Σάββατο, 21 Φεβ, 2026
Ο Δρ Τζέυ Μπατατσάρια, διευθυντής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ. Ουάσιγκτον, 8 Φεβρουαρίου 2026. (Irene Luo/The Epoch Times)

Η πολιτική υγείας των ΗΠΑ σε τροχιά αλλαγών: Νέα στρατηγική για Κίνα, DEI και έρευνες υψηλού κινδύνου

Ο διευθυντής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας Δρ Τζέυ Μπαττατσάρυα περιγράφει τις μεταρρυθμίσεις στον μεγαλύτερο δημόσιο χρηματοδότη βιοϊατρικής έρευνας παγκοσμίως

Επί δεκαετίες, οι επιστήμονες αντιμετώπιζαν τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ (National Institutes of Health – NIH) ως έναν οργανισμό που δημοσιεύει επιστημονικές εργασίες, σύμφωνα με τον Δρα Τζέυ Μπαττατσάρυα.

Κατά τη δεύτερη θητεία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η έμφαση στη χρηματοδότηση του NIH έχει μετατοπιστεί προς «αποδείξιμες, ελέγξιμες υποθέσεις και όχι ιδεολογικά αφηγήματα», γεγονός που οδηγεί σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις στον οργανισμό. Ο Μπαττατσάρυα, ο οποίος απέκτησε διδακτορικό στην οικονομία και ιατρικό πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Stanford με διαφορά τριών ετών, παρουσίασε, σε συνέντευξή του στον Γιαν Γεκιέλεκ της εφημερίδας The Epoch Times, τις αλλαγές που εφαρμόστηκαν κατά τον πρώτο χρόνο της θητείας του και το όραμά του για τα επόμενα τρία χρόνια.

Το NIH διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο σε ιατρικές προόδους επί δεκαετίες, ωστόσο στον 21ο αιώνα κατέστη «πολύ πιο αδρανής θεσμός, απρόθυμος να αναλάβει διανοητικούς κινδύνους». Την ίδια περίοδο ο οργανισμός ήταν πρόθυμος να αναλάβει κινδύνους σε επικίνδυνα πειράματα ενίσχυσης λειτουργικότητας ιών και σε άλλες κοινωνικές ατζέντες, όπως η πολιτική διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης (DEI), με τις οποίες, κατά την άποψή του, δεν θα έπρεπε να ασχολείται.

Υπό τη δική του ηγεσία, την ηγεσία του προέδρου Τραμπ και με την εποπτεία του υπουργού Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ, το NIH επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων υγείας της χώρας, στην αντιστροφή της στασιμότητας στο προσδόκιμο ζωής και στην εκπλήρωση της αποστολής του, δηλαδή στην έρευνα που βελτιώνει την υγεία και τη μακροζωία του αμερικανικού λαού και, ευρύτερα, του παγκόσμιου πληθυσμού.

Ως ένας από τους 13 οργανισμούς που υπάγονται στο υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών, το NIH αποτελεί, σύμφωνα με τον Μπαττατσάρυα, τον μεγαλύτερο υποστηρικτή βιοϊατρικής έρευνας διεθνώς, παρέχοντας το 85% της παγκόσμιας χρηματοδότησης στον τομέα. Χρηματοδοτεί περίπου 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιστημονική έρευνα μέσω επιχορηγήσεων σε εκατοντάδες χιλιάδες ερευνητές σε πανεπιστήμια και νοσοκομεία.

Διευκρίνισε ότι το NIH δεν λαμβάνει άμεσα αποφάσεις ή χαράσσει πολιτικές δημόσιας υγείας και ότι προτίθεται να «απομακρύνει την πολιτικοποίηση της επιστήμης που υφίσταται εδώ και δεκαετίες».

Το Gateway Center των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας στη Μπεθέσντα. Μέριλαντ, 8 Ιουνίου 2025. (Elizabeth Frantz/Reuters/File Photo)

 

Πολιτικές ατζέντες

Τα τελευταία 15–20 χρόνια, το NIH ενσωμάτωσε, κατά τον Μπαττατσάρυα, πολιτικές και όχι επιστημονικές ατζέντες. Ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ανέφερε τη DEI, δηλαδή την πολιτική για τη διαφορετικότητα, την ισότητα και τη συμπερίληψη.

Επεσήμανε ότι, για ερευνητές εκτός NIH, η υπόσχεση διεξαγωγής έρευνας σχετικής με τη DEI αποτελούσε τρόπο εξασφάλισης πρόσθετων, σχετικά εύκολων χρηματοδοτήσεων. Ωστόσο, εξετάζοντας το ζήτημα, διαπίστωσε ότι μεγάλο μέρος αυτής της έρευνας δεν διέθετε ουσιαστική επιστημονική βάση και δεν θα το χαρακτήριζε καν επιστήμη.

Ως παράδειγμα ανέφερε πρόγραμμα που διερευνούσε εάν ο «δομικός ρατσισμός» αποτελεί τη βασική αιτία για τα χειρότερα αποτελέσματα υπέρτασης στους Αφροαμερικανούς σε σύγκριση με άλλες φυλετικές ομάδες. Το πρόβλημα αυτής της υπόθεσης, εξήγησε, είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί πειραματικά· αν ο δομικός ρατσισμός είναι η αιτία, ποια ομάδα ελέγχου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δοκιμαστεί η ορθότητα της υπόθεσης; Τίποτε από αυτά δεν οδήγησε σε βελτίωση της υγείας κανενός, πολύ λιγότερο των Αφροαμερικανών.

Σημείωσε ότι οι επιστήμονες κατανοούν πλέον πως εάν επιθυμούν στήριξη από το NIH, πρέπει να προτείνουν έργα με πιθανότητα βελτίωσης της υγείας των ανθρώπων και όχι έργα που εξυπηρετούν ιδεολογικούς στόχους που δεν ανήκουν στον οργανισμό. Από την ανάληψη της δεύτερης θητείας του Τραμπ, το NIH έχει ανακατευθύνει τη χρηματοδότησή του, περιλαμβανομένης της διάθεσης πόρων σε «επιστήμονες στα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας τους», όπως ανέφερε.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, με τον διευθυντή των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας, Δρα Τζέυ Μπαττατσάρυα (δεύτερο από αριστερά), κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 12 Μαΐου 2025. (Andrew Harnik/Getty Images)

 

Αλλαγές στη χρηματοδότηση

Ο Μπαττατσάρυα υποστήριξε ότι απαιτούνται «θεμελιώδεις αλλαγές» στον τρόπο με τον οποίο το NIH χρηματοδοτεί τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και ότι προτίθεται να συνεργαστεί με το Κογκρέσο για να υλοποιηθούν.

Στις 5 Ιανουαρίου, ομοσπονδιακό εφετείο έκρινε ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν μπορεί να μειώσει τα ποσά που καταβάλλει το NIH στους δικαιούχους επιχορηγήσεων για έμμεσες δαπάνες, όπως διοικητικά έξοδα και συντήρηση εγκαταστάσεων. Η απόφαση αφορά τρεις αγωγές που κατέθεσαν οι γενικοί εισαγγελείς της Μασσαχουσέττης και άλλων 21 πολιτειών, καθώς και νοσοκομεία, σχολεία και οι ενώσεις που τα εκπροσωπούν.

Το NIH είχε δημοσιεύσει, τον Φεβρουάριο του 2025, κατευθυντήριες οδηγίες που περιόριζαν το ποσοστό της χρηματοδότησης που μπορούσε να διατεθεί σε ερευνητικά ιδρύματα για κάλυψη έμμεσων δαπανών, δηλαδή εξόδων που δεν μπορούν να αποδοθούν άμεσα σε συγκεκριμένο ερευνητικό έργο, όπως εξοπλισμός, εγκαταστάσεις και ερευνητικό προσωπικό. Οι οδηγίες προέβλεπαν ότι οι έμμεσες δαπάνες δεν θα μπορούσαν να υπερβαίνουν το 15% της χρηματοδότησης των άμεσων ερευνητικών δαπανών, ανεξαρτήτως των πραγματικών εξόδων των πανεπιστημίων. Το NIH ανέφερε ότι τα Johns Hopkins, Yale και Harvard χρέωναν ποσοστά άνω του 60% για έμμεσες δαπάνες, παρότι διέθεταν δωρεές ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οι δικηγόροι των προσφευγόντων υποστήριξαν ότι μικρότερα πανεπιστήμια δεν διαθέτουν αντίστοιχα αποθεματικά και ότι, εάν εφαρμοστούν οι οδηγίες, θα υπάρξουν απολύσεις, αναστολή κλινικών δοκιμών και κλείσιμο εργαστηρίων.

Ο Μπαττατσάρυα ανέφερε ότι, εάν ένα ίδρυμα δεν διαθέτει κορυφαίους επιστήμονες που να μπορούν να εξασφαλίζουν επιχορηγήσεις, δεν θα λαμβάνει και στήριξη για εγκαταστάσεις, ενώ, για να προσελκύσει εξαιρετικούς επιστήμονες, πρέπει να διαθέτει άριστες εγκαταστάσεις. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που οδηγεί στη συγκέντρωση της χρηματοδότησης σε σχετικά λίγα ιδρύματα. Πρόσθεσε ότι επιστήμονες σε πανεπιστήμια όπως της Αλαμπάμα, της Οκλαχόμα και του Κάνσας αξίζουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση αντίστοιχη με εκείνη του Stanford και του Harvard.

Ερευνητής μελετά την επούλωση δερματικού τραύματος σε εργαστήριο του University of Illinois Chicago στο Σικάγο, στις 5 Μαρτίου 2025. (Scott Olson/Getty Images)

 

Διαχείριση των σχέσεων με την Κίνα

Το NIH οφείλει, σύμφωνα με τον Μπαττατσάρυα, να είναι «πολύ προσεκτικό» στη χρηματοδότηση ερευνητικών σχέσεων με την Κίνα, ιδίως μετά την πανδημία.

Υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ επένδυσαν σημαντικά στη βιοϊατρική ερευνητική δραστηριότητα της Κίνας, καθώς σχεδόν κάθε διακεκριμένος Κινέζος επιστήμονας στον τομέα είχε λάβει σε κάποιο βαθμό χρηματοδότηση από το NIH, ενώ πολλοί είχαν εκπαιδευτεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την πανδημία και υπό το πρίσμα των τρεχουσών γεωπολιτικών συνθηκών, η επένδυση αυτή δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερα συνετή.

Τόνισε ότι πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρότερα μέτρα ασφάλειας στις διεθνείς συνεργασίες, αναφερόμενος στη συνεργασία με το Ινστιτούτο Ιολογίας της Γούχαν. Στην περίπτωση αυτή, όπως είπε, το NIH χρηματοδότησε την EcoHealth Alliance, η οποία είχε υποεπιχορήγηση με το Ινστιτούτο Ιολογίας της Γούχαν. Όταν ξέσπασε η πανδημία και το NIH επιδίωξε να αποκτήσει πρόσβαση στα εργαστηριακά ημερολόγια για το τι ακριβώς μελετήθηκε στη Γούχαν, η EcoHealth Alliance καθυστέρησε ουσιαστικά να αναφέρει όσα γνώριζε. Τελικά, σύμφωνα με τον ίδιο, υποστήριξε ότι δεν ελέγχει το Ινστιτούτο Ιολογίας της Γούχαν και δεν μπορεί να αποκτήσει τα εργαστηριακά ημερολόγια.

Σημείωσε ότι το NIH χρηματοδότησε έρευνα σε συνεργασία με την Κίνα που ήταν πράγματι επικίνδυνη και ενδεχομένως οδήγησε στην πανδημία.

Υπό τη διοίκησή του, εφαρμόζονται πλέον αυστηρότερες διαδικασίες ελέγχου σε εγχώρια και ξένα ιδρύματα. Εφόσον ένα έργο χρηματοδοτείται από το NIH, τα ιδρύματα πρέπει να έχουν άμεση ελεγκτική σχέση με τον οργανισμό, ώστε να μπορεί να διακόψει τη χρηματοδότηση σε ξένο ίδρυμα εάν δεν συνεργάζεται. Το σύστημα αυτό, γνωστό ως σύστημα υποέργων, ήταν από τα πρώτα μέτρα που έλαβε.

Με έδρα τη Μπεθέσντα του Μέριλαντ, το NIH περιλαμβάνει 27 ινστιτούτα που εστιάζουν σε διάφορες πτυχές της υγείας, όπως το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου, το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας και το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων, το οποίο διηύθυνε στο παρελθόν ο Δρ Άντονυ Φάουτσι.

Σύμφωνα με τον Μπαττατσάρυα, η έρευνα που χρηματοδοτείται αξιολογείται πλέον με βάση το κατά πόσο συμβάλλει στην επίλυση προβλημάτων χρόνιων νοσημάτων. Το NIH λαμβάνει περίπου 100.000 αιτήσεις ετησίως από επιστήμονες σε όλο τον κόσμο και μπορεί να χρηματοδοτήσει 8.000 έως 10.000.

Ερευνητές εργάζονται σε εργαστήριο της Yisheng Biopharma στη Σενγιάνγκ, στην επαρχία Λιαονίνγκ της Κίνας, στις 10 Ιουνίου 2020. (Noel Celis/AFP μέσω Getty Images)

 

Έρευνα ενίσχυσης λειτουργικότητας

Ο Μπαττατσάρυα αναφέρθηκε και στις ανησυχίες σχετικά με την επικίνδυνη ενίσχυση παθογόνων, γνωστή ως έρευνα ενίσχυσης λειτουργικότητας.

Στις 7 Αυγούστου 2025, ο πρόεδρος Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για τις ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις, με στόχο την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων έγκρισης και την υπαγωγή των αποφάσεων χορήγησης σε αξιολόγηση από πολιτικά διορισμένους αξιωματούχους. Σε ενημερωτικό σημείωμα, ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι στο εξής οι ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις θα υποβάλλονται σε αυστηρότερη αξιολόγηση από τους διορισμένους του Τραμπ, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε δολάριο ωφελεί τους Αμερικανούς αντί να καταλήγει στις τσέπες των δικαιούχων ή να προωθεί σκοπούς που βλάπτουν τη χώρα.

Σύμφωνα με το ίδιο σημείωμα, στο παρελθόν ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις χρησιμοποιήθηκαν για τη στήριξη επικίνδυνων και επιβλαβών έργων που υπονόμευαν την εθνική ασφάλεια και θεμελιώδη δικαιώματα. Ο Λευκός Οίκος αναφέρθηκε στο Ινστιτούτο Ιολογίας της Γούχαν, το οποίο είχε χρηματοδοτηθεί εν μέρει από το NIH, χαρακτηρίζοντάς το ως την πιθανότερη πηγή της πανδημίας COVID-19.

Κονδύλια του NIH χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση έρευνας ενίσχυσης λειτουργικότητας. Σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης στις 4 Φεβρουαρίου, ο Μπαττατσάρυα υποστήριξε ότι η ιδέα να συλλέγονται παθογόνα από άγριες περιοχές, όπως οι σπηλιές με νυχτερίδες στη νότια Κίνα και αλλού, να μεταφέρονται σε εργαστήρια, να τροποποιούνται και να επιχειρείται η πρόβλεψη ποια είναι πιθανότερο να μεταδοθούν στον άνθρωπο και να προκαλέσουν πανδημία, συνιστά απόλυτη φαντασίωση και ότι η πρακτική αυτή έχει πλέον τερματιστεί υπό τη σημερινή διοίκηση.

Μέλη της ομάδας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που διερευνά την προέλευση του ιού της COVID-19 φτάνουν με αυτοκίνητο στο Ινστιτούτο Ιολογίας της Γούχαν, στην επαρχία Χουμπέι της Κίνας, στις 3 Φεβρουαρίου 2021. (Hector Retamal/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι ενέργειες του Μπαττατσάρυα κατά την COVID-19

Σφοδρός επικριτής των μέτρων που εφαρμόστηκαν κατά την πανδημία COVID-19, ο Μπαττατσάρυα προσέλκυσε τη δημόσια προσοχή το 2020 για την κριτική του σε παρεμβάσεις όπως οι υποχρεωτικές μάσκες, τα περιοριστικά μέτρα κυκλοφορίας και το κλείσιμο σχολείων.

Με τη Διακήρυξη του Great Barrington, ο ίδιος και δύο ακόμη ιατροί υποστήριξαν τη «στοχευμένη προστασία» των ευάλωτων ομάδων, επιτρέποντας ταυτόχρονα στις ομάδες χαμηλού κινδύνου να επανέλθουν σε κανονικές δραστηριότητες.

Λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση της διακήρυξης, ο τότε επικεφαλής του NIH, Φράνσις Σ. Κόλλινς, έγραψε στον Φάουτσι ότι επιθυμούσε μια «γρήγορη και καταστροφική αποδόμηση» του εγγράφου, το οποίο χαρακτήρισε έργο «περιθωριακών επιδημιολόγων».

Ο Δρ Τζέυ Μπαττατσάρυα, διευθυντής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, στην Ουάσιγκτον, στις 8 Φεβρουαρίου 2026. (Irene Luo/η Epoch Times)

 

Κατά την προεκλογική εκστρατεία του Κέννεντυ για την προεδρία, δόθηκε έμφαση στην ανάγκη αντιμετώπισης αυτού που ο ίδιος αποκάλεσε εταιρική αιχμαλωσία των κυβερνητικών οργανισμών και στην ενίσχυση της διαφάνειας. Ο Μπαττατσάρυα δήλωσε ότι θα επικεντρωθεί και στα δύο ζητήματα στον ρόλο του.

Εξέφρασε την πρόθεση δημιουργίας ιστοσελίδας που θα επιτρέπει στο κοινό να αναζητά ερευνητές και να εντοπίζει τη χρηματοδότηση που έλαβαν από φαρμακευτικές εταιρείες σε βάθος χρόνου, κατά το πρότυπο του OpenSecrets.org αλλά ειδικά για ιατρούς.

Σημείωσε ότι, εάν μια ιδέα προκύψει από το NIH και στη συνέχεια φαρμακευτική εταιρεία την αξιοποιήσει για να δημιουργήσει προϊόν που βελτιώνει τα αποτελέσματα υγείας ή θεραπεύει ασθένεια, αυτό δεν είναι καθεαυτό αρνητικό. Το πρόβλημα προκύπτει όταν ερευνητές έχουν συγκρούσεις συμφερόντων και δεν τις δηλώνουν, με αποτέλεσμα το κοινό να μην τις γνωρίζει. Υποστήριξε ότι όταν γίνεται κατανοητή η δομή χρηματοδότησης κάθε ερευνητή, καθίστανται σαφείς και οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και ότι ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει, όταν μελετά μια επιστημονική έρευνα, εάν αυτή χρηματοδοτήθηκε από φαρμακευτική εταιρεία ή από άλλους φορείς.

Των Jeff Louderback και Jan Jekielek

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε