Δευτέρα, 28 Σεπ, 2020
Μια γυναίκα πατάει μια αφίσα ελευθερίας λόγου μετά την ομιλία του συντηρητικού σχολιαστή Μίλο Γιαννόπουλου μπροστά σε πλήθος υποστηρικτών του στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ στις 24 Σεπτεμβρίου 2017. (Josh Edelson / AFP / Getty Images)

Το τίμημα της Δημοκρατίας είναι Ελευθερία Λόγου για τον αντίπαλο

Σχολιασμός

Από τον Gerry Bowler.

Ορισμένοι Καναδοί φαίνεται να αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το να ακούνε άτομα με τα οποία διαφωνούν.

Δημοσιογράφοι της National Post παραπονέθηκαν πρόσφατα στους συντάκτες τους πως μια στήλη του Ρεξ Μέρφυ, στην οποία ισχυριζόταν ότι ο Καναδάς δεν ήταν μια ρατσιστική κοινωνία, ήταν πρόχειρη, ανίδεη και απάνθρωπη προς τους μαύρους και αυτόχθονες. Ισχυρίστηκαν ότι με τη δημοσίευση ενός τέτοιου άρθρου, η εφημερίδα έκανε τους έγχρωμους δημοσιογράφους να αισθάνονται ανεπιθύμητοι. Ακολούθησε ένα δίωρο μίτινγκ με θέμα τον ρατσισμό στη National Post.

Στο Έντμοντον, μια καθηγήτρια ανθρωπολογίας απολύθηκε από τη διοικητική της θέση, επειδή πίστευε στην ύπαρξη του βιολογικού φύλου και έθεσε θέμα το να επιτρέπονται οι τρανς γυναίκες σε γυναικείες φυλακές. Προφανώς αυτό έκανε μερικούς μαθητές να αισθανθούν ‘άβολα’. Ένας λειτουργός του Ινστιτούτου Σπουδών και Υπηρεσιών Σεξουαλικής Μειονότητας του Πανεπιστημίου της Αλμπέρτα ισχυρίστηκε ότι η απόλυση του καθηγητή δεν παραβίαζε την ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία προφανώς δεν καλύπτει την έκφραση τόσο εξευτελιστικών απόψεων.

Η δικηγόρος Ντανιέλ Ρομπιτάι αναγκάστηκε να ακυρώσει μια διάλεξη της στο Πανεπιστήμιο Wilfrid Laurier, επικαλούμενη απειλές από φοιτητές διαδηλωτές, οι οποίοι δήλωσαν πως η παρουσία της στην πανεπιστημιούπολη θα μπορούσε να αφήσει τραύμα στα θύματα σεξουαλικής επίθεσης. Το έγκλημά της ήταν να εκπροσωπήσει νόμιμα τον Τζιαν Γκομεσί, ο οποίος είχε απαλλαγεί από τέτοιες κατηγορίες.

Τα καναδικά πανεπιστήμια είναι διάσημα στο να αποτρέπουν την εμφάνιση ομιλητών των οποίων οι ιδέες έρχονται σε αντίθεση με το κυρίαρχο πολιτιστικό ρεύμα και που αντιτίθενται από φοιτητές ακτιβιστές. Εάν οι ομάδες αυτές υπόσχονται διαταραχή, οι διαχειριστές δεν ανταποκρίνονται διασφαλίζοντας την ελευθερία του λόγου, αλλά απαιτώντας τεράστια τέλη ασφαλείας ($28.000 σε μία υπόθεση) – δίνοντας έτσι στους διαδηλωτές το νικηφόρο βέτο.

Έχουν υπάρξει πολλά παραδείγματα τέτοιας συμπεριφοράς στη Βόρεια Αμερική τα τελευταία χρόνια: σωματικές επιθέσεις σε ομιλητές, συναντήσεις έχουν διακοπεί, κωμικοί κατηγορούνται για εγκλήματα μίσους και άτομα με διαφορετικές απόψεις σχετικά με το κλίμα, το σεξ και τη φυλή έχουν απομακρυνθεί και απολυθεί. Όταν ένας ιστορικός διαβάζει για τέτοια επεισόδια, αρχίζει και νοιώθει άβολα.

Οι Γάλλοι επαναστάτες, στους οποίους παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα ενός ελεύθερου Τύπου και του ελεύθερου διαλόγου, στο νέο σύνταγμα του 1789, έσπευσαν γρήγορα να στερήσουν από τους αντιπάλους τους τα δικαιώματα αυτά κάθε φορά που η παράταξή τους πήρε την εξουσία. Ο Νόμος των Υπόπτων του 1793 καθιστούσε παράνομο το να μιλάει κάποιος σκληρά για όσους έχουν την εξουσία, να «παραπλανούν τη γνώμη» ή «να καταστρέφουν τη δημόσια συνείδηση». Πριν από πολύ καιρό, αυτοί οι ίδιοι ριζοσπάστες εκτελέστηκαν για προσβολή των ευαισθησιών της κλίκας που τους έδιωξε.

Κατά τη διάρκεια των ετών πριν από την ανάληψη των Ναζί, η πολιτική στη Γερμανία διεξαγόταν συχνά με εκφοβισμό. Ανταγωνιστικοί παραστρατιωτικοί, όπως οι Ναζί Sturmabteilung, το κομμουνιστικό κόμμα Red-Front Fighter’s, τα Ατσάλινα Κράνη και το Reichsbanner των σοσιαλοδημοκρατών αναλάμβαναν να σπάσουν στο ξύλο τους αντίπαλους ομιλητές, να καταστρέψουν τα τυπογραφικά πιεστήρια τους και να εμποδίσουν τη διανομή αντιπολιτευτικού υλικού. Όταν ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία το 1933, δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για την πλήρη κατάργηση της ελευθερίας του λόγου.

Σε κομμουνιστικές χώρες όπως η Κούβα, η ελευθερία δεν θεωρείται ως τρόπος ενθάρρυνσης της ανοιχτής συζήτησης ή προώθησης μεταρρυθμίσεων· κάποιος είναι ελεύθερος μόνο να κάνει ή να πει αυτό που το κυβερνών κόμμα θεωρεί ότι είναι προς συμφέρον της χώρας. Στο Θιβέτ, ένας άνδρας που επιχείρησε να κάνει διάλογο με έναν αξιωματούχο σε μια «εκστρατεία επανεκπαίδευσης» καταδικάστηκε σε τρία χρόνια “επανεκπαίδευσης μέσω εργασίας”. Αξιωματούχοι κομμουνιστές από το Λάος συνέλαβαν έναν νεαρό ακτιβιστή του περιβάλλοντος που χρησιμοποίησε το Facebook για να ζητήσει βοήθεια για τα θύματα των πλημμυρών. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την κυβερνητική γραμμή πως όλα έβαιναν καλώς και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών για τη διάδοση “κρατικής προπαγάνδας”.

Η Κίνα απαγορεύει κάθε συζήτηση που έχει να κάνει με τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πλατεία Τιενανμέν το 1989 και ελέγχει το Διαδίκτυο για να το διασφαλίσει· αυτό όμως είναι το λιγότερο από τις αμαρτίες αυτής της χώρας ενάντια στην ελευθερία: τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας λαογκάι είναι γεμάτα πολιτικούς αντιφρονούντες και εκείνους που βγήκαν μπροστά για τη θρησκευτική ελευθερία.

Η λογοκρισία σε χώρες όπως ο Καναδάς χρησιμοποιείται συχνότερα ως όπλο από εκείνους που ισχυρίζονται ότι είναι θύματα – το φαινόμενο του εκφοβισμού. Ορισμένες φυλετικές ή σεξουαλικές μειονότητες και οι υπερασπιστές τους κατηγορούν τους αντιπάλους τους ότι καλλιεργούν “μίσος” και επειδή κανένας άνθρωπος με αξιοπρέπεια δεν μπορεί να υποστηρίξει το μίσος, αυτή η τεχνική έχει ως αποτέλεσμα να χρωματίζει τους αντιπάλους τους ως φανατικούς των οποίων οι απόψεις μπορεί να αγνοηθούν ή να παραποιηθούν από τα μέσα ενημέρωσης. Ομάδες πίεσης απαιτούν οι πανεπιστημιουπόλεις να είναι «ασφαλείς χώροι» όπου μπορούν να είναι απαλλαγμένοι από απόψεις που τους προσβάλλουν.

Ο ελεύθερος λόγος δεν είναι απλώς ένα αφηρημένο δικαίωμα – είναι ο τρόπος με τον οποίο μια υγιής κοινωνία επιλύει τα προβλήματά της. Η πληροφόρηση είναι δύναμη και δεν πρέπει να ενθαρρύνουμε την καταστολή της από εταιρείες, πολιτικούς, ομάδες πίεσης ή ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι αισθάνονται “άβολα”. Όπως έχει δείξει η Ναντίν Στρόσσεν της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών στο «ΜΙΣΟΣ: Γιατί πρέπει να το αντισταθούμε με ελευθερία λόγου, όχι λογοκρισία», η δημιουργία νομοθεσίας κατά των αντίθετων απόψεων είναι στην καλύτερη περίπτωση αναποτελεσματική και συχνά αντιπαραγωγική.

Οι αντιφατικές ή οι μειονοτικές ιδέες δεν εξαφανίζονται απλώς και μόνο επειδή καταστέλλονται από εκφοβιστές, όχλους των υπερ-δικαίων ή κυβερνητικών υπαγορεύσεων. Και μια χώρα που επιτρέπει τη σιωπή της διαφορετικότητας χάνει τον ισχυρισμό της πως είναι δημοκρατική.

Ο Γκέρρυ Μπάουλερ είναι Καναδός ιστορικός και αξιότιμο μέλος στο Frontier Center for Public Policy.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι οι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της The Epoch Times.

Ακολουθήστε την Epoch Times στο Twitter: @EpochTimesGr

Γνωρίζατε ότι είμαστε ανεξάρτητοι;

Η Epoch Times είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε επιρροή από εταιρείες, κυβερνήσεις ή πολιτικά κόμματα. Ο μόνος μας στόχος είναι να δίνουμε στους αναγνώστες μας ακριβείς πληροφορίες και να είμαστε υπεύθυνοι προς το κοινό.

 

Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments
0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x