Κατά την άφιξη του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στη Βουδαπέστη για την επίσημη επίσκεψή του, η Ουγγαρία ανακοίνωσε την αποχώρησή της από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ). Το Δικαστήριο είχε πρόσφατα εκδώσει ένταλμα σύλληψης κατά του Νετανιάχου για καταγγελίες περί εγκλημάτων πολέμου.
Αυτή είναι μόλις η δεύτερη φορά που ο Νετανιάχου ταξίδεψε στο εξωτερικό από τότε που το ΔΠΔ εξέδωσε το ένταλμα τον περασμένο Νοέμβριο.
«Η Ουγγαρία αποχωρεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο», δήλωσε ο Γκέργκελι Γκούλιας, προσωπάρχης του πρωθυπουργού Ορμπάν. «Η κυβέρνηση θα ξεκινήσει τη διαδικασία αποχώρησης την Πέμπτη, σύμφωνα πάντα με τις συνταγματικές διαδικασίες και το διεθνές δίκαιο».
Με την ανακοίνωση αυτή, η Ουγγαρία γίνεται η πρώτη χώρα που αποχωρεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, στο οποίο συμμετείχε από το 2001.
Ο Νετανιάχου έγινε δεκτός με πλήρεις στρατιωτικές τιμές στην ιστορική συνοικία του Κάστρου της Βουδαπέστης, παρουσία στρατωτών έφιππων και πεζών με στρατιωτικές στολές. Αργότερα μέσα στην ημέρα, είχε προγραμματιστεί συνάντηση κορυφής με τον Ούγγρο ομόλογό του, Βίκτορ Ορμπάν.
Παράλληλα, είχε συνάντηση με τον πρόεδρο της χώρας, Τάμας Σούλιοκ, στο Προεδρικό Μέγαρο, σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση της ισραηλινής κυβέρνησης.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε τον Νοέμβριο εντάλματα σύλληψης κατά του Νετανιάχου και του πρώην υπουργού Άμυνας του Ισραήλ, Γιόαβ Γκάλαντ. Οι κατηγορίες αφορούν «εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» στη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Λωρίδα της Γάζας εναντίον της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς.
Το Δικαστήριο κατηγόρησε τους δύο Ισραηλινούς αξιωματούχους ότι χρησιμοποίησαν τον υποσιτισμό ως πολεμική πρακτική μέσω αυστηρών περιορισμών στην ανθρωπιστική βοήθεια αλλά και για εσκεμμένες επιθέσεις κατά αμάχων, πράξεις που το Ισραήλ αρνείται κατηγορηματικά.
Η ισραηλινή πλευρά θεωρεί ότι το Δικαστήριο έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση, χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις ως πολιτικά υποκινούμενες και αντισημιτικές, και υπογραμμίζει ότι το Ισραήλ ενεργεί μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαιώματος για αυτοάμυνα.
Τα κράτη-μέλη του ΔΠΔ υποχρεούνται να συλλαμβάνουν πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης μόλις αυτά εισέλθουν στο έδαφός τους. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν διαθέτει κάποιον μηχανισμό για να επιβάλει στην πράξη αυτήν την απαίτηση.
Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι συμβαλλόμενα κράτη στη συμφωνία του Δικαστηρίου. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υποδέχθηκε πρόσφατα τον Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο, είχε ήδη επιβάλει κυρώσεις προς το Δικαστήριο, κατηγορώντας το ότι «καταχράται της ισχύος του εκδίδοντας αβάσιμα εντάλματα σύλληψης» κατά Αμερικανών και Ισραηλινών επισήμων.
Ο Νετανιάχου, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Σάρα, ευχαρίστησε τον ούγγρο πρωθυπουργό για την απόφαση.
«Πήρατε μια γενναία απόφαση, σημαντική για όλο τον κόσμο, να αντισταθείτε απέναντι σε έναν διεφθαρμένο οργανισμό, όπως είναι το ΔΠΔ», ανέφερε ο Νετανιάχου προς τον Ορμπάν.
«Η ηγεσία σας έχει δείξει για πολλά χρόνια μια σταθερή και υπερήφανη στήριξη προς το Ισραήλ και τον εβραϊκό λαό», συμπλήρωσε.
Ο Νετανιάχου μίλησε και για τη σημασία της καταπολέμησης του αντισημιτισμού, ο οποίος, όπως τόνισε, σήμερα κρύβεται πίσω από το προσωπείο του αντισιωνισμού. Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο «άξονας τρομοκρατίας του Ιράν», κάτι που τελικά προστατεύει και την ίδια την Ευρώπη.
Οι δύο ηγέτες διατηρούν στενή προσωπική και πολιτική σχέση εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια. Τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Ορμπάν θεωρούνται συντηρητικοί και λαϊκιστές πολιτικοί. Ο Ορμπάν είναι γνωστός για τη σκληρή κριτική που ασκεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και για την αντίθεσή του σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με ορισμένους να συγκρίνουν τη στάση του με εκείνη του Νετανιάχου στο εσωτερικό του Ισραήλ.
Ο ανώτερος σύμβουλος του Ορμπάν, Ζόλταν Κόβατς, επιβεβαίωσε ότι οι διαδικασίες αποχώρησης έχουν ήδη ξεκινήσει.
Από την πλευρά της, η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε το γεγονός, χαρακτηρίζοντάς το ως «περιφρόνηση της διεθνούς νομιμότητας και καταστροφική για το κύρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης», τονίζοντας πως ένας διωκόμενος για πιθανά εγκλήματα πολέμου είναι πλέον ευπρόσδεκτος σε χώρα-μέλος της ΕΕ. Μέχρι σήμερα, χώρες της ΕΕ δεν είχαν αρνηθεί να εκτελέσουν σχετικό ένταλμα του ΔΠΔ.k