Τρίτη, 05 Μαρ, 2024
Μάρτιν Τζόνσον Χηντ, «Ορχιδέα Κατλέγια και τρία κολιμπρί», 1871. Λάδι σε ξύλο. (Δωρεά του Ιδρύματος Μόρις και Γκουέντολιν Κάφριτζ)

Αναζητώντας τη μαγεία των κολιμπρί στα δάση της Βραζιλίας

Η ψυχή της ζωγραφικής του Μάρτιν Τζόνσον Χηντ (19ος αιώνας)

Του Jeff Perkin

Μετάφραση: Αλία Ζάε

«Ανέκαθεν αγαπούσα αυτά τα πλασματάκια και ένιωθα ευλογημένος κάθε φορά που έρχονταν κοντά μου. Έχουν κάτι το μαγικό και το μυστηριακό»

Λέοναρντ Κοέν, Αμερικανός μουσικός

Τα κολιμπρί πάντα ενθουσίαζαν και θα ενθουσιάζουν όλους τους ανθρώπους, τουλάχιστον στις δύο αμερικανικές ηπείρους. Οι γρήγορες, γεμάτες χάρη αέρινες κινήσεις τους και τα ιριδίζοντα χρώματά τους καθιστούν τη θέασή τους και μόνο ιδιαίτερη απόλαυση. Σαν μικρές νεράιδες των πτηνών, μοιάζουν να φέρουν μια αγνότητα, μια αιθέρια ουσία μέσα στις εύθραυστες μορφές τους, καθώς φτερουγίζουν από λουλούδι σε λουλούδι με τα ‘αόρατα’ φτερά τους για να ρουφήξουν το νέκταρ της ζωής. Αυτά τα μοναδικά ελκυστικά χαρακτηριστικά τους έχουν προκαλέσει την αγάπη πολλών καλλιτεχνών και μη, ξεπερνώντας τα σύνορα και συνδέοντας τους φιλότεχνους με τους πτηνόφιλους ανά την υφήλιο.

Μάρτιν Τζόνσον Χηντ, «Ο αμέθυστος, Βραζιλία», 1863. (Μουσείο της Κοιλάδας Σενάντοα)

 

Ο Αμερικανός ζωγράφος του 19ου αιώνα Μάρτιν Τζόνσον Χηντ [Martin Johnson Heade, 1819-1904] ήταν και αυτός λάτρης των κολιμπρί. Όπως είχε ο ίδιος εκμυστηρευθεί, «Από παιδί, είχα μια εμμονή με τα κολιμπρί. […] Λίγα χρόνια μετά από την εμφάνισή μου σε αυτό τον παράλογο κόσμο, με κατέλαβε μια παθιασμένη τρέλα για αυτά τα πουλιά, η οποία διατηρείται αμείωτη μέχρι σήμερα».

Ακολουθώντας την εμμονή του, που τον συντρόφεψε μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Χηντ βρέθηκε από τις ανατολικές ΗΠΑ στις βραζιλιάνικες ζούγκλες κυνηγώντας τα κολιμπρί. Αν και δεν ήταν ο πρώτος ζωγράφος που τα απεικόνισε στον καμβά του, ήταν ο πρώτος Αμερικανός που έκανε τέτοιο ταξίδι για να μελετήσει και να ζωγραφίσει εκ του φυσικού τα κολιμπρί της Νοτίου Αμερικής.

Γεννημένος στο Λάμπερβιλ της Πενσυλβανίας το 1819, ο Χηντ διετέλεσε μαθητής του ζωγράφου Έντουαρντ Χικς [Edward Hicks, 1780-1849]. Έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στα 22 του, με το «Πορτραίτο μικρού κοριτσιού», που εκτέθηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Πενσυλβανίας. Το ενδιαφέρον του για τα πορτραίτα γρήγορα ατόνησε και στράφηκε στην τοπιογραφία, που ικανοποιούσε την ανάγκη του για μετακίνηση και αλλαγή περιβάλλοντος. Σιγά σιγά, ειδικεύτηκε στα αλμυρά έλη και τις θαλασσογραφίες και άρχισε να φημίζεται για την εξαιρετική απόδοση ατμόσφαιρας, φωτός και ποικίλων καιρικών συνθηκών.

Μάρτιν Τζόνσον Χηντ, «Φως και σκιά: Τα έλη του Νιούμπερυ», περ. 1871. Λάδι σε καμβά. (Συλλογή Τζον Ουίλμερντιγκ)

 

Το 1863, ο Χηντ αποφάσισε ότι είχε έρθει η στιγμή να υλοποιήσει τα όνειρά του, φιλοτεχνώντας τοπία της Λατινικής Αμερικής και ιδιαίτερα παραδεισένιους πίνακες με κολιμπρί. Στην Βραζιλία βρέθηκε εξαιτίας των υποδείξεων του Σεβασμιώτατου Τζέημς Φλέτσερ, ιεραπόστολου και συγγραφέα οδηγού για τη Βραζιλία, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι «η χώρα βρίθει κολιμπρί, σε μεγάλη ποικιλία ειδών μάλιστα, ενώ αντίθετα στη Βόρειο Αμερική και το Μεξικό, μέχρι τον 57ο παράλληλο, μόνο ένα είδος απαντά». Παρόλο που η πληροφορία αυτή δεν ήταν εντελώς σωστή, καθώς τα διάφορα είδη στη Βόρειο Αμερική ξεπερνούν τα 12 σε αριθμό, εντούτοις σε γενικές γραμμές εξέφραζε μιαν αλήθεια, αφού στη Λατινική και την Κεντρική Αμερική ζουν περισσότερα από 350 είδη κολιμπρί!

Η απόφαση για αυτό το ‘προσκύνημα’ απέδωσε άμεσα καρπούς όσον αφορά τη δημιουργικότητα και την παραγωγικότητα του Χηντ. Στο πρώτο του ταξίδι στη Βραζιλία φιλοτέχνησε 45 πίνακες, περιλαμβανομένης μιας σειράς ονόματι «Τα πολύτιμα πετράδια της Βραζιλίας». Για να αναδείξει τα λαμπερά, κοσμητικά φτερώματα των κολιμπρί, χρησιμοποίησε έντονα χρώματα, για τα οποία ο Γάλλος συγγραφέας Τζ. Εκτόρ Σαιν Τζον ντε Κρεβεκέρ σχολίασε με μια δόση υπερβολής ότι «ακόμα και η πλουσιότερη παλέτα του πληθωρικότερου ζωγράφου ωχριά μπροστά στις αποχρώσεις με τις οποίες τούτα τα πουλιά-έντομα είναι διανθισμένα». Είναι απολύτως κατανοητή η έλξη που ασκούσαν οι εξωτικές, πλούσιες ζούγκλες της Λατινικής Αμερικής στη φαντασία του Δυτικού κόσμου, μέχρι το σημείο να γεννούν φαντασιώσεις και οράματα για την ύπαρξη της Εδέμ κρυμμένης σε κάποιο καλειδοσκοπικό τροπικό δάσος του νότου.

Ο Χηντ φιλοδοξούσε να είναι ένας τολμηρός εξερευνητής των τροπικών σε αναζήτηση των μικροσκοπικών ιριδιζόντων πουλιών και να θεωρηθεί ως ένας εξέχων ειδικός του θέματος. Ο ιστορικός τέχνης Ρόμπερτ Τζωρτζ Μάκινταϊρ τον τίμησε αναφέροντας ότι «ως ζωγράφος κολιμπρί, ο Χηντ απέσπασε τον υψηλό έπαινο Αγκασίζ, ενώ τώρα ο κ. Λάντλοου Γκρίσκομ, από το Μουσείο Συγκριτικής Ζωολογίας του Χάρβαρντ, τον χαρακτηρίζει ανώτερο, από ορισμένη σκοπιά, κι από τον σπουδαίο ορνιθολόγο, φυσιοδίφη και ζωγράφο Τζον Τζέημς Ωντυμπόν. Αυτή η σύγκριση είναι σημαντική, διότι αν τα κολιμπρί του Χηντ είναι ισάξια του έργου του Ωντυμπόν, τότε αυτομάτως του χαρίζουν εξέχουσα θέση στην ιστορία της αμερικανικής τέχνης, ακόμα κι αν δεν έχει άλλο έργο να επιδείξει».

Η σύγκριση με τον Ωντυμπόν ήταν ιδιαίτερα κολακευτική για τον Χηντ και μπορεί να θεωρηθεί ως το αποκορύφωμα της επιτυχίας του, μιας και το σπουδαιότερο έργο του Ωντυμπόν, τα «Πουλιά της Αμερικής» ήταν ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα καίριας σημασίας για την ορνιθολογία.

Μάρτιν Τζόνσον Χηντ, «Δυο κολιμπρί με τα μικρά τους», περ. 1865. Λάδι σε καμβά. (Τέχνη για το Γέηλ: Συλλογές του νέου αιώνα)

 

Τα επόμενα χρόνια, ο Χηντ συμπεριέλαβε άλλο ένα δημοφιλές και εξωτικό θέμα στους πίνακές του: τις ορχιδέες. Χωρίς να χάσουν ίχνος από τη μαγεία τους, τα έργα του συνέχισαν να αποτελούν πανέμορφες συνθέσεις, ενώνοντας κολιμπρί και ορχιδέες μέσα σε κατάφυτα περιβάλλοντα.

Προς το τέλος της ζωής του μετακόμισε στον Άγιο Αυγουστίνο της Φλώριδας και άρχισε να ζωγραφίζει βαλτώδη  τοπία.  Αν και τα έργα του δεν ήταν πια τόσο δημοφιλή, δεν έχασε ποτέ το κύρος που του είχε χαρίσει η αφοσίωσή του στην προσεκτική καταγραφή και αποτύπωση των λεπτομερειών και ιδιαιτεροτήτων των κολιμπρί. Ο ιστορικός τέχνης Ρ. Τζ. Μάκινταϊρ εξέφρασε τη γενική αποδοχή του κόσμου, γράφοντας:

«Ο Χηντ στέκεται ήρεμα σε απόσταση από τους ανθρώπους, ένα ξεχωριστό φαινόμενο μέσα στην πλημμυρίδα και την άμπωτη της εποχής του, που μοιράζεται τις πιο μύχιες σκέψεις του μονάχα με τη φύση. Στη φύση αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής του, άλλωστε: ήταν η ‘διπλωματική εργασία’ του, και παρόλο που έχανε πότε πότε το κουράγιο του, ποτέ δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια. Ήταν, ακόμα, το κύκνειο άσμα του, αφού πέθανε σχεδόν ζωγραφίζοντας.»

 

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε