Πέμπτη, 13 Ιούν, 2024
Αντζέλικα Κάουφμαν, «Η θλίψη του Τηλεμάχου», 1783. Λάδι σε καμβά, 82 x 112 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

Αντζέλικα Κάουφμαν: Μια εξέχουσα προσωπογράφος του 18ου αιώνα

Μια Ελβετίδα ζωγράφος που έζησε και δημιούργησε στην καρδιά της ευρωπαϊκής διανόησης, συνδεόμενη με μερικά από τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής της

Η Αντζέλικα Κάουφμαν (Angelica Kauffmann, 1741-1807), ζωγράφος του 18ου αιώνα, είχε μια εξαιρετική ζωή και καριέρα. Όντας το μοναχοπαίδι ενός φτωχού Ελβετού ζωγράφου, η Αντζέλικα έλαβε ευρεία μόρφωση και έδειξε θαυμαστό ταλέντο ως προσωπογράφος και τραγουδίστρια της όπερας ενώ ήταν ακόμη στην εφηβεία της. Η πρώιμη γνώση της γερμανικής, γαλλικής, ιταλικής και αγγλικής γλώσσας έθεσε τα θεμέλια για τη διεθνή της επιτυχία ως κορυφαία νεοκλασική καλλιτέχνιδα και εξέχουσα γυναίκα στην υψηλή ευρωπαϊκή κοινωνία.

Στα νεανικά της χρόνια, ο πατέρας της ταξίδευε πολύ για δουλειές, παίρνοντας την κόρη του μαζί του από την Ελβετία στην Αυστρία και την Ιταλία. Στην ηλικία των 12 ετών ήταν ήδη γνωστή ως προσωπογράφος, με επισκόπους και ευγενείς να ποζάρουν για αυτήν, ενώ στα 15 της βοήθησε τον πατέρα της στην τοιχογράφηση μιας εκκλησίας στο Φοραλμπέργκ της Αυστρίας.

Τέλος, η οικογένεια μετακόμισε στην Ιταλία, όπου η Αντζέλικα αφιερώθηκε στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, μελετώντας έργα παλαιών δασκάλων από διάσημες συλλογές σε όλα τα μεγάλα κέντρα, από το Μιλάνο, τη Φλωρεντία και τη Ρώμη μέχρι τη Νάπολη, την Μπολόνια και τη Βενετία.

 Self-portrait, between 1770–1775, by Angelica Kauffmann. Oil on canvas. National Portrait Gallery, London. (PD-US)
Αντζέλικα Κάουφμαν, αυτοπροσωπογραφία, μεταξύ 1770-1775. Λάδι σε καμβά. Εθνική Πινακοθήκη Πορτραίτων, Λονδίνο. (PD-US)

 

Προσωπογραφίες στην Αιώνια Πόλη

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Ιταλία, τα χρόνια που πέρασε στη Ρώμη μεταξύ 1763-1765 αποδείχτηκαν καθοριστικά για την Κάουφμαν. Καλλιτεχνικά, είχε πρόσβαση σε μερικές από τις καλύτερες συλλογές αρχαίων γλυπτών και αναγεννησιακών έργων ζωγραφικής. Επίσης, δημιούργησε σημαντικές κοινωνικές σχέσεις με Γερμανούς διανοούμενους και Βρετανούς αριστοκράτες, οι οποίοι επισκέπτονταν την Αιώνια Πόλη στο πλαίσιο του Grand Tour. Εκτιμώντας την τέχνη της, της παρήγγειλαν πολλά αντίγραφα, αλλά και προσωπογραφίες.

Ένας από τους αυτούς ήταν ο Αμερικανός γιατρός Τζον Μόργκαν, απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, ο οποίος αργότερα ίδρυσε την πρώτη ιατρική σχολή στην αποικιακή Αμερική. Ο Μόργκαν σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, αφού υπηρέτησε στον πόλεμο Γαλλίας και Ινδιών, και ταξίδεψε στην Ιταλία το 1764 με τον Δούκα της Υόρκης.

 "Dr. John Morgan," 1764, by Angelica Kauffmann. Oil on canvas; 56.75 inches by 42.63 inches. National Portrait Gallery, Smithsonian Institution, Washington, D.C. (Public Domain)
Αντζέλικα Κάουφμαν, «Προσωπογραφία του Δρος Τζον Μόργκαν», 1764. Λάδι σε καμβά, 145 x 109 εκ. Εθνική Πινακοθήκη Πορτραίτων, Ίδρυμα Σμιθσόνιαν, Ουάσιγκτον. (Public Domain)

 

Στο πορτραίτο, η Κάουφμαν τον απεικονίζει ως έναν επίδοξο νεαρό γιατρό. Κάτω από το χέρι του, υπάρχει μια επιστολή που απευθύνεται σε έναν ευγενή. Το σημειωματάριό του βρίσκεται ανοιχτό στην σελίδα τίτλου με το όνομά του και μια κλασικίζουσα σφραγίδα, η οποία περιγράφεται με τις λέξεις «Primus ego in patriam», που αποτελούν την αρχή ενός λατινικού στίχου από τα «Γεωργικά» του Βιργιλίου που λέει: «Θα είμαι ο πρώτος, αν ζήσω, που θα φέρει τη Μούσα στην πατρίδα μου».

Την ίδια χρονιά η Αντζέλικα συνάντησε και ζωγράφισε τον Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν, έναν πολυμαθή Γερμανό μελετητή της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και τον σημαντικότερο υποστηρικτή του νεοκλασικισμού στις τέχνες. Βρισκόταν στην Ιταλία από το 1755, αμέσως μετά τη δημοσίευση ενός σημαντικού βιβλίου που περιέγραφε εύγλωττα το κλασικό αισθητικό ιδεώδες ως «ευγενική απλότητα και σιωπηλό μεγαλείο».

Το βιβλίο έκανε διάσημο τον Βίνκελμαν και αργότερα μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα αγγλικά. Στη Ρώμη, οι γνώσεις του για την αρχαία τέχνη τού χάρισαν, το 1763, το διορισμό του από τον Πάπα Κλήμη ΙΓ’ ως «Έπαρχου Αρχαιοτήτων» για τη Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Ένα χρόνο αργότερα, δημοσίευσε τον μνημειώδη τόμο «Η ιστορία της τέχνης στην αρχαιότητα» – μια πρωτοποριακή περιγραφή της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης στην αρχαία Ελλάδα.

Ήταν κατά τη διάρκεια της περιόδου της έντονης επιστημονικής του δραστηριότητας που έγινε και η προσωπογραφία του από την Κάουφμαν. Με μια πένα στο χέρι, τον βλέπουμε να μοχθεί στο γραφείο του σε μια στιγμή περισυλλογής, με το χειρόγραφο να καλύπτει κατά το ήμισυ ένα γύψινο ανάγλυφο των τριών Χαρίτων. Εκτός από μια ελαιογραφία, δημιούργησε το ίδιο πορτραίτο και σε χαρακτικό, διαδίδοντας έντυπη την εικόνα του μεγάλου λογίου.

 "Portrait of Johann Joachim Winckelmann," 1764, by Angelica Kauffmann. Oil on canvas; 38.1 inches by 27.9 inches. Kunsthaus Zürich, Switzerland. (Public Domain)
Αντζέλικα Κάουφμαν, «Προσωπογραφία του Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν», 1764. Λάδι σε καμβά, 97 x 71 εκ. Πινακοθήκη της Ζυρίχης, Ελβετία. (Public Domain)

 

 Portrait of Johann Joachim Winckelmann, 1764, by Angelica Kauffmann. Etching; 7.38 inches by 6 inches. Philadelphia Museum of Art. (Public Domain)
Αντζέλικα Κάουφμαν, «Προσωπογραφία του Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν», 1764. Χαρακτικό, 19 x 15 εκ. Μουσείο τέχνης της Φιλαδέλφειας, ΗΠΑ. (Public Domain)

 

Σε επιστολή του προς έναν φίλο του, ο Βίνκελμαν σχολιάζει τις εντυπωσιακές γλωσσικές ικανότητες της Κάουφμαν και αναφέρεται στην εξαιρετική δημοτικότητά της στη Ρώμη, ιδίως μεταξύ των Άγγλων επισκεπτών. «Μπορεί να χαρακτηριστεί όμορφη», γράφει, «και στο τραγούδι μπορεί να συναγωνιστεί τους καλύτερους βιρτουόζους μας». Πέρα από την καλλιτεχνική αιγίδα, η Αντζέλικα είχε πιθανότατα συναντήσει τον λόγιο σε κοινωνικές συγκεντρώσεις, όπου μπορεί να διασκέδαζε τους καλεσμένους με τη γοητευτική φωνή της.

Η γνωριμία με τον Βίνκελμαν και τους κύκλους του ώθησε την τέχνη της Κάουφμαν προς την κλασική αισθητική και προς την ιστορική ζωγραφική. Όντας το υψηλότερο και πιο περίπλοκο είδος, η ιστορική ζωγραφική απαιτούσε όχι μόνο μεγαλύτερες συνθετικές δεξιότητες, αλλά και μόρφωση. Η αναπαράσταση της ανθρώπινης δράσης σε έναν ιστορικό, αφηγηματικό πίνακα καταξίωνε έναν καλλιτέχνη και σφράγιζε τη μεγαλοφυΐα του.

Μεταξύ 1766 και 1781, η Κάουφμαν μετακόμισε στο Λονδίνο και καθιερώθηκε ως κορυφαία καλλιτέχνις, αναλαμβάνοντας παραγγελίες υψηλού κύρους. Συνίδρυσε επίσης τη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών, όπου εξέθετε τακτικά.

Ωστόσο, η αισθητική των Άγγλων πατρόνων στράφηκε κυρίως προς τις προσωπογραφίες και τα τοπία, αφήνοντας στην Κάουφμαν λίγες ευκαιρίες να ασχοληθεί με τα ιστορικά και μυθολογικά θέματα που ήθελε. Τελικά, η ζωγράφος επέστρεψε στη Ρώμη και άνοιξε το δικό της εργαστήριο. Έχοντας διεθνή πελατεία, το εργαστήριό της εξελίχθηκε σε τόπο συνάντησης της ευρωπαϊκής πνευματικής ελίτ για το υπόλοιπο της ζωής της.

Ένα δίκτυο της διεθνούς ελίτ

Το 1782, ενώ κατασκεύαζε μια μεγαλοπρεπή βιβλιοθήκη στο παλάτι της οικογένειάς του, ο Μονσινιόρ Ονοράτο Καετάνι ζήτησε δύο τελάρα από την Κάουφμαν, καθένα από τα οποία θα απεικόνιζε μια σκηνή από το γαλλικό διδακτικό μυθιστόρημα «Οι περιπέτειες του Τηλεμάχου, γιου του Οδυσσέα».

Γραμμένο επί βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄ από έναν δάσκαλο του εγγονού του, το κλασικίζον μυθιστόρημα τοποθετείται στο πλαίσιο της «Οδύσσειας» του Ομήρου και αφηγείται τα εκπαιδευτικά ταξίδια του γιου του ήρωα. Ωστόσο, όντας παράλληλα μια καταγγελία του πολέμου και της πολυτέλειας, μια διακήρυξη υπέρ της αδελφοσύνης των ανθρώπων και μια πολιτική κριτική στην αυταρχική διακυβέρνηση του βασιλιά Ήλιου, το μυθιστόρημα είχε απήχηση και μεταξύ των διαφωτιστών, από τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, τον Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ και τον Τόμας Τζέφερσον μέχρι τις μορφωμένες κοινότητες της Ρώμης, στις οποίες ο Καετάνι ήταν ηγετικό μέλος.

 (Top) "Telemachus and the Nymphs of Calypso," 1782," by Angelica Kauffmann. Oil on canvas; 32.5 inches by 44.25 inches. (Below) "The Sorrow of Telemachus," 1783, by Angelica Kauffmann. Oil on canvas; 32.75 inches by 45 inches. The Metropolitan Museum of Art, New York City. (Public Domain)
Αντζέλικα Κάουφμαν, «Ο Τηλέμαχος και οι Νύμφες της Καλυψούς», 1782. Λάδι σε καμβά, 82 x 112 εκ. (επάνω) και «Η θλίψη του Τηλεμάχου», 1783. Λάδι σε καμβά, 82 x 112 εκ. (κάτω). Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Η Κάουφμαν επέλεξε να ζωγραφίσει δύο σκηνές από την επίσκεψη του Τηλεμάχου και της Αθηνάς, η οποία τον συνοδεύει μεταμφιεσμένη σε Μέντορα, στο νησί της νύμφης Καλυψούς, στην οποία ο Τηλέμαχος αφηγείται το ταξίδι που κάνει αναζητώντας τον πατέρα του Οδυσσέα. Στην πρώτη εικόνα, ο πρωταγωνιστής διασκεδάζει με τις νύμφες, ενώ η Καλυψώ απομακρύνει τον Μέντορα. Στη δεύτερη, η Καλυψώ λέει στις νύμφες της να σταματήσουν να τραγουδούν για τον Οδυσσέα λόγω της θλίψης που προκαλεί το τραγούδι τους στον γιο του. Αυτά τα δύο επεισόδια αποτελούν την εκκίνηση της αφήγησης του Τηλεμάχου για διάσημους βασιλιάδες και μακρινές χώρες. Για τους θεατές που είναι εξοικειωμένοι με την ιστορία, οι σκηνές φέρνουν στο μυαλό τους τις συζητήσεις του Διαφωτισμού για την εκπαίδευση και τα πολιτικά συστήματα που επικρατούσαν στους πνευματικούς κύκλους του 18ου αιώνα.

Για τις επόμενες δύο δεκαετίες, η φήμη και το κύρος της Κάουφμαν ως κορυφαίας καλλιτέχνιδος διατηρήθηκαν, όπως και η θέση της στο κέντρο ενός ζωντανού δικτύου διεθνών ελίτ. Όταν ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε ταξίδεψε εκεί μεταξύ του 1786 και του 1788, οι δυο τους έγιναν στενοί φίλοι που έτρεφαν αμοιβαία εκτίμηση ο ένας για την τέχνη του άλλου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Κάουφμαν φιλοτέχνησε μια προσωπογραφία, και μερικά σχέδια και εικονογραφήσεις για τα θεατρικά έργα και τα γραπτά του μεγάλου Γερμανού λογίου.

Στο «Ιταλικό ταξίδι» του, ο Γκαίτε έγραφε συχνά γι’ αυτήν ως ταλαντούχα και εργατική καλλιτέχνιδα και συμπαθητική γυναίκα. «Η Αντζέλικα είναι πάντα ευγενική και εξυπηρετική», αναφέρει σε μια επιστολή του, «και της είμαι υπόχρεος με περισσότερους από έναν τρόπους. Περνάμε κάθε Κυριακή μαζί και την επισκέπτομαι πάντα ένα βράδυ μέσα στην εβδομάδα. Απλώς δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να εργάζεται τόσο σκληρά, πιστεύοντας ταυτόχρονα ότι δεν κάνει τίποτα».

Η Αντζέλικα Κάουφμαν πέθανε στις 5 Νοεμβρίου 1807 σε ηλικία 66 ετών, αφήνοντας πίσω της ένα πλούσιο έργο με περισσότερα από 800 έργα, μια πλούσια συλλογή έργων τέχνης και βιβλίων και μια μεγάλη περιουσία. Η κηδεία της, την οποία διηύθυνε ο μεγάλος νεοκλασικός γλύπτης Αντόνιο Κανόβα, ήταν η πιο λαμπρή μετά από εκείνη του Ραφαήλ, η οποία χρησίμευσε ως πρότυπο. Δύο από τους πίνακές της μεταφέρθηκαν στην πομπή και μια προτομή της τοποθετήθηκε στο Πάνθεον δίπλα σε εκείνη του Ραφαήλ. Αυτή η σύνδεση με αυτόν που θεωρήθηκε ο τελειότερος ζωγράφος της Αναγέννησης μιλάει για την υψηλή εκτίμηση που έτρεφαν οι σύγχρονοί της για εκείνην και για την ακατάλυτη κληρονομιά μιας μεγάλης καλλιτέχνιδος σε έναν κόσμο μεγάλων ανδρών.

Του Da Yan

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε