Ανάλυση ειδήσεων
Μια νέα έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) αναμένεται να εντείνει μια ήδη έντονη συζήτηση στη Δύση σχετικά με τη χρήση κρατικών επιδοτήσεων από την Κίνα.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση εστιάζουν όλο και περισσότερο στη βιομηχανική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας, στα προγράμματα κρατικής στήριξης και στην ασφάλεια των αλυσίδων εφοδιασμού, η έκθεση διαπιστώνει ότι σχεδόν το 60% της αύξησης του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς που κατέγραψαν οι κινεζικές επιχειρήσεις τα τελευταία είκοσι χρόνια μπορεί να αποδοθεί σε κρατικές επιδοτήσεις.
Ο ΟΟΣΑ παρομοιάζει τα οφέλη που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις από τις επιδοτήσεις με τη χρήση απαγορευμένων ουσιών στον αθλητισμό, υποστηρίζοντας ότι οι επιδοτήσεις προσφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα σε λιγότερο παραγωγικούς ανταγωνιστές.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο έχει βασιστεί σε εκτεταμένη κρατική στήριξη προκειμένου να βοηθήσει τις κινεζικές επιχειρήσεις να αυξήσουν το παγκόσμιο μερίδιο αγοράς τους και να ενισχύσουν τη θέση της χώρας σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού. Η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί και ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους. Προειδοποιούν ότι το μοντέλο αυτό ενδέχεται να αποδυναμώσει τη μεταποίηση άλλων χωρών, να προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις και τελικά να εκθέσει την ίδια την Κίνα σε σημαντικούς βιομηχανικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους.
Οι κινεζικές επιδοτήσεις
Ο ΟΟΣΑ αποτελείται σήμερα από τριάντα οκτώ κράτη-μέλη, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ανεπτυγμένες οικονομίες της αγοράς. Στην Ασία, μέλη του οργανισμού είναι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Την 1η Ιουνίου, ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε έκθεση για τις βιομηχανικές επιδοτήσεις, βασισμένη στη βάση δεδομένων Manufacturing Groups and Industrial Corporations. Η βάση περιλαμβάνει εκτιμήσεις επιδοτήσεων και οικονομικά στοιχεία για 525 από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς ομίλους παγκοσμίως σε 15 βασικούς κλάδους για την περίοδο 2005–2024.
Στους κλάδους αυτούς περιλαμβάνονται τα ηλιακά πάνελ, οι ημιαγωγοί, ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ναυπηγική βιομηχανία και η αυτοκινητοβιομηχανία — τομείς που βρίσκονται στο επίκεντρο του σημερινού παγκόσμιου βιομηχανικού ανταγωνισμού και της αναδιάταξης των αλυσίδων εφοδιασμού.
Η έκθεση εκτιμά ότι, ακόμη και με συντηρητικές παραδοχές, οι κινεζικές επιχειρήσεις έλαβαν από το 2005 έως το 2024 κρατικές επιδοτήσεις κατά μέσο όρο τρεις έως οκτώ φορές υψηλότερες από εκείνες που έλαβαν επιχειρήσεις σε χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Τα ποσά αυτά ξεπερνούσαν επίσης σημαντικά τα επίπεδα επιδοτήσεων που έλαβαν εταιρείες σε οικονομίες εκτός ΟΟΣΑ, όπως η Βραζιλία, η Ινδία και η Ινδονησία.
Η μελέτη διαπίστωσε ακόμη ότι μεταξύ των εταιρειών που επεκτάθηκαν την περίοδο 2005–2023, περίπου το 22% της αύξησης του μεριδίου αγοράς τους μπορούσε να συνδεθεί με επιδοτήσεις. Για τις κινεζικές επιχειρήσεις, ωστόσο, το αντίστοιχο ποσοστό πλησίαζε το 60%.
Οι μακροχρόνιες ενστάσεις της Δύσης
Ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Ματτίας Κόρμαν, δήλωσε κατά τη δημοσίευση της έκθεσης ότι, όπως συμβαίνει με τη χρήση απαγορευμένων ουσιών στον αθλητισμό, οι επιδοτήσεις ενδέχεται να επιτρέπουν σε λιγότερο παραγωγικούς ανταγωνιστές να επικρατούν αθέμιτα εις βάρος πιο καινοτόμων και αποδοτικών επιχειρήσεων. Παρότι οι επιδοτήσεις βοήθησαν τις εταιρείες να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους, δεν βελτίωσαν ουσιαστικά ούτε την παραγωγικότητα ούτε την κερδοφορία τους. Οι επιχειρήσεις κέρδισαν μερίδιο αγοράς όχι επειδή ήταν πιο αποδοτικές ή καινοτόμες, αλλά επειδή επιδοτήθηκαν περισσότερο.
Στις 4 Ιουνίου, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου επέκρινε την έκθεση, υποστηρίζοντας ότι οι ορισμοί της ήταν ασαφείς, η επιλογή του δείγματος μεροληπτική και τα συμπεράσματά της μονόπλευρα.
Ωστόσο, ο Ντέιβυ Τζουν Χουάνγκ, οικονομολόγος με έδρα τις ΗΠΑ και πρώην αρθρογράφος του κινεζικού κρατικού μέσου CNTV, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 5 Ιουνίου ότι τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή προέρχονται από έναν ανεξάρτητο διεθνή οργανισμό. Η έκθεση επιβεβαιώνει ουσιαστικά όσα υποστηρίζουν εδώ και χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη· οι ανησυχίες για την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, τις πρακτικές πώλησης κάτω του κόστους, τις στρεβλώσεις της αγοράς και τις επιθετικές πρακτικές τιμολόγησης βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία και όχι απλώς σε πολιτικά κίνητρα.
Το ερώτημα πίσω από την κινεζική εξαγωγική άνοδο
Σύμφωνα με επίσημα κινεζικά στοιχεία, η Κίνα είναι σήμερα ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγαθών στον κόσμο, με ετήσιες εξαγωγές ύψους 45,47 τρισεκατομμυρίων γουάν (περίπου 5,8 τρισεκατομμύρια ευρώ), οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 15% των παγκόσμιων εξαγωγών. Τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες λιθίου, τα προϊόντα ηλιακής ενέργειας και η ναυπηγική βιομηχανία έχουν αναδειχθεί σε βασικούς μοχλούς της κινεζικής εξαγωγικής ανάπτυξης.
Η επιτυχία των κινεζικών εξαγωγών εγείρει ένα βασικό ερώτημα: οι κινεζικές εταιρείες επικρατούν επειδή είναι πιο ανταγωνιστικές ή επειδή επωφελούνται από εκτεταμένη κρατική στήριξη;
Ο Φρανκ Τιαν Σιε, κάτοχος της έδρας John M. Olin Palmetto στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και καθηγητής Μάρκετινγκ στο University of South Carolina Aiken, δήλωσε ότι η ανταγωνιστικότητα από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει αυτή την εξέλιξη. Υποστήριξε ότι πολλές επιχειρήσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την κρατική στήριξη και ενδέχεται να δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές χωρίς αυτήν. Πολλές επιχειρήσεις δεν είναι πραγματικά κερδοφόρες, επιβιώνουν χάρη στις επιδοτήσεις και πωλούν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό σε τιμή κόστους ή ακόμη και κάτω από αυτό.
Παρόμοια άποψη εξέφρασε και ο Χουάνγκ, ο οποίος σημείωσε ότι οι κινεζικές εταιρείες διαθέτουν πλεονεκτήματα κλίμακας και τιμής, αλλά όχι αντίστοιχα πλεονεκτήματα στην αποδοτικότητα της παραγωγής και στην κερδοφορία.
Οι αλυσίδες εφοδιασμού στο επίκεντρο της κινεζικής στρατηγικής
Γιατί, λοιπόν, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) συνεχίζει να επιδοτεί επιχειρήσεις σε τόσο μεγάλη κλίμακα;
Ο Σιε εκτιμά ότι οι επιδοτήσεις εξυπηρετούν πολλαπλούς στόχους, μεταξύ των οποίων η διατήρηση της απασχόλησης, η απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και η δημιουργία συναλλαγματικών εσόδων μέσω των εξαγωγών· τα σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα επιτρέπουν στο ΚΚΚ να χρηματοδοτεί δραστηριότητες στο εξωτερικό.
Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση πολιτικής επιρροής, την προώθηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας ή την προσωπική οικονομική ωφέλεια κομματικών ελίτ. Ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι η κατάκτηση μεριδίου αγοράς μέσω εξαγωγών χαμηλού κόστους και, σε μεταγενέστερο στάδιο, η απόκτηση ισχύος στον καθορισμό των τιμών.
Ο Χουάνγκ εξέφρασε παρόμοια άποψη, χαρακτηρίζοντας την προσέγγιση του Πεκίνου μορφή «ασύμμετρου ανταγωνισμού» που αποσκοπεί στην παράκαμψη των συνήθων μηχανισμών της αγοράς.
Το τίμημα της κρατικά χρηματοδοτούμενης ανάπτυξης
Σύμφωνα με τον Χουάνγκ, η κρατική στήριξη προς τις κινεζικές επιχειρήσεις εκτείνεται πολύ πέρα από τις άμεσες επιδοτήσεις. Περιλαμβάνει επίσης δημοσιονομικές ενισχύσεις, δωρεάν παραχωρήσεις γης και ευρεία πρόσβαση σε χρηματοδότηση μέσω του κρατικά ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος. Οι επιδοτήσεις αυτές χρηματοδοτούνται τελικά από τους πόρους της κινεζικής κοινωνίας στο σύνολό της. Δημόσιοι πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην υγεία, την εκπαίδευση και τη φροντίδα ηλικιωμένων διοχετεύονται αντ’ αυτού σε προγράμματα βιομηχανικής στήριξης.
Ο Σιε επεσήμανε ότι πολλές βαθμίδες της κινεζικής διοίκησης λειτουργούν με σημαντικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Εκτίμησε ότι οι αρχές έχουν βασιστεί στη νομισματική επέκταση για να διατηρήσουν τις εξαγωγικές επιδοτήσεις, ενώ παράλληλα διαχειρίζονται τα συναλλαγματικά αποθέματα και τη συναλλαγματική ισοτιμία του γουάν. Οι συνέπειες της δημιουργίας χρήματος — υψηλότερος πληθωρισμός, υποτίμηση του γουάν και μείωση της αγοραστικής δύναμης — επιβαρύνουν τελικά τους Κινέζους πολίτες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο Χουάνγκ εκτίμησε ότι το μοντέλο αυτό δύσκολα μπορεί να παραμείνει βιώσιμο επ’ αόριστον, προειδοποιώντας ότι η συνεχής διοχέτευση πόρων στον παγκόσμιο βιομηχανικό ανταγωνισμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστημικά προβλήματα χρέους και παρατεταμένη αδυναμία της εγχώριας κατανάλωσης.
Η μάχη για τον έλεγχο των αλυσίδων εφοδιασμού
Ο Σιε υποστήριξε ότι πίσω από τις προσπάθειες του Πεκίνου να διευρύνει το παγκόσμιο μερίδιο αγοράς μέσω επιδοτήσεων βρίσκεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η δημιουργία ολοκληρωμένων βιομηχανικών οικοσυστημάτων που θα ενισχύσουν τη θέση της Κίνας στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Το Πεκίνο επιδιώκει να μειώσει τη δική του εξάρτηση από άλλες χώρες, αυξάνοντας παράλληλα την εξάρτηση άλλων οικονομιών από την κινεζική παραγωγή, γεγονός που θα μπορούσε να του προσφέρει μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή και ισχυρότερη θέση στον καθορισμό τιμών σε κρίσιμους κλάδους.
Ο Χουάνγκ συμμερίστηκε την άποψη αυτή, υποστηρίζοντας ότι το μοντέλο μαζικών επιδοτήσεων του ΚΚΚ αποσκοπεί στην εξασφάλιση ισχύος καθορισμού τιμών σε στρατηγικά σημαντικούς τομείς.
Ο Σιε προειδοποίησε ότι εάν η στρατηγική αυτή επιτύχει, οι συνέπειες για τις άλλες χώρες θα μπορούσε να είναι σημαντικές. Οι επιδοτήσεις μεγάλης κλίμακας έχουν ήδη μεταφέρει μέρος της πίεσης στην απασχόληση της Κίνας στο εξωτερικό, έχουν συμβάλει σε εκροές κεφαλαίων από άλλες οικονομίες και έχουν αυξήσει την εξάρτηση από την κινεζική παραγωγή.
Ο Χουάνγκ σημείωσε ακόμη ότι το Πεκίνο κινητοποιεί σημαντικούς κρατικούς πόρους για να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα σε άλλες χώρες, μια πρακτική που μπορεί να οδηγήσει σε συρρίκνωση της βιομηχανικής δραστηριότητας, κλείσιμο εργοστασίων, απώλειες θέσεων εργασίας και αποβιομηχάνιση. Τελικά, οι εξελίξεις αυτές ωθούν τις χώρες στην επιβολή εμπορικών φραγμών και τροφοδοτούν παρατεταμένες εμπορικές συγκρούσεις.
Παρότι ορισμένοι παρατηρητές έχουν περιγράψει τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ–Κίνας ως πρωτοβουλία του προέδρου Τραμπ, η σύγκρουση οφείλεται, σύμφωνα με τον Χουάνγκ, στην άρνηση του ΚΚΚ να συμμορφωθεί με τους καθιερωμένους κανόνες του διεθνούς εμπορίου.
Της Olivia Li
Με τη συμβολή των Cheng Wen and Yi Ru








