ ο ίδιος τους μύθους που αφηγούνταν, αυτοί διαδίδονταν από στόμα σε στόμα, μέχρι την ελληνιστική εποχή όποτε και συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά. Ως χρονολογία της πρώτη τους έκδοσης αναφέρεται το 1479 (Μιλάνο). Οι Μύθοι του Αισώπου παραμένουν μέχρι και τις μέρες μας ζωντανότατοι, πολυδιαβασμένοι και πολυδιασκευασμένοι (Γκαίτε, Λα Φονταίν, κ.ά.). Οι ανθρώπινες αδυναμίες που στηλιτεύει είναι, και μάλλον πάντα θα είναι, παρούσες και οι μύθοι του πάντα επίκαιροι.

Ως αναγνώστες και ως γονείς των νέων μικρών αναγνωστών, ας εκφράσουμε τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μας προς όλους τους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας για την σπουδαία προσφορά τους.

Η Σουζάνα Πηρς έχει μάστερ στη Θεολογία και γράφει στο σπίτι της στη Νότια Καρολίνα.

* προσθήκη της μεταφράστριας.

Γνωρίζατε ότι είμαστε ανεξάρτητοι;

Η Epoch Times είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε επιρροή από εταιρείες, κυβερνήσεις ή πολιτικά κόμματα. Ο μόνος μας στόχος είναι να δίνουμε στους αναγνώστες μας ακριβείς πληροφορίες και να είμαστε υπεύθυνοι προς το κοινό.

Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x