Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άνοιξε αντιμονοπωλιακή έρευνα για να διαπιστώσει εάν η Google παραβίασε τους κανόνες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) σχετικά με περιεχόμενο που χρησιμοποιεί η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ).
Η εκτελεστική αρχή της ΕΕ ανέφερε σε ανακοίνωση, στις 8 Δεκεμβρίου, ότι θα εξετάσει κατά πόσον η Google χρησιμοποίησε το περιεχόμενο διαδικτυακών εκδοτών για τις υπηρεσίες της μηχανής αναζήτησης που βασίζονται σε τεχνητή νοημοσύνη, τις AI Overview και AI Mode, χωρίς να αποζημιώνει επαρκώς τους εκδότες ή χωρίς να τους δίνει τη δυνατότητα να αρνηθούν τη χρήση του περιεχομένου τους.
Η AI Overview δημιουργεί περιλήψεις για ένα θέμα που προκύπτει από ερώτημα χρήστη στη μηχανή αναζήτησης και εμφανίζεται πάνω από τα σχετικά αποτελέσματα. Το AI Mode είναι μια λειτουργία αναζήτησης που δημιουργεί απαντήσεις σε μορφή συνομιλίας στα ερωτήματα αναζήτησης, παρόμοιες με αυτές μιας εφαρμογής συνομιλίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι θα εξετάσει εάν οι δημιουργοί περιεχομένου στο YouTube αποζημιώνονται επαρκώς ή εάν έχουν τη δυνατότητα να εξαιρεθούν από τη χρήση του υλικού τους για την εκπαίδευση των παραγωγικών μοντέλων ΑΙ της Google.
Η Επιτροπή ανέφερε ότι οι δημιουργοί περιεχομένου του YouTube «έχουν υποχρέωση να παραχωρούν στη Google άδεια να χρησιμοποιεί τα δεδομένα τους για διαφορετικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης παραγωγικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης». Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Google «δεν αμείβει τους δημιουργούς περιεχομένου του YouTube για το περιεχόμενό τους ούτε τους επιτρέπει να ανεβάζουν περιεχόμενο στο YouTube αν δεν επιτρέπουν στη Google να χρησιμοποιεί αυτά τα δεδομένα».
Η έρευνα θα εξετάσει επίσης εάν η Google εξασφάλισε για τον εαυτό της «προνομιακή πρόσβαση» σε περιεχόμενο, «θέτοντας έτσι τους προγραμματιστές ανταγωνιστικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης σε μειονεκτική θέση», όπως ανέφερε η Επιτροπή.
Η επίτροπος αρμόδια για θέματα ανταγωνισμού, Τερέσα Ριμπέρα, δήλωσε ότι η Google ενδέχεται να καταχράται τη δεσπόζουσα θέση της ως μηχανή αναζήτησης, επιβάλλοντας αθέμιτους εμπορικούς όρους στους εκδότες, χρησιμοποιώντας το διαδικτυακό τους περιεχόμενο για να παρέχει τις δικές της υπηρεσίες που βασίζονται σε τεχνητή νοημοσύνη.
Σημείωσε ακόμη ότι ένα υγιές οικοσύστημα ενημέρωσης εξαρτάται από το να διαθέτουν οι εκδότες πόρους για να παράγουν ποιοτικό περιεχόμενο και τόνισε ότι δεν θα επιτραπεί στις κυρίαρχες πλατφόρμες να υπαγορεύουν αυτές τις επιλογές.
Εκπρόσωπος της Google δήλωσε ότι η έρευνα «κινδυνεύει να ανακόψει την καινοτομία σε μια αγορά που είναι πιο ανταγωνιστική από ποτέ», παρατηρώντας ότι θα έπρεπε και οι Ευρωπαίοι να μπορούν να επωφεληθούν από τις πιο πρόσφατες τεχνολογίες και ότι η εταιρεία θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με τον ειδησεογραφικό και τον δημιουργικό κλάδο καθώς αυτοί μεταβαίνουν στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Δεύτερη έρευνα μέσα σε δύο μήνες
Πρόκειται για τη δεύτερη έρευνα που ανοίγει η ΕΕ κατά της Google μέσα σε ισάριθμους μήνες.
Στις 13 Νοεμβρίου, η Επιτροπή ξεκίνησε έρευνα για πιθανή παραβίαση του DMA από τη Google, λόγω υποβάθμισης περιεχομένου εκδοτών μέσων ενημέρωσης στα αποτελέσματα αναζήτησης, στο πλαίσιο της «πολιτικής κατάχρησης φήμης ιστοτόπων» της εταιρείας — την οποία ο τεχνολογικός κολοσσός χαρακτηρίζει ως «προσπάθεια καταπολέμησης ανεπιθύμητου περιεχομένου».
Η εκτελεστική αρχή της ΕΕ ανέφερε ότι, κατά την παρακολούθησή της, διαπίστωσε πως η Google υποβάθμιζε ιστοτόπους και ειδησεογραφικά μέσα στα αποτελέσματα αναζήτησης όταν αυτοί περιελάμβαναν χορηγούμενο περιεχόμενο τρίτων. Όπως σημείωσε, αυτή η πολιτική «φαίνεται να επηρεάζει άμεσα έναν κοινό και νόμιμο τρόπο με τον οποίο οι εκδότες δημιουργούν έσοδα από τους ιστοτόπους και το περιεχόμενό τους».
Η Ένωση ανέφερε ότι διερευνά εάν οι υποβαθμίσεις ιστοτόπων και περιεχομένου στην αναζήτηση «ενδέχεται να επηρεάζουν την ελευθερία των εκδοτών να ασκούν νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα, να καινοτομούν και να συνεργάζονται με τρίτους παρόχους περιεχομένου».
Η Google υπερασπίζεται την πολιτική της
Σε ανάρτηση στο ιστολόγιό της, η Google υπερασπίστηκε την πολιτική της.
Ο Πάντου Ναγιάκ, επικεφαλής επιστήμονας στο Google Search, έγραψε ότι η πολιτική της Google Search κατά του spam υπάρχει για έναν λόγο: να προστατεύει τους ανθρώπους από παραπλανητικό, χαμηλής ποιότητας περιεχόμενο και απάτες, καθώς και από τις ύποπτες μεθόδους που τα προωθούν.
Ο Ναγιάκ ανέφερε ότι η Google έχει συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε προσπάθειες προστασίας των Ευρωπαίων καταναλωτών, μεταξύ άλλων και απέναντι στο ανεπιθύμητο περιεχόμενο.
Σημείωσε ότι η έρευνα που ανακοινώθηκε για τις προσπάθειες καταπολέμησης του ανεπιθύμητου περιεχομένου της εταιρείας είναι εσφαλμένη και κινδυνεύει να βλάψει εκατομμύρια Ευρωπαίους χρήστες. Όπως τόνισε, η έρευνα είναι «χωρίς βάση», καθώς γερμανικό δικαστήριο είχε ήδη απορρίψει παρόμοιο ισχυρισμό και είχε κρίνει ότι η πολιτική κατά του ανεπιθύμητου περιεχομένου είναι έγκυρη.
Επεσήμανε ακόμη ότι η πολιτική διαμορφώθηκε μετά από παράπονα χρηστών ότι έβλεπαν «υποβαθμισμένα και γεμάτα ανεπιθύμητο περιεχόμενο» αποτελέσματα αναζήτησης, λόγω «παρασιτικού [βελτιστοποιημένου για μηχανές αναζήτησης]» περιεχομένου ή «κατάχρησης φήμης ιστοτόπου».
Σε αυτές τις περιπτώσεις, εξήγησε, ένας αποστολέας ανεπιθύμητου περιεχομένου πληρώνει έναν εκδότη για να προβάλλει το περιεχόμενο και τους συνδέσμους του, επωφελούμενος από την κατάταξη και τη φήμη του ιστοτόπου, «επιχειρώντας να παραπλανήσει τους χρήστες ώστε να μεταβούν στη σελίδα με το χαμηλής ποιότητας περιεχόμενο».
Ως αποτέλεσμα, τον Μάρτιο του 2024, η εταιρεία αναθεώρησε την πολιτική της κατά του ανεπιθύμητου περιεχομένου, ώστε «ένας ιστότοπος να μην μπορεί ούτε να πληρώνει ούτε να χρησιμοποιεί παραπλανητικά μέτρα για να βελτιώνει την κατάταξή του στην Αναζήτηση», ανέφερε ο Ναγιάκ.
Με πληροφορίες από το Reuters








