Πέμπτη, 30 Μαΐ, 2024
Στη λογοτεχνία βρίσκουμε ηρωικές πατρικές φιγούρες, που δεν διστάζουν να θυσιαστούν για χάρη των παιιδών τους. Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Τέοντορ Χίλντεμπραντ «Ένας πολεμιστής με το παιδί του», 1832. Λάδι σε καμβά. Παλιά Εθνική Πινακοθήκη του Βερολίνου. (Public Domain)

Ο ηρωισμός του πατρικού ρόλου όπως αναδεικνύεται στη λογοτεχνία, από τα αρχαία έπη μέχρι σήμερα

Πέντε πατρικά πρότυπα που διατρέχουν την ιστορία της λογοτεχνίας, από τα ομηρικά έπη μέχρι τη σύγχρονη φανταστική δυστοπία της νέας χιλιετίας

Εξετάζοντας την ιστορία της λογοτεχνίας, παρατηρούμε ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο να συναντήσουμε θετικές πατρικές μορφές στα σπουδαία λογοτεχνικά έργα. Αντιθέτως, είναι πολύ εύκολο να βρούμε σωρεία αδύναμων, τυραννικών ή απλώς απόντων πατέρων.

Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Για να δημιουργηθεί μια ιστορία απαιτείται μια σύγκρουση. Ο εντάσεις, οι αντιπαραθέσεις, τα προβλήματα και οι ταραχές που πρέπει να ξεπεράσουν οι ήρωες διαμορφώνουν τη βάση όσων διαβάζουμε. Αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε μια ιστορία όπου ο ήρωας πετυχαίνει οτιδήποτε θέλει χωρίς καμία προσπάθεια, θα διαπιστώσουμε ότι βαρεθήκαμε πριν καν ξεκινήσουμε. Τα πρόσωπα ενός λογοτεχνικού έργου πρέπει να υπομένουν βάσανα, να παλεύουν με εχθρούς και να ξεπερνούν εμπόδια. Τέτοιες ιστορίες είναι όχι μόνο πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και πιο αυθεντικές.

Σε μεγάλο βαθμό οι συγκρούσεις έχουν τη ρίζα τους στις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Τόσο οι κοινωνικές επιστήμες και η ψυχολογία όσο και η λογοτεχνία μάς διδάσκουν ότι τα οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα συνδέονται άμεσα με τους γονείς. Όταν οι γονείς απουσιάζουν ή δεν είναι αυτοί που θα έπρεπε, δημιουργούνται ευκολότερα οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη κοινωνικών και οικογενειακών δραμάτων.

Φυσικά, όσο κι αν αντιτίθενται στη δημιουργία μιας καλής ιστορίας, υπάρχουν και οι καλές πατρικές λογοτεχνικές μορφές, όπως ήρωες που θυσιάζονται για το καλό των οικογενειών τους, παρέχοντας στις κοινωνίες τα απαραίτητα παραδείγματα. Μερικοί από τους πιο εξέχοντες που μπορούμε να απαριθμήσουμε είναι ο Έκτωρ από την ομηρική «Ιλιάδα», ο Ιππότης από τις «Ιστορίες του Κάντερμπερι» του Τσώσερ, ο Πρόσπερο από τη σαιξπηρική «Τρικυμία», ο Μπομπ Κράτσιτ από τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Καρόλου Ντίκενς και ο ανώνυμος πατέρας του «Δρόμου» του σύγχρονου Κόρμακ Μακάρθι.

Όπως είπε και ο Γάλλος ποιητής Σαρλ Πεγκί [Charles Péguy], «στον σύγχρονο κόσμο, δεν υπάρχει παρά μια μεγάλη περιπέτεια για τους άντρες: η πατρότητα».

Έκτωρ: Ο ήρωας που υπερασπιζόταν αυτά που αγαπούσε

Ζαν Β΄ Ρεστού, «Ο Έκτωρ αποχαιρετά την Ανδρομάχη», 1727. Λάδι σε καμβά. (Public Domain)

 

Ο Έκτωρ είναι, σύμφωνα με τον Όμηρο, η μόνη άμυνα της Τροίας ενάντια στους Αχαιούς που την πολιορκούν. Οδηγεί τους στρατιώτες στη μάχη, τους εμψυχώνει, ανεβάζει το ηθικό τους και σκοτώνει αθρόα τους εχθρούς στη μάχη.

Ταυτόχρονα είναι αφοσιωμένος στην οικογένειά του, κάτι που τον κινητοποιεί περαιτέρω και τον κάνει ακόμα πιο τρομερό πολεμιστή. Όπως και ένας άλλος λογοτεχνικός πολεμιστής, θα μπορούσε να πει: «Δεν αγαπώ το λαμπερό σπαθί για την κόψη του ούτε το βέλος για την ταχύτητά του ούτε τον πολεμιστή για τη δόξα του. Αγαπώ μονάχα αυτά που υπερασπίζονται.» [1]

Στο παρακάτω απόσπασμα, ο Έκτωρ αποχαιρετά τη γυναίκα του Ανδρομάχη και τον γιο τους Αστυάνακτα και καθησυχάζει τους φόβους της πριν φύγει για τη μάχη:

Ζ 399 «που τότε τον απάντησε με την τροφόν σιμά της,
οπού βαστούσε το μικρό μονάκριβο παιδί της,
τον Εκτορίδην, όμοιον με εύμορφον αστέρα· […]

Εκείνος χαμογέλασε κοιτώντας το παιδί του
ήσυχα· […]

Και […] άπλωσε τα χέρια στο παιδί του·
έσκουξ’ εκείνο κι έγειρε στο στήθος της βυζάστρας·
φοβήθη τον πατέρα του καθώς είδε ν’ αστράφτουν
τ’ άρματα και απ’ την κόρυθα της περικεφαλαίας
Ζ 470 την χαίτην που τρομακτικώς επάνω του εσειόνταν·
εγέλασε ο πατέρας του και η σεβαστή μητέρα·
και ο μέγας Έκτωρ έβγαλε την περικεφαλαία
και καταγής την έθεσεν οπού λαμποκοπούσε.
Εφίλησε κι εχόρευσε στα χέρια το παιδί του

Ζ 475 κι έπειτα ευχήθη στους θεούς …» [2]

Ενώ έπαιρνε μια ανάπαυλα από τη μάχη, «εφίλησε κι εχόρευσε στα χέρια το παιδί του…», έγραψε ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Κρίστοφερ Βίλχελμ Έκερσμπεργκ, «Ο Έκτορας αποχαιρετά την Ανδρομάχη και τον Αστυάνακτα», περίπου 1813-1816. Λάδι σε καμβά. Μουσείο Thorvaldsens, Κοπεγχάγη, Δανία. (Public Domain)

 

Ο Ιππότης: Άγρυπνη, αυστηρή, αλλά πάντα ευγενική καθοδήγηση 

Τζορτζόνε, προσωπογραφία ιππότη με τον ακόλουθο και γιο του, περ. 1501-1502. Λάδι σε καμβά. Πινακοθήκη Ουφίτσι, Φλωρεντία. (Public Domain)

 

Στις «Ιστορίες του Κάντερμπερι» (The Canterbury Tales, 14οο) του Άγγλου συγγραφέα Τζέφρυ Τσώσερ (Geoffrey Chaucer, περ. 1340-1400), ανάμεσα στους προσκυνητές είναι και ένας ιππότης. Ο συγγραφέας τον περιγράφει ως ευγενή άντρα, έντιμο, ιπποτικό. Οι τρόποι του είναι αβροί, παρόλο που και αυτός, όπως ο Έκτωρ, πολεμά θαρραλέα για να υπερασπιστεί όσα αγαπά και έχει πάρει μέρος σε πολέμους.

Μαζί του στο ταξίδι έρχεται και ο γιος του, ο Ακόλουθος, ένας 20χρονος νέος, παθιασμένος, όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας του με τις τελευταίες μόδες στο χτένισμα και στο ντύσιμο και με μεγάλη εμμονή με τις γυναίκες: για αυτές  έχανε τον ύπνο του, σαν «αηδόνι», και τις αγαπούσε με μια εξιδανικευμένη λατρεία.

Στο έργο του Τσώσερ, κάθε προσκυνητής διασκεδάζει τους συνταξιδιώτες του με ιστορίες για να περάσουν την ώρα του στο δρόμο προς το ιερό του Αγίου Τόμας Μπέκετ. Η «Ιστορία του Ιππότη» είναι μια από αυτές τις ιστορίες, αλλά όπως έχει επισημάνει ο πρώην καθηγητής Αγγλικών στη Ναυτική Ακαδημία των ΗΠΑ David Άλλεν Γουάιτ, στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη ιστορία απευθύνεται κυρίως στον γιο του ιππότη ως μια πατρική ευγενική διόρθωση. Η ιστορία αφορά τις επιπολαιότητες και τους κινδύνους της νεανικής, παράλογης αγάπης (ή λαγνείας) στην ιστορία του Πάλαμον, του Αρσίτη και της Έμιλι. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια αυστηρή προειδοποίηση για τη λανθασμένη μορφή του αυλικού έρωτα και τη νεανική παρορμητικότητα, η οποία ωστόσο εκφέρεται με έναν ευγενικό, γοητευτικό τρόπο στον νεαρό γιο του.

Πρόσπερο: Κατευθύνοντας τα γεγονότα για το καλό του παιδιού του

Εξορισμένοι από το Μιλάνο, ο Πρόσπερο και η Μιράντα ταξιδεύουν προς το απομακρυσμένο νησί, όπου διαδραματίζεται η «Τρικυμία». Χένρι Τόμσον, «Πρόσπερο και Μιράντα», 1803.  Λάδι σε καμβά. Βασιλική Ακαδημία Τεχνών, Λονδίνο. (Public Domain)

 

Η κεντρική φιγούρα του έργου του Σαίξπηρ «Η Τρικυμία» είναι ο μάγος Πρόσπερο, ο οποίος έχασε άδικα το δουκάτο του στο Μιλάνο και εξορίστηκε με τη μικρή του κόρη σε ένα μυστηριώδες νησί. Ο Πρόσπερο ενορχηστρώνει τα γεγονότα του έργου καθώς, χρησιμοποιώντας τη μαγεία του και τον πιστό του υπηρέτη, τον Άριελ, τραβά τους ναυαγισμένους εχθρούς του στο νησί και στη μετάνοια.

Παίζει επίσης τον προξενητή, φέρνοντας τον πρίγκιπα Φερδινάνδο στην ενήλικη πλέον κόρη του Μιράντα και δοκιμάζοντας την ποιότητα, την αγνότητα και την αποφασιστικότητα του νεαρού άνδρα -όπως θα έπρεπε να κάνει ένας καλός πατέρας- προτού του δώσει τη Μιράντα για σύζυγό του.

Αφηγούμενος την ιστορία της εξορίας του σε μια μικρή βάρκα με ελάχιστα υπάρχοντα από το Μιλάνο, ο Πρόσπερο εκφράζει αυτό που όλοι οι καλοί πατέρες γνωρίζουν, στους οποίους και μόνο η θέα του παιδιού τους μπορεί να τους δώσει τη δύναμη και το κίνητρο να εκτελέσουν ακόμα και υπεράνθρωπους άθλους. Μιλώντας στη Μιράντα, λέει:

«Ω, ένα χερουβείμ. /Ήσουν εσύ που με διαφύλαξες. Εσύ χαμογελούσες./ Εμποτισμένος με μια δύναμη από τον ουρανό,/ Όταν έχω στρώσει τη θάλασσα με σταγόνες γεμάτες αλάτι,/ Κάτω από το φορτίο μου στενάζω – που ανέδειξε μέσα μου/ ένα στομάχι που υπομένει, για να αντέξω/ ενάντια σε ό,τι θα έπρεπε να επακολουθήσει.»

Ο Πρόσπερο παίρνει θάρρος και ανακτά τη δύναμή του σε αυτή την πιο σκοτεινή στιγμή της ζωής του χάρη στην παρουσία και την αγάπη του μικρού κοριτσιού του.

Και συνεχίζει να κατευθύνει τα γεγονότα προς όφελός της καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου: «Κανένα κακό./ Δεν έκανα τίποτε παρά για σένα να φροντίζω,/ Για σένα, αγαπημένη μου, για σένα, την κόρη μου.»

Μπομπ Κράτσιτ: ένας ήρωας της καθημερινότητας

Ο Μπομπ Κράτσιτ κουβαλάει τον Μικρούλη Τιμ στους ώμους του. Σκηνή από το «Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία” του Καρόλου Ντίκενς, περ.1844. Εικονογράφηση του Fred Barnard. (Hulton Archive/Getty Images)

 

Στην αγαπημένη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Ντίκενς, ο Μπομπ Κράτσιτ είναι ο αφοσιωμένος υπάλληλος ενός δεσποτικού και τσιγγούνη εργοδότη, του Σκρουτζ, για τον οποίο δουλεύει με ελάχιστη αμοιβή. Ο Κράτσιτ αντιπροσωπεύει όλους εκείνους τους αμέτρητους πατέρες στην ιστορία, οι οποίοι μπορεί να μην διακρίθηκαν ποτέ από μια μοναδική στιγμή εξαιρετικού ηρωισμού ή γενναιότητας, αλλά μάλλον κατέκτησαν έναν όχι λιγότερο σημαντικό, αν και λιγότερο αισθητό, βαθμό ευγένειας και θυσίας με την επιμονή στην καθημερινή βιοπάλη.

Καλοκαίρι και χειμώνα, χρόνο με το χρόνο, αυτοί οι άνδρες σηκώνουν στους ώμους τους το βάρος ενός άχαρου και άδοξου καθήκοντος, απλώς και μόνο για να στηρίξουν εκείνους που εξαρτώνται από αυτούς. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε αυτό «συνηθισμένο ηρωισμό» και είναι κάτι που κάθε οικογενειάρχης μπορεί να διεκδικήσει.

Ο Κράτσιτ μάς φέρνει στο νου το ποίημα του Ρόμπερτ Χέιντεν «Εκείνες οι Κυριακές του χειμώνα»:

«Και τις Κυριακές ο πατέρας μου σηκωνόταν νωρίς
και φόραγε τα ρούχα του μέσα στο μαύρο κρύο,
και μετά με ραγισμένα χέρια που πονούσαν
από τη δουλειά τις καθημερινές έκανε
να ανάψει τις φωτιές. Κανείς δεν τον ευχαρίστησε ποτέ.
[…]
[Θα του μιλούσα] αδιάφορα,
αυτού που είχε διώξει το κρύο
και μου γυάλισε και τα καλά μου παπούτσια.
Τι ήξερα, τι ήξερα
για τα αυστηρά και μοναχικά γραφεία της αγάπης;»

Αλλά, εκτός από τη φτώχεια, ο Κράτσιτ -όπως τόσοι πολλοί απλοί πατέρες- έχει το πρόσθετο βάρος των ιατρικών προβλημάτων στην οικογένεια. Ο γιος του, ο Μικρούλης Τιμ, είναι άρρωστος, αλλά η οικογένεια δεν έχει αρκετά χρήματα για να τον φροντίσει σωστά. Παρ’ όλα αυτά, ο Κράτσιτ κουβαλάει το ανάπηρο παιδί του στον ώμο του και το εμψυχώνει όσο καλύτερα μπορεί. Ο Κράτσιτ διαθέτει υπομονή και επίμονα καλή διάθεση μπροστά στις δυσκολίες. Και στο τέλος, η υπομονή του ανταμείβεται.

Ο Πατέρας: Διατηρώντας ζωντανή τη χαμένη ελπίδα και το φως μες στο σκοτάδι

Ο πατέρας έχει μόνο ένα σκοπό, τον οποίο θα επιδιώξει ακόμη και μέχρι θανάτου: να φροντίσει τον γιο του. Καρλ Φρήντριχ Λέσινγκ, “Ο ληστής και το παιδί του”, 1832. Λάδι σε καμβά. Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας. (Public Domain)

 

Το μυθιστόρημα του Κόρμακ Μακάρθι «Ο δρόμος» (2006) διαδραματίζεται σε ένα ζοφερό, μετα-αποκαλυπτικό φόντο. Είναι το οδοιπορικό ενός πατέρα και του γιου του σε μια κατεστραμμένη Αμερική, όπου ο πολιτισμός έχει εξαφανιστεί λόγω ενός καταστροφικού συμβάντος, οι οποίοι εγκαταλείπουν το σπίτι τους στον βορρά, όπου δεν πιστεύει ο πατέρας ότι μπορούν να βγάλουν άλλον ένα χειμώνα, ψάχνοντας για κάτι «καλύτερο».

Κατά βάθος, ο πατέρας γνωρίζει ότι δεν έχουν πουθενά να πάνε, ότι δεν υπάρχει κανένα καλύτερο μέρος. Η προσπάθειά του, ωστόσο, συγκεντρώνεται, στο να διατηρήσει ζωντανή την ελπίδα στο αγόρι του, στο γιο του, το μόνο πράγμα που του έχει απομείνει σε αυτό τον πικρό κόσμο.

Οι λίγοι επιζώντες που συναντούν ο άντρας και το αγόρι στην πορεία τους είναι κυρίως δολοφόνοι που έχουν χάσει την ανθρωπιά τους μέσα στην απελπισία και την απόγνωσή τους. Αλλά ο πατέρας κάνει ό,τι μπορεί για να εμφυσήσει στο γιο του την αίσθηση του καλού και του κακού, σε μια εποχή που έχει εγκαταλείψει κάθε ηθικό πρότυπο. Έτσι, λέει στο αγόρι ότι είναι «οι καλοί» που «κουβαλούν τη φωτιά».

Η σκληρότητα του σκηνικού αναδεικνύει περισσότερο την καρδιά της ιστορίας. Όσο πιο σκοτεινό είναι το φόντο τόσο μεγαλύτερη είναι η αντίθεση με το φως στον πυρήνα της ιστορίας και αυτό το φως είναι η αγάπη και η θυσία ενός πατέρα και ενός γιου ο ένας για τον άλλον. Ο πατέρας δεν έχει πια παρά μόνο ένα πράγμα, στο οποίο θα εμμείνει ακόμη και μέχρι θανάτου: τη φροντίδα του γιου του.

Τα λόγια του Πατέρα θα ταίριαζαν στο στόμα κάθε πατέρα που μιλάει στο παιδί του: «Έχεις όλη μου την καρδιά. Πάντα την είχες. Είσαι το καλύτερο παιδί. Πάντα ήσουν.»

Τέοντορ Χίλντεμπραντ, «Ένας πολεμιστής με το παιδί του», 1832. Λάδι σε καμβά. Παλιά Εθνική Πινακοθήκη του Βερολίνου. (Public Domain)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Τα λόγια ανήκουν στον Φαραμίρ, από το έργο του Τζ.Ρ. Τόλκιν «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», βιβλίο 2ο («Οι Δύο Πύργοι»), σελ. 328. Εκδόσεις Κέδρος 1983, μετάφραση Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια.

2. Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Ζ΄, στίχοι 399-475, μετάφραση Ι. Πολυλά.

 

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε