Η ταινία «Ιωάννης Καποδίστριας», που προβάλλεται στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες από τα Χριστούγεννα, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο συζητημένα πολιτιστικά γεγονότα των τελευταίων μηνών. Παρά το γεγονός ότι δεν ανήκει στις λεγόμενες «εύκολες» εμπορικές παραγωγές, καταγράφει υψηλή προσέλευση και εντυπωσιακά εισιτήρια για το είδος της, γεγονός που αποτυπώνει ένα έντονο ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού για την ιστορία του τόπου και τις προσωπικότητες που τη διαμόρφωσαν.
Η ανταπόκριση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στους κινηματογράφους, αλλά επεκτείνεται και στον δημόσιο διάλογο. Η ταινία έχει προκαλέσει συζητήσεις στα μέσα ενημέρωσης, στα κοινωνικά δίκτυα και σε τηλεοπτικές εκπομπές, με πολλούς να επισημαίνουν ότι, ανεξαρτήτως κινηματογραφικής κριτικής, η ίδια η ενασχόληση με τον Ιωάννη Καποδίστρια αποτελεί πολιτιστικό κέρδος. Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση όπου μια ιστορική θεματική καταφέρνει να προσελκύσει κοινό διαφορετικών ηλικιών, ακόμη και οικογένειες, που επιλέγουν την ταινία ως αφορμή για γνωριμία με τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Σημαντικό στοιχείο που τονίζεται και από τους δημιουργούς αλλά και από αναλυτές είναι ότι η ταινία δεν φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ιστορικό ντοκιμαντέρ. Είναι κινηματογραφική μυθοπλασία, βασισμένη σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, και πρέπει να ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα. Η καλλιτεχνική αφήγηση επιλέγει να φωτίσει πλευρές της προσωπικότητας και της εποχής του Καποδίστρια, χωρίς να δεσμεύεται απολύτως από σχολαστική ιστορική ακρίβεια. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τη δυνατότητά της να λειτουργήσει ως ερέθισμα γνώσης και προβληματισμού.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε μια προσωπικότητα διεθνούς εμβέλειας, πολύ πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Η παρουσία του στα διπλωματικά κέντρα της Ευρώπης και το κύρος που είχε αποκτήσει τον καθιστούσαν μοναδική επιλογή για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Η άφιξή του στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, έπειτα από απόφαση της Εθνοσυνέλευσης, αποτέλεσε μια πράξη πολιτικά πρωτοποριακή για την εποχή. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν βασιλείς και αυτοκρατορίες, οι Έλληνες επέλεξαν κυβερνήτη και όχι μονάρχη, μέσα από συλλογική και δημοκρατική διαδικασία.
Η ταινία, όπως και η συζήτηση που τη συνοδεύει, αγγίζει και το ζήτημα της σχέσης του Καποδίστρια με τη Φιλική Εταιρεία. Παρότι ο ίδιος δεν αποδέχθηκε ποτέ επίσημα έναν τέτοιο ρόλο, υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες που δείχνουν ότι γνώριζε και παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις που οδήγησαν στην Επανάσταση του 1821. Η στάση αυτή ερμηνεύεται από πολλούς ως συνειδητή επιλογή διακριτικής δράσης, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδιασμού.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στη δολοφονία του το 1831, η οποία εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα. Πέρα από τους φυσικούς αυτουργούς, αρκετοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι το τέλος του Καποδίστρια συνδέεται άμεσα με τα μεγάλα γεωπολιτικά συμφέροντα της εποχής. Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, που προέβλεπε την επιβολή κληρονομικής μοναρχίας στην Ελλάδα, ουσιαστικά ακύρωνε τον θεσμό του κυβερνήτη εν ζωή και περιόριζε τον ρόλο του Καποδίστρια πριν ακόμη από τη δολοφονία του. Για πολλούς, αυτός ο πολιτικός αποκλεισμός αποτελεί τον πραγματικό «ηθικό αυτουργό» του θανάτου του.
Η επιτυχία της ταινίας στις αίθουσες δείχνει ότι το ελληνικό κοινό αναζητά έργα που δεν φοβούνται να αγγίξουν την ιστορία με σοβαρότητα και σεβασμό. Η ταινία «Καποδίστριας» δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά ανοίγει έναν διάλογο γύρω από τη δημοκρατία, την εθνική ανεξαρτησία και τις συγκρούσεις συμφερόντων που συνόδευσαν τη γέννηση του ελληνικού κράτους. Ίσως γι’ αυτό και η απήχησή της ξεπερνά το στενό πλαίσιο του κινηματογράφου και μετατρέπεται σε ένα ευρύτερο πολιτιστικό γεγονός.






