Δεκαέξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους, η Ελλάδα καταγράφει ένα ακόμη θεσμικό βήμα απομάκρυνσης από την εποχή των έκτακτων ευρωπαϊκών ελέγχων και των ειδικών καθεστώτων οικονομικής επιτήρησης. Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέταξε τη χώρα στις οικονομίες που δεν αντιμετωπίζουν πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, αφαιρώντας την από τη σχετική κατηγορία της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι σταματά η ευρωπαϊκή παρακολούθηση της ελληνικής οικονομίας· αυτή συνεχίζεται, όπως για όλα τα κράτη-μέλη, μέσω του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και των δημοσιονομικών κανόνων της Ένωσης. Σημαίνει, όμως, ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως χώρα με τέτοιου μεγέθους ευπάθειες στο δημόσιο χρέος, στο εξωτερικό ισοζύγιο, στις τράπεζες ή στην αγορά εργασίας ώστε να απαιτείται ειδική ταξινόμηση κινδύνου στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαδικασίας ανισορροπιών.
Το ορόσημο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή έρχεται μετά από μια μακρά αλληλουχία καθεστώτων παρακολούθησης. Τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής κάλυψαν την περίοδο 2010-2018, ενώ μετά την έξοδο από το τρίτο πρόγραμμα η Ελλάδα τέθηκε σε Ενισχυμένη Εποπτεία, η οποία έληξε τον Αύγουστο του 2022. Έκτοτε, η χώρα συνέχισε να αξιολογείται μέσω της μεταπρογραμματικής εποπτείας και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, όπως προβλέπεται για τις χώρες που είχαν λάβει χρηματοδοτική στήριξη.
Η νέα αξιολόγηση δεν αναιρεί τις αδυναμίες που παραμένουν. Το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ελλειμματικό, ενώ το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός τραπεζικών ισολογισμών εξακολουθεί να βαραίνει την οικονομία. Η κρίσιμη διαφορά, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Επιτροπής, είναι ότι οι κίνδυνοι αυτοί εμφανίζονται πλέον μειωμένοι, καλύτερα χρηματοδοτημένοι και λιγότερο ικανοί να προκαλέσουν συστημική αστάθεια.
Γιατί αλλάζει η αξιολόγηση
Ο βασικός λόγος της αναβάθμισης της εικόνας της χώρας είναι ο συνδυασμός ανάπτυξης, δημοσιονομικών πλεονασμάτων, αποκλιμάκωσης χρέους και βελτίωσης των τραπεζικών ισολογισμών. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1% το 2025, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, και προβλέπεται να παραμείνει σε θετικό έδαφος το 2026, έστω με χαμηλότερο ρυθμό λόγω της νέας ενεργειακής πίεσης που επηρεάζει συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η πρόβλεψη της Επιτροπής για την Ελλάδα τοποθετεί την ανάπτυξη στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027. Πρόκειται για επιδόσεις χαμηλότερες από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, αλλά υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπου η ανάπτυξη για το 2026 εκτιμάται στο 0,9%. Η σύγκριση αυτή έχει σημασία, διότι δείχνει ότι η Ελλάδα δεν βγαίνει από την κατηγορία των ανισορροπιών σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ευρωπαϊκής ευφορίας, αλλά σε μια περίοδο επιβράδυνσης και αυξημένης αβεβαιότητας.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η εικόνα είναι ακόμη πιο καθαρή. Η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ το 2025, ενώ η Επιτροπή προβλέπει πλεόνασμα 0,8% το 2026 και 0,6% το 2027. Η επίδοση του 2025 αποδίδεται σε χαμηλότερες από τις αναμενόμενες δαπάνες, κυρίως στις τρέχουσες δαπάνες, και σε αυξημένα έσοδα, με σημαντική συμβολή από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Η αποκλιμάκωση του χρέους παραμένει το ισχυρότερο στοιχείο της ελληνικής περίπτωσης. Το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπεται να μειωθεί στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027. Παρότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ, η πορεία του δείκτη είναι σαφώς καθοδική. Η Επιτροπή αποδίδει την τάση αυτή στη διατήρηση πλεονασμάτων, στην ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας και στη συνέχιση της πρόωρης αποπληρωμής δανείων.
Οι τράπεζες, τα δάνεια και η πραγματική οικονομία
Σημαντικός παράγοντας στην αλλαγή αξιολόγησης είναι και η εικόνα του τραπεζικού συστήματος. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που βρίσκονται στους τραπεζικούς ισολογισμούς έχουν μειωθεί αισθητά, ενώ οι τράπεζες εμφανίζουν πλέον ενισχυμένους ισολογισμούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα των κόκκινων δανείων έχει εξαφανιστεί. Μεγάλο μέρος του παλαιού αποθέματος έχει μεταφερθεί σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και εξακολουθεί να επηρεάζει νοικοκυριά, επιχειρήσεις και την αποδοτική κατανομή κεφαλαίων στην οικονομία.
Η διαφορά είναι ότι το πρόβλημα δεν έχει πια την ίδια μορφή τραπεζικής απειλής που είχε στα χρόνια της κρίσης. Η εξυγίανση των ισολογισμών επιτρέπει στις τράπεζες να χρηματοδοτούν περισσότερο την οικονομία, ενώ η ζήτηση για εταιρική πίστη ανακάμπτει. Η μετάβαση αυτή είναι κρίσιμη, διότι η Ελλάδα χρειάζεται παραγωγικές επενδύσεις, υψηλότερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη συμμετοχή κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας, ώστε η ανάπτυξη να μην στηρίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση, στον τουρισμό και στις εισροές ευρωπαϊκών πόρων. [5]
Οι μεταρρυθμίσεις που μέτρησαν
Η αξιολόγηση της Επιτροπής δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις μεταρρυθμίσεις της τελευταίας περιόδου. Ξεχωρίζουν η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, η εφαρμογή ηλεκτρονικών βιβλίων και ηλεκτρονικών εργαλείων συμμόρφωσης, η περαιτέρω ανάπτυξη της ψηφιακής κάρτας εργασίας, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, οι αλλαγές στη φορολόγηση των αυτοαπασχολουμένων και η μείωση του κενού ΦΠΑ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ μειώθηκε σημαντικά μεταξύ 2019 και 2023, ενώ οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις για το 2024 δείχνουν περαιτέρω βελτίωση. Πρόκειται για αλλαγή με δημοσιονομική και διαρθρωτική σημασία: όσο περιορίζεται η φοροδιαφυγή τόσο αυξάνεται η δυνατότητα του κράτους να χρηματοδοτεί πολιτικές χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα τους συνεπείς φορολογουμένους.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η απλοποίηση διαδικασιών, το ηλεκτρονικό σύστημα μεταβίβασης ακινήτων, οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη για την επιτάχυνση εκκρεμών υποθέσεων, καθώς και οι αλλαγές που αφορούν το επιχειρηματικό περιβάλλον. Η Επιτροπή καταγράφει επίσης μεταρρυθμίσεις σε τομείς που συνδέονται με την ανταγωνιστικότητα, όπως οι ενεργειακές διασυνδέσεις, η αποθήκευση ενέργειας και η απλοποίηση αδειοδοτήσεων.
Το αδύναμο σημείο: Το εξωτερικό έλλειμμα
Παρά τη θετική συνολική εικόνα, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα επίμονο αδύναμο σημείο: το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι εξωτερικές ευπάθειες έχουν περιοριστεί, αλλά δεν τις θεωρεί ανύπαρκτες. Η χώρα εξακολουθεί να εισάγει μεγάλο μέρος των αγαθών και του εξοπλισμού που απαιτούνται για τις επενδύσεις της, ενώ η υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές δημιουργεί πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Το στοιχείο που περιορίζει τον κίνδυνο είναι η ποιότητα της χρηματοδότησης. Η χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους, το Ταμείο Ανάκαμψης και τα προγράμματα συνοχής καλύπτει σημαντικό μέρος των αναγκών, ενώ οι εισροές άμεσων επενδύσεων έχουν ενισχυθεί. Αυτό δεν εξαλείφει την ανάγκη αλλαγής παραγωγικού μοντέλου, αλλά μειώνει τον βραχυπρόθεσμο κίνδυνο μιας εξωτερικής κρίσης χρηματοδότησης.
Οι κοινωνικές και παραγωγικές προκλήσεις
Η έξοδος από την κατηγορία των μακροοικονομικών ανισορροπιών δεν συνεπάγεται αυτόματη βελτίωση στην καθημερινότητα των πολιτών. Οι υψηλές τιμές, το στεγαστικό κόστος, οι ελλείψεις σε προσωπικό σε κρίσιμους κλάδους, οι περιφερειακές ανισότητες στην απασχόληση και η χαμηλή παραγωγικότητα παραμένουν σημαντικές προκλήσεις. Στα συνοδευτικά κείμενα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί, με την ανεργία να υποχωρεί σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την περίοδο πριν από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση. Ωστόσο, η μακροχρόνια ανεργία παραμένει υψηλή, ενώ η συμμετοχή γυναικών, νέων και ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας εξακολουθεί να επηρεάζεται από διαρθρωτικά εμπόδια, όπως οι δεξιότητες, η φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων και οι περιφερειακές ανισότητες.
Ιδιαίτερη πίεση καταγράφεται και στη στέγαση. Η άνοδος του κόστους κατοικίας, η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων ακινήτων και η ενεργειακή φτώχεια εντάσσονται πλέον στον ευρύτερο ευρωπαϊκό προβληματισμό για την κοινωνική συνοχή. Η οικονομική ανάκαμψη, για να γίνει βιώσιμη πολιτικά και κοινωνικά, θα πρέπει να αποτυπωθεί όχι μόνο στους δείκτες των Βρυξελλών, αλλά και στη διαθέσιμη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η νέα ευρωπαϊκή ευελιξία για την ενέργεια
Στο ίδιο πακέτο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η Επιτροπή άνοιξε και ένα νέο πεδίο δημοσιονομικής ευελιξίας για επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και μειώνουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Η δυνατότητα αυτή συνδέεται με την υφιστάμενη εθνική ρήτρα διαφυγής για αμυντικές δαπάνες, αλλά διευρύνει το πλαίσιο ώστε να μπορούν να ληφθούν υπ’ όψιν, υπό προϋποθέσεις, ενεργειακές δαπάνες και επενδύσεις.
Το ειδικό όριο που προβλέπεται για τις ενεργειακές παρεμβάσεις ανέρχεται σε 0,3% του ΑΕΠ ετησίως για την περίοδο 2026-2028, με σωρευτικό όριο 0,6% του ΑΕΠ. Η πρόβλεψη δεν αποτελεί λευκή επιταγή για ανεξέλεγκτες δαπάνες. Η Επιτροπή διατηρεί τις ασφαλιστικές δικλείδες της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και θα αξιολογεί τα αιτήματα των κρατών-μελών ώστε η χρήση της ευελιξίας να παραμένει προσωρινή, περιορισμένη και συνδεδεμένη με πραγματικές ανάγκες ενεργειακής ανθεκτικότητας.
Για την Ελλάδα, το πεδίο αυτό μπορεί να αποκτήσει πρακτική σημασία σε επενδύσεις δικτύων, αποθήκευσης ενέργειας, ηλεκτρικών διασυνδέσεων, ενεργειακής εξοικονόμησης και καθαρών πηγών. Σε συνδυασμό με την αυξανόμενη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και τη μετατροπή της χώρας σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας σε ορισμένες περιόδους, το ενεργειακό σκέλος μπορεί να αποτελέσει μέρος της επόμενης φάσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας.
Ένα ορόσημο, όχι το τέλος της διαδρομής
Η έξοδος από την κατηγορία των μακροοικονομικών ανισορροπιών είναι πολιτικά και θεσμικά σημαντική. Κλείνει έναν ακόμη κύκλο της μεταμνημονιακής περιόδου και επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν αξιολογείται πλέον κυρίως μέσα από το πρίσμα της κρίσης χρέους. Ωστόσο, δεν μετατρέπει αυτόματα την οικονομία σε πλήρως θωρακισμένη.
Το χρέος παραμένει υψηλό. Το εξωτερικό έλλειμμα χρειάζεται προσοχή. Η παραγωγικότητα πρέπει να αυξηθεί. Οι τράπεζες έχουν καθαρότερους ισολογισμούς, αλλά η ιδιωτική υπερχρέωση δεν έχει εξαλειφθεί. Η ανάπτυξη παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ, ιδίως στην ενέργεια, στον τουρισμό και στο διεθνές εμπόριο.
Το νέο καθεστώς, επομένως, δεν είναι αφορμή εφησυχασμού. Είναι μια ευκαιρία να μετατραπεί η δημοσιονομική αξιοπιστία σε πιο βαθιά παραγωγική αλλαγή. Η Ελλάδα έχει πλέον περισσότερο χώρο να συζητά από θέση κανονικότητας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα αξιοποιήσει αυτή την κανονικότητα για να μειώσει τις παλιές εξαρτήσεις, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και να μεταφέρει τα οφέλη της ανάκαμψης στην πραγματική οικονομία και στα νοικοκυριά.








