Η Ζώνη Οχυρών, η τελευταία αμυντική γραμμή της Ουκρανίας, αποτελεί κρίσιμο μέτωπο στη συνεχιζόμενη σύγκρουση με τη Ρωσία.
Κίεβο ελπίζει ότι η αλυσίδα οχυρωμένων πόλεων στα βορειοδυτικά του Ντονέτσκ, γνωστή ως «Ζώνη Οχυρών», θα καταφέρει να αναχαιτίσει περαιτέρω προέλαση των ρωσικών δυνάμεων.
Ωστόσο, η περιοχή αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και κομβικό χώρο που η Μόσχα αναμένεται να διεκδικήσει είτε στα πεδία των μαχών, είτε στο τραπέζι διαπραγματεύσεων ειρήνης.
Ανάμεσα στις βασικές απαιτήσεις της Ρωσίας περιλαμβάνεται η αναγνώριση της κυριαρχίας της σε τέσσερις ουκρανικές περιφέρειες, μεταξύ αυτών το Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ, που η Μόσχα ισχυρίζεται πως προσάρτησε το 2022.
Η Ζώνη Οχυρών αντιστοιχεί στο τελευταίο 25% της επαρχίας του Ντονέτσκ που παραμένει υπό ουκρανικό έλεγχο.
«Αυτό είναι που κρατά την ουκρανική αντίσταση ζωντανή, γιατί αν οι Ρώσοι καταλάβουν το υπόλοιπο της επαρχίας, μπορούν να κηρύξουν τη λήξη του πολέμου. Θα έχουν πετύχει τους στόχους του Πούτιν», εξηγεί ο Βρετανός αμυντικός αναλυτής, Τιμ Ρίπλεϊ.
Η συγκεκριμένη ζώνη εκτείνεται κάθετα σε απόσταση 50 χιλιομέτρων από βορρά προς νότο, παράλληλα με τον οδικό άξονα H-20, συνδέοντας κρίσιμες πόλεις του Ντονμπάς όπως το Σλοβιάνσκ, το Κραματόρσκ, τη Ντρούσκιβκα και την Κονστιτίνιβκα.
Από κοινού, τα σημεία αυτά λειτουργούν ως διοικητικό και υλικοτεχνικό νευραλγικό κέντρο της Ουκρανίας στην περιοχή.
Ο Τούρκος στρατιωτικός αναλυτής Αμπντουλάχ Εγάρ επισημαίνει: «Η γραμμή αυτή αποτελεί νευραλγικό δίκτυο εφοδιασμού με πυκνές οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις. Η Ρωσία δεν μπορεί να προχωρήσει βαθύτερα στο βορειοδυτικό Ντονέτσκ χωρίς να τη διασπάσει».

Υπογραμμίζει μάλιστα πως «η Ζώνη Οχυρών δεν είναι απλώς γραμμή άμυνας. Αποτελεί ψυχολογική, πολιτική και διπλωματική πηγή ηθικού και νομιμοποίησης. Όσο παραμένει άθικτη, τόσο ενισχύεται η δυτική στήριξη. Στέλνει το μήνυμα, εντός κι εκτός Ουκρανίας, ότι η χώρα συνεχίζει να αντιστέκεται, ακλόνητα οχυρωμένη».
Ενίσχυση και προετοιμασία ετών
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού Ινστιτούτου για τη Μελέτη του Πολέμου (ISW), το Κίεβο τα τελευταία έντεκα χρόνια ενισχύει συστηματικά την αμυντική διάταξη της Ζώνης και αναπτύσσει σημαντικές βιομηχανικές και στρατιωτικές υποδομές εντός και γύρω από τις πόλεις αυτές.

Ο Εγάρ αναφέρει ότι από το 2014 η Ουκρανία θωρακίζει τη γραμμή με χαρακώματα, ναρκοπέδια, αντιαρματικά εμπόδια («δόντια δράκου»), πολυβολεία, τσιμεντένια οχυρώματα και υπόγεια κέντρα διοίκησης. Επιπλέον, η βαριά βιομηχανική μορφολογία της περιοχής, με τσιμεντοβιομηχανίες, ανθρακωρυχεία και μεταλλουργικές εγκαταστάσεις, προσφέρει πρόσθετη προστασία.
«Η Ζώνη σφύζει και από επιθετικά όπλα – πυροβολικό, drones, αντιαρματικά, που λειτουργούν σε διασυνδεδεμένο δίκτυο πυρών. Στα μετόπισθεν υπάρχουν και δευτερεύουσες γραμμές άμυνας», επισημαίνει ο Εγάρ.
Παρά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, ο ίδιος διαπιστώνει ότι αυτά επισκιάζονται από την υστέρηση σε ισχύ πυρός και κυριαρχία στον αέρα.
Ο Ρίπλεϊ συμφωνεί, τονίζοντας ότι «η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καλά εφοδιασμένη δύναμη, με σαφή αριθμητική υπεροχή». «Δεν πρόκειται για μια αδιάρρηκτη εφεδρική δύναμη σταθερά ανεπτυγμένη στα χαρακώματα. Προσπαθούν να κρατήσουν τη γραμμή με ό,τι διαθέτουν, το οποίο ολοένα εξαντλείται», σημειώνει. «Όσο ανθεκτικές κι αν είναι οι οχυρώσεις, η αντοχή τους εξαρτάται από τον αριθμό των στρατιωτών που τις επανδρώνουν και από το πόσο πυροβολικό καλύπτει το μέτωπο».
Η μάχη για το Ντονμπάς
Το 2022, η Μόσχα εισέβαλε σε τέσσερις ανατολικές περιφέρειες της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένων του Ντονέτσκ και του γειτονικού Λουγκάνσκ, που αποτελούν το βιομηχανικά πλούσιο Ντονμπάς.
Την ίδια χρονιά, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε την προσάρτηση αυτών των περιοχών – μια ενέργεια που το Κίεβο και η πλειονότητα των δυτικών πρωτευουσών καταδικάζουν ως παράνομη και δεν αναγνωρίζουν. Αυτή τη στιγμή, οι ρωσικές δυνάμεις ελέγχουν σχεδόν ολόκληρο το Λουγκάνσκ και περίπου το 75% του Ντονέτσκ, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας της περιφέρειας.

Για να καταλάβει το υπόλοιπο 25%, περίπου 6.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η Ρωσία πρέπει πρώτα να διασπάσει τη Ζώνη Οχυρών – κάτι που, σύμφωνα με το ISW, προς το παρόν αδυνατεί να πραγματοποιήσει άμεσα.
Δυτικές εκτιμήσεις επισημαίνουν ότι η Ζώνη αποτελεί το βέλτιστο οχυρό της Ουκρανίας, όπου κάθε άμεση επίθεση θα επιφέρει σοβαρές απώλειες στο ρωσικό στρατό.
«Η Ζώνη επιβραδύνει τη ρωσική προέλαση και αυξάνει το κόστος και τον κίνδυνο για τη Μόσχα. Κάθε σημείο της γραμμής ενισχύει τα γειτονικά, πολλαπλασιάζοντας τη συνολική αμυντική ικανότητα», αναφέρει ο Εγάρ.
Όπως εξηγεί, στην περίπτωση άμεσης επίθεσης, η Ρωσία καλείται να πολεμήσει ταυτόχρονα σε πολλά σημεία, κάτι που καταπονεί σημαντικά τις δυνάμεις της, δίνοντας στον ουκρανικό στρατό πολύτιμο χρόνο για ανασυγκρότηση, εφοδιασμό κι ενίσχυση διεθνούς υποστήριξης.
Επιχειρήσεις φθοράς και αβέβαιο μέλλον
Στη νεότερη έκθεσή του το ISW αναφέρει ότι οι ρωσικές δυνάμεις καταβάλλουν προσπάθειες να υπερκεράσουν τη Ζώνη από νοτιοδυτικά, σε μια διαδικασία που εκτιμάται ότι μπορεί να διαρκέσει χρόνια.
Ο Εγάρ, ωστόσο, αμφισβητεί το χρονοδιάγραμμα, προειδοποιώντας: «Αν η Ρωσία αυξήσει την πίεση στο Ντνιεπροπετρόφσκ, η Ουκρανία ίσως εξαναγκαστεί να αποσύρει εφεδρείες από το Ντονέτσκ και να αποδυναμώσει τη Ζώνη Οχυρών.

Η Μόσχα πιέζει ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα, στο Ντονέτσκ και στη γραμμή του Δνείπερου, εφαρμόζοντας τακτική φθοράς. Εάν οι ουκρανικές εφεδρείες και τα αποθέματα πυρομαχικών εξαντληθούν περαιτέρω, το χρονοδιάγραμμα μπορεί να συντομεύσει δραματικά».
Σκεπτικισμό εκφράζει και ο Ρίπλεϊ σχετικά με το πόσο θα αντέξει η γραμμή άμυνας: «Όλα εξαρτώνται από το αν οι δυνάμεις που βρίσκονται εκεί σήμερα διατηρήσουν τη μαχητική τους ισχύ, τον απαραίτητο εξοπλισμό και τα πυρομαχικά. Όταν αρχίσουν να φθείρονται, η δυνατότητα άμυνας καταρρέει. Ήδη έχουν καταγράψει φθορά και αναγκάζονται σε υποχωρήσεις λόγω έλλειψης στρατιωτών για να κρατήσουν τη γραμμή και να αποφύγουν την περικύκλωση».
Ερωτηθείς πόσο χρόνο δίνει στην Ουκρανία, υπό κανονικές συνθήκες, πριν διασπαστεί πλήρως η Ζώνη, ο Ρίπλεϊ απαντά: «Στην καλύτερη περίπτωση, έναν ακόμη χρόνο. Μέχρι το τέλος του έτους, όλες αυτές οι πόλεις θα έχουν πέσει ή θα απειλούνται άμεσα. Βλέπουμε ήδη τον ρυθμό προέλασης της Ρωσίας από το περασμένο καλοκαίρι. Αν συνεχιστεί έτσι για έξι μήνες ακόμη, ολόκληρο το Ντονέτσκ θα έχει χαθεί».