Ομάδα νομοθετών από 28 χώρες δεσμεύτηκε ότι θα προωθήσει νόμους που θα αποτρέπουν τη συνέργεια στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων που διαπράττονται στην Κίνα κατ’ εντολή του καθεστώτος, ανακοίνωσε στις 12 Νοεμβρίου η Διακοινοβουλευτική Συμμαχία για την Κίνα (Inter-Parliamentary Alliance on China – IPAC).
Η ομάδα εξέδωσε κοινό ανακοινωθέν μετά την πέμπτη ετήσια σύνοδό της, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 8 Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες. Συζητήθηκαν επίσης ζητήματα σχετικά με το Θιβέτ, την Ταϊβάν και τη Θάλασσας της Νότιας Κίνας, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το κινεζικό καθεστώς εκμεταλλεύεται το μονοπώλιό του στον τομέα της παραγωγής και της επεξεργασίας των κρίσιμων πρώτων υλών.
Σε σχετική δήλωση, η IPAC ανέφερε ότι τα μέλη της καταδικάζουν «την αποτρόπαια πρακτική» της κρατικά υποστηριζόμενης αφαίρεσης και εμπορίας οργάνων που λαμβάνει χώρα στην Κίνα. Υποσχέθηκαν ότι θα προωθήσουν «νομοθεσία σχεδιασμένη να εξαλείψει αυτή την πρακτική και να αποτρέψει τη συνέργεια ατόμων, θεσμών ή κυβερνήσεων», περιλαμβάνοντας την απαγόρευση του μεταμοσχευτικού τουρισμού, κυρώσεις κατά των δραστών, διαφάνεια στις μεταμοσχεύσεις και περιορισμούς στη συνεργασία στον τομέα της μεταμοσχευτικής ιατρικής.
Το ιστορικό των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων
Οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην Κίνα είναι μια κρατικά ενορχηστρωμένη πρακτική, που στοχεύει κυρίως κρατούμενους συνείδησης από τους οποίους αφαιρούνται ζωτικά όργανα ενώ είναι ακόμα ζωντανοί και χωρίς τη συναίνεσή τους με σκοπό τη μεταμόσχευση.
Μαρτυρίες δείχνουν ότι το φαινόμενο υφίσταται από τη δεκαετία του 1990, αλλά η έκτασή του εκτοξεύθηκε στις αρχές του 21ου αιώνα, σε στενή χρονική συσχέτιση με τη δίωξη που εξαπέλυσε το καθεστώς το 1999 κατά των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ (ή Φάλουν Ντάφα), μιας πνευματικής άσκησης βασισμένης στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας.
Η άσκηση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό στην Κίνα το 1992 και εξαπλώθηκε ταχύτατα από στόμα σε στόμα, φτάνοντας, σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα 70-100 εκατομμύρια ασκούμενους μέχρι το 1999.
Ερευνητές και ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι οι μαζικές φυλακίσεις των ασκουμένων, σε συνδυασμό με τον υγιεινό τρόπο ζωής τους, τους κατέστησε ιδανική «δεξαμενή οργάνων» για αυτό που σύντομα εξελίχθηκε σε μια προσοδοφόρο βιομηχανία μεταμοσχεύσεων, αξίας 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων.
Το 2019, ανεξάρτητο δικαστήριο για την Κίνα (China Tribunal) στο Λονδίνο, υπό την προεδρία του γνωστού δικηγόρου και δικαστή Σερ Τζόφρεϋ Νάις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κινεζικό καθεστώς έχει διαπράξει βασανιστήρια και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μέσω κρατικά οργανωμένων εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από κρατούμενους συνείδησης. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα θύματα ήταν κυρίως ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ και ότι η πρακτική εφαρμοζόταν σε μεγάλη κλίμακα.
Στη συνέχεια, ερευνητές εντόπισαν αποδείξεις ότι Ουιγούροι και άλλες εθνοτικές μειονότητες έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ως άκοντες ‘δότες’ οργάνων..
Τα τελευταία χρόνια, νομοθέτες διαφόρων χωρών υιοθετούν ρυθμίσεις που αποτρέπουν τους πολίτες τους από το να ταξιδεύουν στην Κίνα για μεταμοσχεύσεις.
Συγκεκριμένα, το Ηνωμένο Βασίλειο, το 2022, ψήφισε νομοθεσία που απαγορεύει στους κατοίκους του να αγοράζουν, να πωλούν ή να διευκολύνουν συναλλαγές ανθρώπινων οργάνων οπουδήποτε στον κόσμο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ψηφίστηκαν δύο νομοσχέδια που αντιστρατεύονται τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων: ο Νόμος Προστασίας των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ και ο Νόμος για τον Τερματισμό των Εξαναγκαστικών Αφαιρέσεων Οργάνων.
Ταϊβάν
Η IPAC, η οποία περιλαμβάνει νομοθέτες από 44 κοινοβούλια, επανέλαβε την αντίθεσή της σε οποιαδήποτε μονομερή αλλαγή του status quo στα στενά της Ταϊβάν.
Σύμφωνα με τη δήλωση που εξέδωσε, ενέργειες που συνιστούν παραβίαση του status quo περιλαμβάνουν την παρεμπόδιση της Ταϊβάν να ασκεί ανεξάρτητη διακυβέρνηση, έλεγχο των συνόρων της (συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων), διατήρηση εύρυθμης οικονομίας, καθώς και να προστατεύει την κοινωνία από κακόβουλες πολιτικές παρεμβάσεις.
Η παρεμπόδιση των διεθνών σχέσεων της Ταϊβάν και η επιβολή πολιτικών διευθετήσεων χωρίς τη συναίνεση των Ταϊβανών πολιτών θεωρούνται επίσης παραβίαση του status quo και πρέπει να αντιμετωπίζονται με ανάλογο τρόπο από τη διεθνή κοινότητα, σημείωσε η IPAC.
Η επίσημη ονομασία της Ταϊβάν, «Δημοκρατία της Κίνας», ήταν το όνομα της ηπειρωτικής Κίνας έως το 1949, όταν οι εθνικιστές ηττήθηκαν από τους κομμουνιστές και μεταφέρθηκαν στο νησί.
Το ΚΚΚ δεν έχει κυβερνήσει ποτέ την Ταϊβάν, αλλά θεωρεί το αυτοδιοικούμενο νησί μέρος της επικράτειάς του και έχει δεσμευτεί ότι θα το προσαρτήσει, ακόμα και με τη βία.
Το καθεστώς έχει αποστείλει πολεμικά πλοία και αεροσκάφη γύρω από το νησί, έχει υπονομεύσει τις διπλωματικές του σχέσεις και έχει μπλοκάρει τη συμμετοχή της Ταϊβάν σε διεθνείς οργανισμούς. Το Πεκίνο ζητά από τα άλλα κράτη να ακολουθούν την «Αρχή της μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία το κομμουνιστικό καθεστώς είναι η μόνη νόμιμη κυβέρνηση και στις δύο πλευρές των στενών.
Η IPAC ανέφερε ότι τα μέλη της θα επικεντρωθούν και στη μείωση της εξάρτησης από τις κρίσιμες πρώτες ύλες που προέρχονται από την Κίνα, θα καλέσουν το Πεκίνο να συμμορφωθεί με το Διεθνές Δίκαιο στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και θα βοηθήσουν τον θιβετιανό λαό να «διατηρήσει την πολιτιστική, θρησκευτική, γλωσσική και εθνική του ταυτότητα».








