Τετάρτη, 29 Μαΐ, 2024
Έντγκαρ Ντεγκά, «Η ορχήστρα στην Όπερα», περ. 1870. Λάδι σε καμβά. Μουσείο Ορσαί, Παρίσι. (Public Domain)

Αγκαλιάζοντας τα πάντα: Η μουσική του Γκούσταβ Μάλερ

Η κλασική συμφωνία – ένα έργο για ορχήστρα, συνήθως σε τέσσερα αντίθετα τμήματα ή μέρη – είχε τελειοποιηθεί τόσο πολύ από τον Μότσαρτ και τον Γιόζεφ Χάυντν στα τέλη του 18ου αιώνα, ώστε ο Μπετόβεν, όταν εμφανίστηκε, έπρεπε να ταρακουνήσει τα πράγματα για να αφήσει το στίγμα του.

Οι συμφωνίες του Μπετόβεν έσπασαν το κλασικό καλούπι -ή μάλλον το επέκτειναν, με ξαφνικές αλλαγές στη διάθεση και το τέμπο που εξέφραζαν δυνατά, προσωπικά συναισθήματα. Η Ενάτη Συμφωνία του συγκλόνισε το κοινό με την πρωτοφανή διάρκειά της, που ξεπερνούσε κατά πολύ τη μία ώρα, την ανήκουστη χρήση τραγουδιστών και χορωδίας και τις αρμονίες της, τόσο ασυνήθιστες που ένας κριτικός απέδωσε τις “λάθος νότες” στην απώλεια ακοής του συνθέτη.

Μετά το θάνατο του Μπετόβεν, ο Μπραμς, ο Τσαϊκόφσκι, ο Μπρύκνερ και άλλοι οδήγησαν τη συμφωνία σε νέες κατευθύνσεις, αλλά μέχρι την εποχή του Γκούσταβ Μάλερ (1860-1911) η φόρμα φαινόταν εξαντλημένη και ξεπερασμένη. Ό,τι μπορούσε να γίνει με μια συμφωνία είχε ήδη γίνει.

Αλλά ο Μάλερ ήθελε να γράψει συμφωνίες. Η πρόκληση ήταν μεγάλη, επειδή ήταν συνθέτης μερικής απασχόλησης. Όντας ένας από τους πιο καταξιωμένους και περιζήτητους μαέστρους της εποχής του, ήταν τόσο απασχολημένος, που προλάβαινε να ασχοληθεί με τη σύνθεση μόνο κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών.

Η καλύβα του Γκούσταβ Μάλερ στη λίμνη Attersee, στην Αυστρία. (Έγχρωμη επεξεργασμένη φωτογραφία του Thomas Ledl/CC BY-SA 3.0 AT)

 

Από το 1893 και μετά, ο Μάλερ περνούσε τα καλοκαίρια του γράφοντας τις συμφωνίες του στη γαλήνια αυστριακή ύπαιθρο, βρίσκοντας έμπνευση στη φύση. Κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου έτους, διηύθυνε ορχήστρες στην Ευρώπη και την Αμερική και διετέλεσε μουσικός διευθυντής, σε διαφορετικές περιόδους, της Όπερας της Αυλής της Βιένης, της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης και της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης.

Αντιμετωπίζοντας την πρόκληση

Φωτογραφία του Γκούσταβ Μάλερ, 1893, από τον Λέοναρντ Μπερλίν-Μπίμπερ. (Public Domain)

 

Όταν έχουμε μαζέψει όλους τους καρπούς από τα χαμηλά κλαδιά ενός δέντρου – όπως είχε γίνει με τη συμφωνική φόρμα την εποχή του Μάλερ – χρειάζεται μια ψηλή σκάλα για να φτάσει κανείς σε αυτούς που έχουν απομείνει στην κορυφή. Ο νεαρός συνθέτης βρήκε τη δική του σκάλα σε δύο μουσικά στοιχεία, που ήξερε ότι μπορούσε να τα εξελίξει ακόμα περισσότερο από ό,τι οι προκάτοχοί του: το μέγεθος και την ένταση.

Οι ορχήστρες είχαν ήδη αυξηθεί από τους περίπου 50 μουσικούς της εποχής του Μότσαρτ σε 90-120 μέχρι την εποχή του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η πρεμιέρα της Συμφωνίας αρ. 8 του Μάλερ απαιτούσε 170 μουσικούς, σολίστες τραγουδιστές και τρεις τεράστιες χορωδίες, δηλαδή συνολικά 1.030 εκτελεστές. Δεν είναι περίεργο που αποκαλείται η “Συμφωνία των χιλίων”, αν και μια σύγχρονη εκτέλεση όπως η βραβευμένη με Grammy εκδοχή του Gustavo Dudamel ξεφτίζει με μόλις 350 ερμηνευτές.

Αμερικανική πρεμιέρα της “Συμφωνίας αριθ. 8” του Μάλερ, με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας υπό τη διεύθυνση του Λέοπολντ Στοκόφσκι, 1916. ( Public Domain )

 

Σαν να μην έφτανε η τεράστια ορχήστρα του, ο Μάλερ αρεσκόταν να προσθέτει ασυνήθιστα όργανα: ένα μαντολίνο, ένα ξυλόφωνο, κουδούνια, ακόμη και ένα σφυρί που χτυπάει απειλητικά ένα κομμάτι ξύλο στη Συμφωνία αρ. 6. Ήξερε τα πάντα για τις ορχήστρες, τι μπορούσε να κάνει κάθε όργανο και τμήμα και τα χρησιμοποιούσε έξοχα. Τα ειδικά εφέ του περιλάμβαναν τους έγχορδους που χτυπούσαν τα βιολιά τους με τα δοξάρια τους για έναν ήχο αρουραίου και την τοποθέτηση των πνευστών εκτός σκηνής για να μιμηθούν μουσική που ακούγεται από μακριά.

Ο Μάλερ υπερμεγέθυνε, επίσης, τη διάρκεια των συμφωνιών του. Οι περισσότερες συμφωνίες διαρκούν από 60 έως 90 λεπτά, ενώ η δική του Συμφωνία αρ. 3 καταγράφεται στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες ως η μεγαλύτερη σε διάρκεια στο καθιερωμένο ρεπερτόριο.

Αυτή η ένταση είναι που κάνει κάποιους ανθρώπους να τον αποστρέφονται ως συνθέτη. Γι’ αυτούς, ο ενθουσιασμός του είναι υστερία, η τρυφερότητά του είναι γλυκανάλατη και οι μεγαλειώδεις κορυφώσεις του είναι κλισέ. Για τέτοιους κριτικούς, οι συμφωνίες του είναι υπερβολικές χωρίς λόγο: πολύ μεγάλες, πολύ δυνατές, πολύς ήχος και μανία, που δεν σημαίνουν τίποτα.

Προσβλέποντας στο παντοδύναμο φως

Στη ζωή του Μάλερ, οι τραγωδίες ήταν ουκ ολίγες. Οκτώ από τα 13 αδέλφια του αρρώστησαν και πέθαναν σε παιδική ηλικία. Η αγαπημένη του σύζυγος Άλμα ήταν άπιστη και η αγαπημένη τους κόρη Μαρία πέθανε από οστρακιά. Κανένας άλλος συνθέτης δεν ανιχνεύει τόσο βαθιά τη θλίψη και την παραίτηση.

Φωτογραφία της Άλμα Μάλερ, γύρω στο 1905-1906, με τις κόρες Μαρία (αριστερά), που πέθανε το 1907, και Άννα (δεξιά). (Public Domain)

 

Αλλά δεν αφήνει τους ακροατές του στη θλίψη και το σκοτάδι. Η μουσική του μας οδηγεί μέσα από το χάος και τη δυστυχία της ζωής προς την ελπίδα, το νόημα και τη λύτρωση. Ο Μάλερ μετέτρεψε τους προσωπικούς του αγώνες σε διαρκή ομορφιά. Όλες οι συμφωνίες του, εκτός από μία, τελειώνουν σε μια ανεβαστική μείζονα νότα. Ακόμη και όταν βρίσκεται στο πιο βαθύ σκοτάδι, ο Μάλερ αναζητά το φως.

Το 1907, ο Μάλερ συνάντησε τον Φινλανδό συνθέτη Γιαν Σιμπέλιους, ο οποίος του είπε ότι τα χαρακτηριστικά μιας καλής συμφωνίας είναι η «αυστηρότητα της μορφής»και η «βαθιά λογική». «Όχι!», αναφώνησε ο Μάλερ. «Η συμφωνία πρέπει να είναι σαν τον κόσμο. Πρέπει να αγκαλιάζει τα πάντα!» Το εννοούσε. Κανένας συνθέτης δεν είναι πιο εκλεκτικός.

Από τι αποτελούνταν τα «πάντα»; Στη βιογραφία του για τον συνθέτη, ο Τζόναθαν Καρ γράφει: «Ο Μάλερ συνέκρινε κάποτε τη σύνθεση με το να παίζεις με τουβλάκια που μάζεψες στην παιδική σου ηλικία».

Καρικατούρα της πρώτης εκτέλεσης της 6ης Συμφωνίας του Γκούσταβ Μάλερ από τη «Σωματοφυλακή», στις 19 Ιανουαρίου 1907. Η λεζάντα γράφει: «Θεέ μου, ξέχασα το κόρνο! Τώρα μπορώ ακόμα να γράψω μια συμφωνία». (Public Domain)

 

Ο Μάλερ μεγάλωσε στο Ίγκλαου, μια μικρή πόλη της Μοραβίας. Η οικογένεια ζούσε στον επάνω όροφο του σπιτιού τους, ενώ η επιχείρηση του πατέρα του, μια ταβέρνα, βρισκόταν στον κάτω όροφο. Ο νεαρός Γκούσταβ πιθανότατα άκουγε τους χορευτικούς σκοπούς που ονομάζονταν Ländler και άλλη λαϊκή μουσική, να ανεβαίνουν από κάτω. Στην παιδική του ηλικία έμαθε δεκάδες τσέχικα δημοτικά τραγούδια και, από την ηλικία των 4 ετών, ήταν σε θέση να τα παίζει στο ακορντεόν.

Επίσης, στο Ίγκλαου στάθμευαν στρατεύματα. Οι στρατιωτικές μπάντες τους πρέπει να έκαναν μεγάλη εντύπωση στο αγόρι, αφού τα εμβατήρια, τα καλέσματα τρομπέτας και οι φανφάρες επαναλαμβάνονται στις συμφωνίες. Υπάρχουν αποσπάσματα στην κολοσσιαία Συμφωνία αρ. 3, τα οποία θα μπορούσε να έχει συνθέσει ο Τζον Φίλιπ Σόουζα.

Η οικογένεια του Μάλερ, γερμανόφωνοι Εβραίοι, τον πήγε στη συναγωγή. Τραγουδούσε, επίσης, στη χορωδία μιας ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Αργότερα, ως ενήλικας, ασπάστηκε τον καθολικισμό.

‘Ολες αυτές οι επιρροές ενυπάρχουν στις συμφωνίες του, μαζί με τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και τον Μότσαρτ. Ολόκληρη η ιστορία της δυτικής μουσικής ρέει μέσα από τα έργα του, σαν ένα πανίσχυρο ποτάμι.

Παρόλο που πολλοί συνθέτες αντλούν από δημοτικά τραγούδια ή λαϊκές μελωδίες, ο Μάλερ ακόμη και σήμερα επικρίνεται για την ενσωμάτωση «χυδαίων» μελωδιών. Λίγες μελωδίες είναι πιο κοινότοπες από την «Ωδή στη χαρά» στην Ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά δείτε τι έκανε ο συνθέτης με αυτήν. Ο Μάλερ, επίσης, μπορούσε να μετατρέψει ένα συνηθισμένο θέμα σε μουσική μαγεία.

«Θα έρθει ο καιρός μου»

Χάλκινη προτομή του Γκούσταβ Μάλερ, 1909, από τον Ωγκύστ Ροντέν. Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσινγκτον. ( Public Domain)

 

Οι περισσότερες από τις συμφωνίες του Μάλερ έτυχαν κακής υποδοχής. Ένας κριτικός, μάλιστα, είχε γράψει: «Θα χαιρόμαστε πάντα να βλέπουμε [τον Μάλερ] στο πόντιουμ, αρκεί να μην διευθύνει τις δικές του συνθέσεις». Ωστόσο, ακόμα και μετά από όλες τις απογοητεύσεις και τις κακές κριτικές, χωρίς να χάσει το θάρρος του, ο συνθέτης δήλωνε στη σύζυγό του: «Θα έρθει ο καιρός μου».

Όταν ο Μάλερ πέθανε το 1911, ένας κριτικός της Νέας Υόρκης δήλωσε: «Δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι κάποια από τις μουσικές του συνθέσεις θα μπορέσει να ζήσει πολύ περισσότερο από τον ίδιο». Ακολούθησε μισός αιώνας παραμέλησης. Ακαδημαϊκοί και κριτικοί απέρριψαν τις συμφωνίες του ως παλιομοδίτικες, πομπώδεις και υπερβολικές. Μόνο λίγοι μαέστροι τις κράτησαν πεισματικά ζωντανές, κυρίως ο Μπρούνο Βάλτερ και ο Ότο Κλέμπερερ, οι οποίοι ξεκίνησαν ως βοηθοί του Μάλερ.

Η πρόσφατη αναβίωση του Μάλερ πυροδοτήθηκε από τις αποκαλυπτικές ηχογραφήσεις του Λέοναρντ Μπερνστάιν με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, στη δεκαετία του 1960. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσετε την εξερεύνηση αυτών των συναρπαστικών ηχητικών κόσμων. Είναι όλοι διαφορετικοί, αλλά όλοι αναμφισβήτητα του Μάλερ.

Θα μπορούσατε, παραδείγματος χάριν, να ξεκινήσετε με την «Ανάστασή» του (Συμφωνία αρ. 2), η οποία κινείται από ένα σκοτεινό, ενοχλητικό νεκρικό εμβατήριο σε έναν χαρούμενο εορτασμό της αιώνιας ζωής. Στο φινάλε, οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούν, καθώς μια χορωδία πανηγυρίζει: «Ξανασηκωθείτε, ναι, θα ξανασηκωθείτε!»

Το 2010, ο Guardian έγραψε: «Πριν από μια γενιά, δεν μπορούσες να ξεφύγεις από κύκλους συμφωνιών του Μπετόβεν, του Μπραμς και του Τσαϊκόφσκι. Τώρα είναι οι συμφωνίες του Μάλερ … που οι ορχήστρες θέλουν περισσότερο να παίζουν, που οι μαέστροι θέλουν περισσότερο να διευθύνουν και που το κοινό θέλει περισσότερο να ακούει».

«Θα έρθει και η δική μου ώρα», είχε πει ο Μάλερ. Σήμερα είναι αναμφισβήτητο. Η μουσική του ήρθε για να μείνει.

 

Του STEPHEN OLES

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

 

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε