Τετάρτη, 30 Σεπ, 2020
Τζον Ουίλιαμ Γουότερχαους, «Μια ιστορία από το ‘Δεκαήμερο’», 1916. Αίθουσα τέχνης Lady Levert, Εθνικά Μουσεία, Λίβερπουλ. (Public Domain)

Το απλωμένο χέρι και άλλες παρηγοριές της ποίησης

Του Rob Crisell

Το 1821, ο ποιητής Τζον Κητς [John Keats] – αυτοπεριορισμένος με έναν αγαπημένο φίλο, που εκτελούσε χρέη νοσοκόμου – πέθανε από φυματίωση, βήχοντας αίμα, σε ένα σπιτάκι στη Ρώμη. Ήταν 25 ετών. Το ακόλουθο απόσπασμα βρέθηκε ανάμεσα στα χαρτιά του:

“This living hand, now warm and capable
Of earnest grasping, would, if it were cold
And in the icy silence of the tomb,
So haunt thy days and chill thy dreaming nights
That thou would wish thine own heart dry of blood
So in my veins red life might stream again,
And thou be conscience-calm’d—see here it is—
I hold it towards you.”

«Το χέρι αυτό ζωντανό, τώρα ζεστό και ικανό
Γερά να σε κρατήσει, αν ήταν κρύο
Και μες την παγωμένη σιωπή του τάφου
Έτσι θα στοίχειωνε τις μέρες σου και τα όνειρά σου
Που θά ’κανες ευχή η καρδιά σου από το αίμα να στραγγίξει
Ώστε στις φλέβες τις δικές μου να τρέξει πάλι κόκκινη η ζωή
Και μείνε ήσυχος – κοίταξε να το –
Προς τα εσένα το απλώνω».*

Όπως οι περισσότεροι σπουδαίοι στίχοι, αυτό το μικρό ποίημα είναι αθεράπευτα διφορούμενο. Κι όμως, πολλοί αναγνώστες, κι εγώ ανάμεσά τους, πιστεύουν ότι ο Κητς – παρεξηγημένος, κακοποιημένος και δυστυχισμένος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του – απευθύνεται σε μελλοντικούς αναγνώστες σαν εμάς, απλώνοντας το χέρι του για όσους θελήσουν να το πιάσουν. Το όνειρό του είναι να μείνουμε ήσυχοι (“conscience-calm’d”: conscience – η συνείδηση, calmed – ησυχασμένοι), που εγώ το ερμηνεύω ως «εγκαρδιωμένοι» ή «παρηγορημένοι». Ταυτόχρονα, φαντάζεται πως αν πιάσουμε το χέρι του, θα βλέπαμε και πάλι να τρέχει η «κόκκινη ζωή» στις φλέβες του. Παίρνει και δίνει αίμα. Είναι ένας φίλος. Το ποίημα είναι μια ισχυρή εικόνα των μυστήριων συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στους ποιητές και τους αναγνώστες, μέσα από το χρόνο και τον τόπο, πέρα από γλώσσες και πολιτισμούς.

Στη διάρκεια της ζωής μου, έχω συχνά στραφεί στην ποίηση για διαύγεια και παρηγοριά, ιδιαίτερα υπό συνθήκες πίεσης και αβεβαιότητας. Αν σκεφτούμε τα όσα συμβαίνουν τελευταία, δεν θα σας εκπλήξει το ότι διαβάζω και γράφω πολύ αυτήν την περίοδο. Με αυτό το κείμενο, θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω γιατί βρίσκω τα ποιήματα τόσο χρήσιμα. Παράλληλα, θα σας συστήσω μερικούς παλιούς φίλους, που με έχουν βοηθήσει όλα αυτά τα χρόνια. Ίσως μπορέσουν να βοηθήσουν κι εσάς.

Είναι η ποίηση νεκρή;

Εκτός από συγγραφέας και ηθοποιός, είμαι και καθηγητής ποίησης σε σχολεία σε μια μεσαίου μεγέθους πόλη της Νότιας Καλιφόρνια. Μια μέρα πριν η πολιτεία της Καλιφόρνια διατάξει το κλείσιμο όλων των δημόσιων σχολείων λόγω της επιδημίας εξηγούσα σε έξι διαφορετικά τμήματα Ε΄ τάξης πώς και γιατί θα έπρεπε να διαβάζουν ποίηση. Τα περισσότερα από τα εκατοντάδες παιδιά στα οποία έχω συστήσει τον Σαίξπηρ και την ποίηση έχουν ανακαλύψει κάτι χρήσιμο και βαθύ μέσα σε κάποιο ποίημα και μέσα στους εαυτούς τους. Τα πιο πολύτιμα μαθήματα για την ποίηση δεν αφορούν το μέτρο, τη ρίμα, την παρήχηση, τη μεταφορά, κ.ο.κ. Τα σπουδαία ποιήματα δεν οφείλουν τη σπουδαιότητά τους τόσο στην ικανότητα του ποιητή/της ποιήτριας με τις λέξεις, όσο στις συνδέσεις που μπορεί να φτιάξει ανάμεσα στον εαυτό του/της, τους αναγνώστες και το θείο.

Αν η δική σας σχέση με την ποίηση δεν είναι έτσι, δεν είστε ο μόνος. Η ποίηση είναι μια νεκρή τέχνη για τους περισσότερους ανθρώπους. (Θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα καλογραμμένα τραγούδια και στα καλογραμμένα ποιήματα, αλλά ας αφήσουμε αυτό τη συζήτηση για κάποια άλλη ώρα.) Τα ποιήματα έχουν τόση σχέση με τη ζωή μας όση έχει και το μακραμέ ή η σωστή έγκλιση των λατινικών ρημάτων.

Η ποιήτρια και λόγια Ντέινα Τζόια [Dana Gioia] εξηγεί αυτό το φαινόμενο στο δημιουργικό της δοκίμιο «Μπορεί η ποίηση να έχει ενδιαφέρον;» [“Can Poetry Matter?”]

«Η αμερικανική ποίηση…έχει γίνει η εξειδικευμένη απασχόληση μιας σχετικά μικρής και απομονωμένης ομάδας ανθρώπων. Σαν ιεροκήρυκες σε μια πόλη αγνωστικιστών, οι ποιητές ακόμα διαθέτουν ένα κάποιο υπολειμματικό κύρος. Αλλά σαν μεμονωμένοι καλλιτέχνες είναι σχεδόν αόρατοι.»

Ή, όπως το έθεσε η Μάριαν Μουρ [Marianne Moore], στον πρώτο στίχο του ποιήματός της με τον τίτλο (ουφ!) «Ποίηση»: «Ούτε κι εμένα μ΄ αρέσει.» Τα ποιήματα, γράφει, είναι «χρήσιμα» μόνον εφόσον μπορούν να δημιουργήσουν «φανταστικούς κήπους με αληθινά βατράχια.»

«Φανταστικοί κήποι με αληθινά βατράχια». Ίσως αυτή η φράση σας προκαλεί έναν σπασμό σύγχυσης, τρόμο, ακόμα και απογοήτευση. Αυτήν την αίσθηση είχα εγώ όταν τη διάβασα για πρώτη φορά. Σας ακούω να λέτε: «Καταραμένη νά ’σαι, ποίηση! Ξαναρχίζεις τα ίδια.» ¨Η, ίσως, σας κάνει απλά να νιώθετε άσχετοι και αδαείς – σαν αμυδρά να καταλαβαίνετε ότι δεν καταλαβαίνετε. Λοιπόν, καλωσήρθατε στην παρέα. Όπως λέω και στους μαθητές μου, η καλύτερη ποίηση μας κάνει να ιδρώνουμε λίγο. Για μένα, η φράση της Μουρ αφορά το πώς τα καλύτερα ποιήματα μπορούν να μας μεταφέρουν από το ορατό στο αόρατο. Με τα λόγια του Όουεν Μπάρφιλντ [Owen Barfield], η ποίηση σημαδεύει τις «ξεχασμένες σχέσεις» ανάμεσα στα πράγματα και ανάμεσα στους ανθρώπους. Γεφυρώνει το χάσμα.

Κατά τη γνώμη μου, οι νεκροί ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα σε αυτό το γεφύρωμα. Έχουν ξεμπερδέψει με τη πάλη της ύπαρξης. Έζησαν μέσα από πολέμους, επιδημίες, εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Τελείωσαν με τη «χαρά και τα βάσανα», όπως γράφει ο Σαίξπηρ («joy and moan»). Και, όπως το θέτει αξιομνημόνευτα ο Χένρι Λόνγκφελοου [Henry Longfellow], στον «Ψαλμό στη ζωή» («A Psalm to Life»):

“Lives of great men all remind us
We can make our lives sublime,
And, departing, leave behind us
Footprints on the sands of time;

Footprints, that perhaps another,
Sailing o’er life’s solemn main,
A forlorn and shipwrecked brother,
Seeing, shall take heart again.”

«Όλες οι ζωές των τρανών ανθρώπων μάς θυμίζουν
Πως τις ζωές μας μπορούμε να κάνουμε θαυμαστές,
Και φεύγοντας πίσω να αφήσουμε
Τα ίχνη μας στην αμμουδιά του χρόνου.

Ίχνη, που ίσως κάποιος άλλος,
Ταχιδευτής στο σοβαρό δρόμο της ζωής,
Κάποιος έρημος, ναυαγισμένος αδελφός μας,
Δει και πάρει κουράγιο ξανά».

Οι ποιητές μας λένε να κάνουμε κουράγιο. Μας θυμίζουν ότι έχουμε έναν φίλο που ξέρει ακριβώς τι περνάμε. Ίσως αυτός ο φίλος θέλει να μας κάνει να γελάσουμε, όπως ο Ληρ, ο Νας, ο Νταλ και ο Σιλβερσταϊν [Lear, Nash, Dahl, Silverstein]. Ίσως θέλει να μας αφηγηθεί μια ιστορία, όπως ο Δάντης, ο Σαίξπηρ, ο Μίλτον και ο Πόε. Ίσως θέλει να ραγίσει την καρδιά μας, όπως ο Σοφοκλής, ο Γητς, ο Σασούν, η Πλαθ και η Μπίσοπ [Yeats, Sassoon, Plath, Bishop]. Ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνει ένας ποιητής ή μια ποιήτρια, αυτός ή αυτή είναι εκεί για να μας θυμίζει –με έναν νέο τρόπο- πώς είναι να είσαι άνθρωπος.

Το διάβασμα και το γράψιμο της ποίησης είναι ένας τρόπος σκέψης. Ένας γνωστός ορισμός ενός ποιήματος είναι «το αίσθημα που βρήκε τη σκέψη του και η σκέψη που βρήκε τα λόγια της». Η ποίηση ξυπνά τα αισθήματα, και τα αισθήματα προκαλούν σκέψεις – και συχνά μεταμορφώσεις. Τα ποιήματα είναι πιο ισχυρά όταν αντηχούν σε ένα συναίσθημα που υπάρχει ήδη μέσα μας. Μας ξυπνούν για να δούμε αυτό που κρύβεται βαθιά μέσα μας.

Παραθέτω μερικές ακόμα ποιητικές περιγραφές ενός ποιήματος, από το εξαιρετικό βιβλίο του Έντουαρντ Χερς «Πώς να διαβάσετε ένα ποίημα και να ερωτευτείτε την ποίηση» [Edward Hirsch, “How to Read a Poem and Fall in Love with Poetry”]:

Ένα μήνυμα σε μπουκάλι
Μια ψυχή που δρα μέσα από τις λέξεις
Μια ομιλούσα εικόνα
Η πιο δύστροπη τέχνη
Λόγος συμπυκνωμένος και υψωμένος στην υψηλότερη του δύναμη
Μια ωρολογιακή βόμβα, που εκρήγνυται με την επαφή

Αν καμιά από αυτές τις μεταφορές δεν σας αγγίζει, δεν πειράζει. Η ποίηση είναι ένας τρόπος σκέψης, που όμως δεν είναι και τόσο δημοφιλής στις μέρες μας. Στον σύγχρονο κόσμο – ιδιαίτερα κάτω από το σουρεαλιστικό πέπλο του κορονοϊού – η γλώσσα μας γίνεται όλο και πιο κυριολεκτική και πεζή. Για παράδειγμα, η συζήτησή μας σήμερα κυριαρχείται από τρομακτικές λέξεις, όπως επιδημιολογία, μικρόβια, πρόληψη υγείας, ανάσχεση, ιοί, μόλυνση, απομόνωση, κοινωνική απόσταση, καραντίνα, κλπ. Οπισθοχωρούμε στην ασφάλεια των διάφορων φυλών μας. Αναζητούμε υπαρξιακό νόημα στην επιστήμη και την πολιτική, μιλώντας υπέρ ή κατά ιδεολογιών ή ηγετών. Ακόμα, ναρκώνουμε το μυαλό μας με φαγητό, αλκοόλ, ουσίες, χαζή διασκέδαση και άλλους αντιπερισπασμούς.

Όλα αυτά είναι φυσικά και κατανοητά. Αλλά, όπως λέει και ο Άμλετ, αυτός ο ανυπέρβλητος φιλόσοφος-ποιητής και καθημερινός άνθρωπος:

“What is a man,
If his chief good and market of his time
Be but to sleep and feed? a beast, no more.”

«Τι είναι ο άνθρωπος,
Εάν τον χρόνο του χαρίζει μόνο
Στον ύπνο και το φαγητό; τίποτ’ άλλο παρά ζώο».

Ακόμα κι ένα ζώο πλένεται και αποφεύγει τη μόλυνση αν μπορεί. Ακόμα και τα ζώα γυρεύουν προστασία από τους φίλους και την αγέλη. Μόνο οι άνθρωποι αναζητούν το νόημα πέρα από το φυσικό πεδίο. Μόνο οι άνθρωποι είναι ποιητές, φιλόσοφοι και καλλιτέχνες.

Ο ηθοποιός, συγγραφέας και καθηγητής Ρομπ Κρίσελ.

Απασχολημένος στη διάρκεια της καραντίνας

Αφότου οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο ανέστειλαν τις περισσότερες πολιτιστικές δραστηριότητες και μας περιόρισαν στα συλλογικά μας δωμάτια, στράφηκα στην ποίηση ενστικτωδώς (όπως και στην πίστη, την οικογένεια, τους φίλους, τη μουσική, τη ζωγραφική – δεν είμαι τρελός!) για να με βοηθήσει να ανταπεξέλθω στη θλίψη, τον φόβο και το χάος:

Αρχικά, ένας θεατρικός σκηνοθέτης και φίλος ξεκίνησε μια σειρά «Μονολόγων καραντίνας» από τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, σαν έναν τρόπο να προσεγγίσει την καλλιτεχνική κοινότητα. Ήμουν ο πρώτος που συμμετείχε με έναν-δυο μονόλογους.

Ολοκλήρωσα άλλο ένα προσχέδιο της έμμετρης διασκευής μου στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή για μια θεατρική ομάδα που θα το ανεβάσει τον Οκτώβριο, καλώς εχόντων των πραγμάτων. Μια ομάδα ηθοποιών έκανε δυο αναγνώσεις του έργου τον Μάιο.

Άρχισα μια καθημερινή παρουσίαση στη σελίδα μου στο Facebook και στο YouTube, που ονομάζω «30 ποιήματα ελπίδας και χαράς σε 30 μέρες». Κάθε μέρα, διαλέγω και απαγγέλλω ένα γνωστό ποίημα, και μοιράζομαι μερικές παρατηρήσεις πάνω σε αυτό καθώς και τη βιογραφία του ποιητή.

Υπέβαλλα την απαγγελία ενός σαιξπηρικού σονέτου (Σονέτο 32), ως μέρος μιας σειράς σονέτων στο διαδίκτυο, όπου 154 ηθοποιοί από όλον τον κόσμο θα απαγγέλλουν τα 154 σονέτα του Σαίξπηρ. Έπαιξα σε διαδικτυακές δραματοποιημένες αναγνώσεις των έργων «Πολύ κακό για το τίποτα», «Βασιλιάς Ληρ» και «Οι εύθυμες χήρες του Ουΐνδσορ», μαζί με μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών.

Ξεκίνησα κάτι που ονομάζω «Ποίηση επιδημίας στην πέτρα». Τοποθέτησα ένα καφάσι με μπουκάλια κρασιού κάτω από έναν ψεύτικο ογκόλιθο στην έξοδο του πάρκινγκ μου και πρότεινα σε φίλους να ανταλλάξουν το αγαπημένο τους ποίημα με ένα μπουκάλι κρασί. Έλαβα ποιήματα των Gabriel Garcia Lorca, Plath, Henley, Poe, MacLeish, Millay, James Thomson, όπως και μερικά πρωτότυπα.

Βασιζόμενος στη διδασκαλία της ποίησης που κάνω στα σχολεία – και κατόπιν παράκλησης αρκετών καθηγητών – έγραψα και ηχογράφησα ένα Εργαστήριο Νεαρών Ποιητών, που μπορείτε να βρείτε στο κανάλι μου στο YouTube. Ηχογράφησα επίσης αρκετές ομιλίες με θέμα τον Σαίξπηρ για να χρησιμοποιηθούν στην τάξη.

Τέλος, έγραψα -και συνεχίζω να γράφω- ποιήματα, πολλά από αυτά σατυρικά για τον ιό (ήταν πιο αστεία πριν από μερικές εβδομάδες). Υπέβαλλα ένα ποίημα με τίτλο «Ιός και θεραπεία» σε έναν διαδικτυακό διαγωνισμό, που χορηγήθηκε από τους «Φίλους του Φάλουν Γκονγκ» [Friends of Falun Gong]. Έγραψα εννιά χαϊκού για τα κοτόπουλά μου. Το αγαπημένο μου ποίημα μέχρις στιγμής είναι αυτό που έγραψα για τους βατράχους. Μόλις τέλειωσα ένα σονέτο για τη σχέση μου με τον γιο μου και μια μπαλάντα για τις πέτρες της επιδημίας.

Χάρη σε όλη αυτή τη δραστηριότητα, έχω ισχυρότερα νοητικά και πνευματικά θεμέλια, τα οποία ελπίζω ότι θα με βοηθήσουν να αντέξω τα χιλιάδες φυσικά σοκ που μας περιμένουν τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. «Με αυτά τα θραύσματα στήριξα τα ερείπιά μου», όπως λέει και ο Τ.Σ. Έλιοτ. Ελπίζω ότι αυτά τα θραύσματα ίσως βοηθήσουν κι εσάς. Προσπάθησα να δώσω κάποιες καλλιτεχνικές διεξόδους για άλλους, βοηθώντας ταυτόχρονα και τον εαυτό μου. Πιστέψτε με – όλοι ωφελούνται από εμάς όταν γινόμαστε πιο σοφοί, πιο χαρούμενοι και λιγότερο αγχώδεις.

Πριν σας αφήσω, επιτρέψτε μου να σας συστήσω σε μερικούς παλιούς μου φίλους, με τους οποίους ανανέωσα τη γνωριμία κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Βλέπετε; Εδώ είναι -και σας απλώνουν το χέρι…

A Psalm of Life, by Henry Wadsworth Longfellow

No Man Is an Island, by John Donne

“Hope” Is the Thing With Feathers, by Emily Dickinson

The Lake Isle of Innisfree, by William Butler Yeats

Do Not Go Gentle Into That Good Night, by Dylan Thomas

Sonnet 29, by William Shakespeare

God’s Grandeur, by Gerard Manley Hopkins

Morning Song, by Sylvia Plath

Excerpt from “The Four Zoas,” by William Blake

How Do I Love Thee?, by Elizabeth Barrett Browning

Sea Fever, by John Masefield

There Will Come Soft Rains, by Sara Teasdale

The Dying Christian to His Soul, by Alexander Pope

Travel, by Edna St. Vincent Millay

The World Is Too Much With Us, by William Wordsworth

Macavity: The Mystery Cat, by T.S. Eliot

Invictus, by William Ernest Henley

Stopping by Woods on a Snowy Evening, by Robert Frost

Those Winter Sundays, by Robert Hayden

No Coward Soul Is Mine, by Emily Brontë

She Walks in Beauty, by Lord Byron

The Second Coming, by William Butler Yeats

The Dream of the Rood, by Anonymous (Eighth century)

Αυτό το κείμενο αναδημοσιεύεται με την άδεια του Ρομπ Κρίσελ. Η πρώτη του δημοσίευση ήταν μαζί με άλλα 25 κείμενα στο “Coronavirus Collective” στις αρχές Μαΐου 2020.

Ο Ρομπ Κρίσελ είναι συγγραφέας, καθηγητής και ηθοποιός και ζει στην Καλιφόρνια.

Τζων Κητς – Βιβλιογραφία στα Ελληνικά

Επτά Ωδές, Μετάφραση: Κώστας Μπουρναζάκης – Εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 1997- ISBN 960-7556-36-4
Όθων ο Μέγας – Εκδόσεις: Έλλην- ISBN 960-286-466-4
Το εντευκτήριον, Μετάφραση: Στυλιανός Αλεξίου (Περιλαμβάνει και άλλους ποιητές)- Εκδόσεις: Στιγμή, Αθήνα 2004
Την παραμονή της αγίας Αγνής – Εκδόσεις: ΟΜΒΡΟΣ- ISBN 960-7281-72-1

Μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Αλία Ζάε

Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x