Σάββατο, 21 Φεβ, 2026
(Φωτ. αρχείο ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Κυρ. Μητσοτάκης: Στεγαστικό και οικονομική πολιτική

Το στεγαστικό αναδείχθηκε ως ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά ζητήματα, με τον πρωθυπουργό να αναγνωρίζει ότι η άνοδος των ενοικίων έχει μετατραπεί σε δυσβάσταχτο βάρος, ιδίως για τα νεότερα νοικοκυριά. Παρότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει  από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη — «ευτυχώς» — αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού ζει με ενοίκιο και ακριβώς εκεί «εντοπίζεται το μεγάλο πρόβλημα». Η οικονομική ανάκαμψη και η άνοδος των αξιών στα ακίνητα μπορεί να λειτουργούν θετικά για τους ιδιοκτήτες, αλλά για τους ενοικιαστές μεταφράζονται σε αυξανόμενη πίεση, καθώς — όπως το περιέγραψε — πρόκειται στη βάση του για ζήτημα προσφοράς και ζήτησης: όταν η ζήτηση ανεβαίνει και η προσφορά κατοικιών δεν ακολουθεί, οι τιμές κινούνται ανοδικά.

Στο πλαίσιο αυτό, υπερασπίστηκε την έκτακτη στήριξη που ήδη εφαρμόστηκε, υπενθυμίζοντας ότι «δόθηκε πίσω ένα ενοίκιο» σε περίπου 900.000 πολίτες. Παραδέχτηκε όμως ότι αυτό, σε πολλές περιπτώσεις, δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό ποσό που καταβάλλεται κάθε μήνα, επισημαίνοντας εμμέσως και μια «γκρίζα ζώνη» στην αγορά: αδήλωτα ή υποδηλωμένα μισθώματα που τροφοδοτούν τη φοροδιαφυγή. Εκεί ακριβώς εντάσσεται και το βασικό κίνητρο που περιέγραψε: μια πολιτική «ανταμοιβής της συμμόρφωσης». Αν υπάρξει αύξηση στα δηλωθέντα ενοίκια — δηλαδή αν περισσότερα πραγματικά ποσά περάσουν επίσημα στην Εφορία — η κυβέρνηση, όπως είπε, θα μειώσει τον φόρο στα εισοδήματα από ενοίκια. Με άλλα λόγια, επιχειρείται να χτυπηθεί η φοροδιαφυγή όχι μόνο με ελέγχους, αλλά και με ένα μηχανισμό που κάνει οικονομικά συμφέρουσα τη δήλωση του πραγματικού μισθώματος. Παράλληλα, επιχειρείται να ‘στρατεύσει’ και τον ενοικιαστή: αν ο ενοικιαστής ξέρει ότι η επιστροφή ενός μισθώματος μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεσο όφελος, αποκτά λόγο να πιέσει για πλήρη δήλωση του ποσού, ώστε να μη μένει «εκτός συστήματος» αυτό που πληρώνει.

Ωστόσο, επέμεινε ότι τα προσωρινά βοηθήματα δεν αρκούν και ότι η μόνιμη λύση περνά από την αύξηση της προσφοράς στέγης, την οποία χαρακτήρισε ως «πρώτη προτεραιότητα». Στην καρδιά αυτής της λογικής έβαλε την αξιοποίηση του μεγάλου αποθέματος κλειστών διαμερισμάτων: χιλιάδες κατοικίες μένουν εκτός αγοράς είτε επειδή απαιτούν ανακαίνιση με υψηλό κόστος είτε επειδή οι ιδιοκτήτες δεν έχουν επαρκές κίνητρο να τις επαναφέρουν προς μίσθωση. Το σκεπτικό είναι ότι αν το κράτος κάνει τα προγράμματα ανακαίνισης πιο γενναιόδωρα και πιο ελκυστικά, ένα μέρος αυτού του «νεκρού» αποθέματος μπορεί να επιστρέψει στην αγορά και να ανακουφίσει τις τιμές.

Παράλληλα, αναφέρθηκε και στη δεύτερη μεγάλη πηγή πίεσης τα τελευταία χρόνια: τη μετατόπιση κατοικιών προς τη βραχυχρόνια μίσθωση. Υποστήριξε ότι έχουν ήδη θεσπιστεί κίνητρα για τη μετατροπή βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb σε μακροχρόνιες, μέσω φοροελαφρύνσεων, με ειδική στόχευση  και στη φοιτητική κατοικία. Η λογική είναι απλή: περισσότερα σπίτια να επιστρέψουν στη ‘κανονική’ αγορά ενοικίων, ώστε να αυξηθεί η προσφορά σε περιοχές όπου τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, ειδικά σε πόλεις με μεγάλο φοιτητικό πληθυσμό.

Στη φοιτητική στέγη έδωσε ξεχωριστό βάρος, αναγνωρίζοντας ότι αποτελεί αυτοτελή κρίση. Πέρα από σχέδια για νέες φοιτητικές εστίες και την ήδη υπάρχουσα επιδότηση ενοικίου, προέβαλε ως βασικό εργαλείο και μια αλλαγή νοοτροπίας: την ενθάρρυνση της συγκατοίκησης. Περιέγραψε ότι στην Ελλάδα υπάρχει ισχυρή η κουλτούρα «το παιδί στα 18 να μένει μόνο του», ενώ στο εξωτερικό η συγκατοίκηση είναι συχνά ο κανόνας. Για να γίνει ελκυστικό αυτό το μοντέλο, εξήγησε ότι η επιδότηση ενισχύεται πολλαπλά όταν οι φοιτητές συγκατοικούν, ώστε δύο ή τρεις φοιτητές να μπορούν να μοιράζονται ένα μεγαλύτερο σπίτι με πολύ χαμηλότερο τελικό κόστος για τον καθένα. Το σκεπτικό είναι διπλό: αφ’ ενός να στηριχθούν οι νέοι οικονομικά αφ’ ετέρου να αποσυμπιεστεί η αγορά των πολύ μικρών διαμερισμάτων (γκαρσονιέρες και μικρά δυάρια), όπου παρατηρείται  και η μεγαλύτερη αύξηση τιμών. Παραδέχτηκε ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να ξενίζει την ελληνική οικογενειακή κουλτούρα, αλλά επέμεινε ότι κάποια στερεότυπα πρέπει να αλλάξουν, ακόμη κι αν αυτό ακούγεται δυσάρεστο.

Το συνολικό αφήγημα που παρουσίασε συνδέει το στεγαστικό με την οικονομική πολιτική και την αγοραστική δύναμη. Υποστήριξε ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει σταδιακή βελτίωση στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και μια πορεία σύγκλισης με την Ευρώπη, αμφισβητώντας την εικόνα ότι η Ελλάδα είναι «δεύτερη χειρότερη» στην ΕΕ στους μισθούς ως πλήρη αποτύπωση της πραγματικότητας. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι πολλές τιμές στην αγορά είναι ‘ευρωπαϊκές’, άρα οι πιέσεις στα νοικοκυριά παραμένουν έντονες, γι’ αυτό και επέμεινε στους στόχους για αύξηση μέσου και κατώτατου μισθού (με αναφορά στους στόχους των 1.500 ευρώ και 950 ευρώ αντίστοιχα). Τόνισε επίσης ότι οι αυξήσεις μισθών από μόνες τους δεν επαρκούν και παρουσίασε τις φορολογικές παρεμβάσεις ως δεύτερο μοχλό αύξησης του καθαρού εισοδήματος, με ιδιαίτερη στόχευση στους νέους: φορολογικές ελαφρύνσεις για εισοδήματα έως ένα όριο κάτω των 25 ετών και χαμηλότερος συντελεστής για ηλικίες 25–30, με το επιχείρημα ότι έτσι ενισχύεται άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα της νεότερης γενιάς.

Συνολικά, η γραμμή που περιγράφηκε είναι ότι το στεγαστικό δεν λύνεται με ένα μόνο μέτρο: χρειάζεται ταυτόχρονα ‘καθαρή’ αγορά ενοικίων (περιορισμός υποδήλωσης), αύξηση προσφοράς μέσω αξιοποίησης κλειστών ακινήτων και επιστροφής κατοικιών από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια μίσθωση, στοχευμένες παρεμβάσεις για τη φοιτητική στέγη και, στον ορίζοντα, μια ευρύτερη άνοδος εισοδημάτων που να αντέχει δημοσιονομικά χωρίς να ανατροφοδοτεί τον πληθωρισμό.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε