Η πρωτόδικη καταδίκη της Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου για τη διαρροή προσωπικών δεδομένων αποδήμων, η υπόθεση Καϊλή και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον Δημήτρη Αβραμόπουλο φωτίζουν διαφορετικές, αλλά συγκλίνουσες όψεις ενός κοινού προβλήματος: της λογοδοσίας πολιτικών προσώπων που κινήθηκαν σε ελληνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η καταδίκη της πρώην ευρωβουλευτού της Νέας Δημοκρατίας Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου για την υπόθεση της διαρροής των email απόδημων ψηφοφόρων ήρθε να υπενθυμίσει ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς δεν πλήττεται μόνο από μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς. Πλήττεται και από υποθέσεις όπου κρατικά δεδομένα, εκλογικά αρχεία και κομματική επικοινωνία εμφανίζονται να διασταυρώνονται με τρόπο που δεν αντέχει στον έλεγχο της νομιμότητας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ένοχους και τους τέσσερις κατηγορούμενους στην υπόθεση, επιβάλλοντας στην κα Ασημακοπούλου ποινή φυλάκισης 20 μηνών με τριετή αναστολή. Ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών, Μιχάλης Σταυριανουδάκης, καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση με αναστολή, ενώ οι δύο πρώην κομματικοί παράγοντες της ΝΔ, Νίκος Θεοδωρόπουλος και Μένιος Κορομηλάς, καταδικάστηκαν σε 8 και 12 μήνες αντίστοιχα. Σε όλους αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου.
Η υπόθεση είναι πρωτόδικη και οι καταδικασθέντες διατηρούν όλα τα δικαιώματα που προβλέπει η έννομη τάξη. Ωστόσο, το πολιτικό βάρος της απόφασης είναι ήδη υπαρκτό. Δεν αφορά απλώς ένα τεχνικό ζήτημα αποστολής email, αλλά τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων πολιτών που είχαν εγγραφεί στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ως Έλληνες του εξωτερικού.
Το αρχείο που δεν έπρεπε να φύγει από το υπουργείο
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είχε ήδη καταγράψει από το 2024 την κρίσιμη διαδρομή του αρχείου. Σύμφωνα με την Αρχή, το επίμαχο αρχείο περιείχε προσωπικά δεδομένα των εγγεγραμμένων εκλογέων εξωτερικού για τις εκλογές του Ιουνίου 2023. Πέρα από στοιχεία των εκλογικών καταλόγων, περιελάμβανε διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλέφωνα επικοινωνίας, στοιχεία που δεν προβλέπεται να διαβιβάζονται σε αποδέκτες εκτός υπουργείου.
Το αρχείο δημιουργήθηκε στις 8 Ιουνίου 2023 για εσωτερική χρήση του υπουργείου Εσωτερικών. Η Αρχή κατέληξε ότι η διαρροή συνέβη μεταξύ 8 και 23 Ιουνίου 2023, καθώς στις 23 Ιουνίου το αρχείο διαβιβάστηκε στον τότε γραμματέα Αποδήμων της ΝΔ, Νίκο Θεοδωρόπουλο, από αποστολέα η ταυτότητα του οποίου δεν είχε προσδιοριστεί. Στις 20 Ιανουαρίου 2024, το αρχείο εστάλη στην κα Ασημακοπούλου, η οποία το χρησιμοποίησε για την αποστολή πολιτικού email στους εκλογείς που περιλαμβάνονταν σε αυτό.
Το πιο σημαντικό σημείο, για να μη δημιουργούνται παρανοήσεις, είναι ότι η Αρχή διευκρίνισε πως οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν δεν σχετίζονται με τη διαδικασία διενέργειας της ψηφοφορίας. Δεν τεκμηριώθηκε ζήτημα αλλοίωσης ψήφου ή εκλογικού αποτελέσματος. Το ζήτημα ήταν η παράνομη διακίνηση και χρήση προσωπικών δεδομένων αποδήμων για πολιτική επικοινωνία.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Μια δημοκρατία δεν χρειάζεται να φτάσει στο σημείο της νοθείας για να τραυματιστεί. Αρκεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο πολίτης που εμπιστεύεται το κράτος με τα στοιχεία του μπορεί να δει αυτά τα στοιχεία να καταλήγουν σε κομματικό ή προεκλογικό μηχανισμό.
Οι απόδημοι ως ευαίσθητο πολιτικό σώμα
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή αφορά τους Έλληνες του εξωτερικού. Για χρόνια, η συμμετοχή των αποδήμων στις ελληνικές εκλογές παρουσιάστηκε ως θεσμική προτεραιότητα: μια γέφυρα ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και ένα τμήμα του Ελληνισμού που ζει, εργάζεται και φορολογείται σε άλλες χώρες, αλλά διατηρεί δεσμούς με την πατρίδα.
Ακριβώς γι’ αυτό, η διαρροή των email αποδήμων δεν είναι ένα συνηθισμένο περιστατικό GDPR. Αγγίζει το ζήτημα της εμπιστοσύνης του απόδημου Έλληνα προς το ελληνικό κράτος. Όταν ένας πολίτης εγγράφεται σε ειδικό εκλογικό κατάλογο, το κάνει για να ασκήσει το δικαίωμα ψήφου. Δεν δίνει τα στοιχεία του για να ενταχθεί, χωρίς συναίνεση, σε κανάλι κομματικής επικοινωνίας.
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων επέβαλε πρόστιμο 400.000 ευρώ στο υπουργείο Εσωτερικών και 40.000 ευρώ στην κ. Ασημακοπούλου, ενώ διέταξε τη διαγραφή των δεδομένων. Αργότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε το πρόστιμο που είχε επιβληθεί στη Νέα Δημοκρατία, διατηρώντας όμως κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα, ενώ το πρόστιμο του υπουργείου είχε ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς το υπουργείο ήταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας του αρχείου.
Η υπόθεση, επομένως, δεν εξαντλείται στη δικαστική απόφαση. Ανοίγει ένα ευρύτερο ερώτημα: ποιοι είχαν πρόσβαση σε εκλογικά δεδομένα, με ποιες δικλείδες ασφαλείας, με ποιους εσωτερικούς ελέγχους και με ποια πολιτική ευθύνη, όταν ένα αρχείο κρατικού χαρακτήρα βρέθηκε έξω από τον χώρο όπου έπρεπε να παραμείνει.
Το Qatargate ως διαφορετική, αλλά συγγενής κρίση λογοδοσίας
Η υπόθεση Ασημακοπούλου δεν είναι Qatargate. Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη επιχειρησιακή ή ποινική σύνδεση ανάμεσα στη διαρροή των email αποδήμων και στο ευρωπαϊκό σκάνδαλο που ξέσπασε τον Δεκέμβριο του 2022 στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, οι δύο υποθέσεις συναντώνται σε ένα ευρύτερο πεδίο: στο ερώτημα πώς χρησιμοποιείται η πολιτική πρόσβαση, ποιος ελέγχει τους διαύλους επιρροής και πώς προστατεύονται οι θεσμοί από την ιδιοποίηση δημόσιας ισχύος.
Το Qatargate ξεκίνησε ως βελγική έρευνα για φερόμενο δίκτυο επιρροής μέσα και γύρω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι βελγικές αρχές ερεύνησαν υποψίες για διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, με φόντο φερόμενες προσπάθειες τρίτων χωρών, κυρίως του Κατάρ και του Μαρόκου, να επηρεάσουν ευρωπαϊκές αποφάσεις. Το Κατάρ και το Μαρόκο έχουν αρνηθεί εμπλοκή.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν ο Ιταλός πρώην ευρωβουλευτής Πιερ Αντόνιο Παντσέρι, η Ελληνίδα τότε αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Εύα Καϊλή, ο σύντροφός της Φραντσέσκο Τζόρτζι και άλλα πρόσωπα που συνδέονταν με κοινοβουλευτικές ή μη κυβερνητικές δομές. Η κα Καϊλή αρνείται τις κατηγορίες και, όπως ισχύει για κάθε κατηγορούμενο, καλύπτεται από το τεκμήριο αθωότητας.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αντέδρασε πολιτικά άμεσα. Στις 13 Δεκεμβρίου 2022, η Ολομέλεια ψήφισε την παύση της Εύας Καϊλή από τη θέση της αντιπροέδρου, με 625 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 2 αποχές. Η ψηφοφορία αυτή δεν ήταν δικαστική κρίση ενοχής. Ήταν πολιτική και θεσμική απομάκρυνση από θέση ευθύνης, εν μέσω μιας έρευνας που είχε ήδη προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στο κύρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Το ελληνικό ίχνος: Καϊλή, Αβραμόπουλος και τα όρια της γενίκευσης
Η ελληνική διάσταση του Qatargate δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως συλλογική ευθύνη των Ελλήνων ευρωβουλευτών. Δεν υπάρχει βάση για έναν τέτοιο ισχυρισμό. Το ελληνικό ίχνος αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένες θέσεις και συγκεκριμένες σχέσεις που μπήκαν στο μικροσκόπιο των αρχών ή της δημοσιογραφικής έρευνας.
Η Εύα Καϊλή ήταν το κεντρικό ελληνικό πολιτικό πρόσωπο στην υπόθεση, λόγω της θεσμικής της θέσης ως αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και λόγω της εμπλοκής της στη βελγική έρευνα. Η θέση της έδινε ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση, διότι δεν επρόκειτο για μια απλή ευρωβουλευτή, αλλά για μέλος της ηγεσίας του θεσμού.
Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος εντάσσεται σε διαφορετικό επίπεδο της υπόθεσης. Δεν ήταν ευρωβουλευτής την περίοδο που ξέσπασε το Qatargate, αλλά πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος και νυν βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας. Η σύνδεσή του αφορά τη συνεργασία του με την οργάνωση Fight Impunity, την οποία είχε ιδρύσει ο Παντσέρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι βελγικές αρχές εξέδωσαν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σε βάρος του, με τη διερεύνηση να συνδέεται με ποσό 73.000– 75.000 ευρώ που φέρεται να έλαβε στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας.
Η διατύπωση εδώ πρέπει να είναι απολύτως ακριβής: η ύπαρξη ευρωπαϊκού εντάλματος ή βελγικού αιτήματος δεν ισοδυναμεί με καταδίκη. Επιπλέον, επειδή ο κος Αβραμόπουλος είναι σήμερα βουλευτής, η εκτέλεση της διαδικασίας περνά μέσα από το ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας. Τα δημοσιεύματα αναφέρουν ότι ο σχετικός φάκελος έχει διαβιβαστεί στις ελληνικές δικαστικές αρχές και ότι η υπόθεση οδηγείται προς τη Βουλή για τις προβλεπόμενες ενέργειες.
Ο ίδιος ο κος Αβραμόπουλος απορρίπτει κάθε επιλήψιμη εμπλοκή, υποστηρίζει ότι η συνεργασία του με τη Fight Impunity ήταν νόμιμη, δηλωμένη και φορολογημένη, και έχει δηλώσει ότι δεν θα κάνει χρήση βουλευτικής ασυλίας, ζητώντας να διερευνηθεί πλήρως το θέμα.
Αυτό δημιουργεί μια λεπτή αλλά ουσιώδη διάκριση. Η αναφορά στο ευρωπαϊκό ένταλμα είναι δημοσιογραφικά αναγκαία, διότι αποτελεί σοβαρή εξέλιξη. Πρέπει όμως να συνοδεύεται από το δικονομικό πλαίσιο, την ιδιότητα του βουλευτή, τη διαδικασία άρσης ασυλίας και τη θέση του ιδίου.
ΜΚΟ, λόμπινγκ και ευρωπαϊκές «γκρίζες ζώνες»
Ένα από τα βασικά διδάγματα του Qatargate είναι ότι τα δίκτυα επιρροής δεν λειτουργούν πάντα μέσα από επίσημους διαύλους. Μπορούν να κινούνται μέσα από ΜΚΟ, δεξαμενές σκέψης, πρώην αξιωματούχους, συμβουλευτικές αμοιβές, επαφές με ευρωβουλευτές και θεσμικές παρεμβάσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν νόμιμες ή συνηθισμένες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ΜΚΟ ή κάθε συνεργασία πρώην αξιωματούχου είναι ύποπτη. Σημαίνει όμως ότι σε περιβάλλοντα μεγάλης πολιτικής ισχύος και χαμηλής εξωτερικής εποπτείας, οι θεσμοί οφείλουν να έχουν ισχυρές δικλείδες: πλήρη διαφάνεια στις αμοιβές, σαφείς κανόνες για τις «περιστρεφόμενες πόρτες» μεταξύ δημόσιου αξιώματος και ιδιωτικών/μη κυβερνητικών ρόλων, πραγματικό έλεγχο δηλώσεων συμφερόντων και αυστηρό πλαίσιο για επαφές με εκπροσώπους τρίτων χωρών.
Μετά το Qatargate, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενίσχυσε τους κανόνες του για ακεραιότητα, διαφάνεια και λογοδοσία. Μεταξύ άλλων, προβλέφθηκαν ευρύτερες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης συναντήσεων, αυστηρότεροι κανόνες για συγκρούσεις συμφερόντων, δεύτερα εισοδήματα και δώρα, καθώς και δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης στην αρχή και το τέλος της κοινοβουλευτικής θητείας.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αν οι κανόνες αυτοί αρκούν ή αν πρόκειται για διορθώσεις που ήρθαν εκ των υστέρων, αφού η ζημιά στην εμπιστοσύνη είχε ήδη γίνει. Οργανώσεις διαφάνειας έχουν επισημάνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξακολουθεί να χρειάζεται ισχυρότερους μηχανισμούς ελέγχου και εφαρμογής των κανόνων, όχι μόνο περισσότερες δηλώσεις στα χαρτιά.
Η κοινή γραμμή των υποθέσεων: Πρόσβαση χωρίς επαρκή έλεγχο
Η υπόθεση Ασημακοπούλου και το Qatargate δεν πρέπει να συγχωνευθούν. Στη μία περίπτωση μιλάμε για προσωπικά δεδομένα αποδήμων ψηφοφόρων που διακινήθηκαν εκτός του κρατικού πλαισίου όπου έπρεπε να παραμείνουν. Στην άλλη, για μια ευρωπαϊκή έρευνα γύρω από φερόμενα δίκτυα επιρροής, χρήμα, ΜΚΟ και τρίτες χώρες.
Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: η πρόσβαση. Πρόσβαση σε δεδομένα. Πρόσβαση σε θεσμούς. Πρόσβαση σε ανθρώπους που λαμβάνουν αποφάσεις. Πρόσβαση σε πολιτικά και διοικητικά δίκτυα.
Η πολιτική εξουσία δεν εκφράζεται μόνο με ψήφους στη Βουλή ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εκφράζεται και με τη δυνατότητα κάποιου να πάρει ένα αρχείο, να ανοίξει μια πόρτα, να συστήσει ένα πρόσωπο, να επηρεάσει μια ατζέντα, να μετατρέψει μια δημόσια ιδιότητα σε ιδιωτικό πλεονέκτημα ή κομματικό όφελος.
Εκεί ακριβώς γεννιέται το ζήτημα της λογοδοσίας. Όχι επειδή όλοι όσοι κινούνται στους θεσμούς είναι ύποπτοι, αλλά επειδή οι θεσμοί πρέπει να αντέχουν ακόμη και όταν κάποιοι επιχειρούν να τους χρησιμοποιήσουν πέρα από τα επιτρεπτά όρια.
Η ελληνική πολιτική εικόνα στις Βρυξέλλες
Για την Ελλάδα, οι υποθέσεις αυτές έχουν και ένα πρόσθετο κόστος: επηρεάζουν την εικόνα της ελληνικής πολιτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Η χώρα έχει κάθε συμφέρον να διαθέτει ισχυρή, σοβαρή και αξιόπιστη εκπροσώπηση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος, το μεταναστευτικό, η ενεργειακή ασφάλεια, η Τουρκία, η άμυνα και η ευρωπαϊκή διεύρυνση καθιστούν τις Βρυξέλλες κρίσιμο πεδίο εθνικής πολιτικής.
Όταν, όμως, ελληνικά πολιτικά πρόσωπα εμφανίζονται σε διαφορετικές υποθέσεις που αγγίζουν την ακεραιότητα των θεσμών, η ζημιά δεν είναι μόνο προσωπική ή κομματική. Είναι και θεσμική. Δημιουργεί την εντύπωση ότι η ελληνική παρουσία στις Βρυξέλλες δεν συνδέεται μόνο με την υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων ή ευρωπαϊκών πολιτικών, αλλά και με σκάνδαλα, δικογραφίες, διαρροές, ασυλίες και ελέγχους.
Η γενίκευση θα ήταν άδικη. Οι Έλληνες ευρωβουλευτές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ενιαίο σώμα ευθύνης. Όμως η πολιτική ευθύνη των κομμάτων είναι να επιλέγουν, να ελέγχουν και να στηρίζουν πρόσωπα που μπορούν να σταθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο χωρίς να εκθέτουν τη χώρα.
Το πραγματικό ερώτημα
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η υπόθεση Ασημακοπούλου «μοιάζει» με το Qatargate. Δεν μοιάζει ως προς το αντικείμενο, τη βαρύτητα και τη δικονομική φύση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι δύο υποθέσεις αποκαλύπτουν μια κοινή αδυναμία: ότι η πολιτική εξουσία, όταν δεν ελέγχεται επαρκώς, μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο προσωπικού, κομματικού ή εξωτερικού συμφέροντος.
Στην περίπτωση των email αποδήμων, το πρόβλημα ήταν η διαρροή ενός κρατικού αρχείου και η χρήση του για πολιτική επικοινωνία. Στην περίπτωση του Qatargate, το πρόβλημα είναι η φερόμενη χρησιμοποίηση ευρωπαϊκών θεσμικών διαύλων από δίκτυα επιρροής. Στην περίπτωση Αβραμόπουλου, το ερώτημα αφορά τη σχέση ενός πρώην Επιτρόπου με οργάνωση που βρέθηκε στον πυρήνα του σκανδάλου, με τον ίδιο να αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε παράνομη εμπλοκή.
Η δημοκρατία, όμως, δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη νόμων. Κρίνεται από το αν οι νόμοι εφαρμόζονται, από το αν οι ισχυροί ελέγχονται εγκαίρως και από το αν οι πολίτες μπορούν να αισθάνονται ότι τα προσωπικά τους δεδομένα, η ψήφος τους και οι θεσμοί που τους εκπροσωπούν δεν αντιμετωπίζονται ως διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής χρήσης.
Η πρωτόδικη καταδίκη για τα email των αποδήμων, η ανοιχτή ακόμη πληγή του Qatargate και η νέα εξέλιξη με το ευρωπαϊκό ένταλμα για τον Δημήτρη Αβραμόπουλο δεν συνιστούν ενιαία υπόθεση. Συνθέτουν, όμως, μια κοινή προειδοποίηση: χωρίς διαφάνεια, εσωτερικό έλεγχο και πραγματική λογοδοσία, ακόμη και οι πιο ισχυροί θεσμοί μπορούν να χάσουν το σημαντικότερο κεφάλαιό τους: την εμπιστοσύνη των πολιτών.








