Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαμορφώσει μια πιο συνεκτική και αποφασιστική στρατηγική απέναντι στο φαινόμενο της διεθνικής καταστολής (transnational repression), σύμφωνα με νέα μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τη Μονάδα Ανάλυσης και Υποστήριξης Εξωτερικών Πολιτικών (External Polices Analysis and Support Unit – EXAS).
Η μελέτη, με τίτλο «Perpetrators and methods of transnational repression and possible counter-strategies» («Δράστες και μέθοδοι της διεθνικής καταστολής και πιθανές στρατηγικές αντιμετώπισης»), εξετάζει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων αυταρχικά καθεστώτα επιδιώκουν να ελέγχουν, να εκφοβίζουν και να φιμώνουν αντιφρονούντες, δημοσιογράφους και μέλη διασποράς ακόμη και εντός ευρωπαϊκού εδάφους. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα, ενώ επικαλείται και ευρήματα της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητών Δημοσιογράφων (International Consortium of Investigative Journalists – ICIJ), σχετικά με τις επιχειρήσεις στόχευσης Κινέζων επικριτών στο εξωτερικό.
Η διεθνική καταστολή περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα πρακτικών: εκφοβισμό και απειλές σε μέλη διασποράς, παρακολούθηση και ψηφιακές επιθέσεις, καταχρηστική χρήση μηχανισμών διεθνούς συνεργασίας (εκμετάλλευση νόμιμων διεθνών εργαλείων αστυνομικής ή δικαστικής συνεργασίας με στόχο όχι την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά την παρενόχληση, τον εκφοβισμό ή την καταστολή πολιτικών αντιπάλων στο εξωτερικό), πίεση σε συγγενείς που παραμένουν στη χώρα προέλευσης, απόπειρες απαγωγής και βίαιες επιθέσεις.
Η μελέτη επισημαίνει ότι το φαινόμενο δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά διασταυρώνεται με ευρύτερες προκλήσεις ασφάλειας στην ΕΕ, όπως η ξένη παρέμβαση, η παραπληροφόρηση, η κατάχρηση μεταναστευτικών πλαισίων και οι υβριδικές απειλές (συνδυαστικές μορφές επιθετικής δράσης που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα συμβατικά και μη συμβατικά μέσα, με στόχο την αποσταθεροποίηση ενός κράτους χωρίς την ανοιχτή κήρυξη πολέμου).
Παρότι η διεθνική καταστολή είναι παγκόσμιο φαινόμενο, οι συγγραφείς τονίζουν ότι η ΕΕ παρουσιάζει συγκεκριμένες ευαλωτότητες: ανοικτές κοινωνίες, εκτεταμένη διασπορά και διαφοροποιημένα εθνικά νομικά πλαίσια που δυσκολεύουν τον συντονισμό.
Η περίπτωση της Κίνας και οι αποκαλύψεις της ICIJ
Η μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην περίπτωση της Κίνας, επικαλούμενη τα ευρήματα της έρευνας China Targets της ICIJ. Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία βασίστηκε σε περισσότερες από 100 συνεντεύξεις σε 23 χώρες, κινεζικές αρχές και συνδεδεμένα δίκτυα φέρονται να έχουν αναπτύξει ένα εκτεταμένο πλέγμα παρακολούθησης και πίεσης κατά επικριτών του Πεκίνου στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων ακτιβιστών υπέρ της δημοκρατίας, Ουιγούρων, Θιβετιανών και μελών της κινεζικής διασποράς στην Ευρώπη. Οι πρακτικές που καταγράφονται περιλαμβάνουν ψηφιακή παρακολούθηση, διαδικτυακή παρενόχληση και εκστρατείες δυσφήμησης, απειλές και πίεση προς συγγενείς που παραμένουν στην Κίνα, διακοπή τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και εκμετάλλευση διεθνών μηχανισμών με σκοπό τη νομική ή διοικητική παρενόχληση αντιφρονούντων. Η έρευνα τεκμηριώνει ότι το Πεκίνο έχει εργαλειοποιήσει διεθνείς οργανισμούς όπως η Interpol για να εκδίδει αιτήματα αναζήτησης, τα οποία στην πραγματικότητα στοχεύουν πολιτικούς αντιπάλους κι όχι εγκληματίες. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τέτοιες ενέργειες, εφ’ όσον επιβεβαιώνονται, δεν συνιστούν απλώς ζήτημα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά εγείρουν σοβαρά ζητήματα ευρωπαϊκής κυριαρχίας και ασφάλειας, καθώς μεταφέρουν μορφές κρατικού καταναγκασμού εντός της επικράτειας κρατών-μελών.
Η μελέτη/έκθεση επικαλείται την έρευνα China Targets για να δείξει ότι:
- Η ΕΕ πρέπει να βελτιώσει τη συλλογή και ανταλλαγή δεδομένων για αυτές τις πρακτικές
- Οι αντιδράσεις της ΕΕ απέναντι στις ενέργειες της Κίνας μέχρι σήμερα είναι ασθενέστερες σε σύγκριση με κράτη όπως η Ρωσία ή το Ιράν
- Η στενή οικονομική σχέση με την Κίνα αποτελεί εμπόδιο σε μια πιο αποφασιστική αντιμετώπιση
Από την πλευρά της, η κινεζική κυβέρνηση έχει απορρίψει επανειλημμένα τις σχετικές κατηγορίες ως αβάσιμες, υποστηρίζοντας ότι ενεργεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της καταπολέμησης του εγκλήματος.
Σύμφωνα με τη μελέτη, τέτοιες πρακτικές δεν περιορίζονται σε μία μόνο χώρα, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο μοτίβο κρατικής δραστηριότητας που στοχεύει στον έλεγχο της διασποράς και στη φίμωση της κριτικής.
Κενά στον ευρωπαϊκό συντονισμό
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα είναι ότι η ΕΕ στερείται ενιαίου ορισμού για τη διεθνική καταστολή. Αυτό δημιουργεί ασυνέχειες στην καταγραφή περιστατικών, στην ποινική τους αντιμετώπιση και στην ανταλλαγή πληροφοριών κρατών-μελών.
Ο Νέιτ Σένκαν (Nate Schenkkan), επικεφαλής συγγραφέας της έκθεσης, υπογράμμισε ότι η καλύτερη συλλογή και διάχυση δεδομένων αποτελεί προϋπόθεση για αποτελεσματική πολιτική δράση. Όπως σημειώνει, «η γνώση οδηγεί στη δράση», και χωρίς συστηματική καταγραφή, το φαινόμενο παραμένει κατακερματισμένο και συχνά υποτιμημένο.
Η μελέτη προτείνει μια σειρά συγκεκριμένων μέτρων:
1. Πανευρωπαϊκός ορισμός: Καθιέρωση κοινά αποδεκτού νομικού ορισμού της διεθνικής καταστολής, ώστε να υπάρχει ενιαίο πλαίσιο αντιμετώπισης σε όλα τα κράτη-μέλη.
2. Εσωτερικός κόμβος δεδομένων: Δημιουργία κεντρικού μηχανισμού συλλογής και ανάλυσης δεδομένων σε επίπεδο ΕΕ, με στόχο τη χαρτογράφηση περιστατικών και τάσεων.
3. Ενίσχυση της συνεργασίας επιβολής του νόμου: Βελτίωση των διαύλων επικοινωνίας μεταξύ εθνικών αστυνομικών και δικαστικών αρχών για ταχύτερη ανταπόκριση σε περιστατικά.
4. Ψηφιακές πλατφόρμες και νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες (DSA): Η έκθεση εισηγείται τον χαρακτηρισμό της διεθνικής καταστολής ως «συστημικού κινδύνου» στο πλαίσιο του DSA, ώστε οι μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες να υποχρεούνται να λαμβάνουν ενεργά μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης.
5. Στοχευμένες κυρώσεις και διπλωματικά μέτρα: Προτείνονται αυστηρότερες και ταχύτερες κυρώσεις, απαγορεύσεις θεωρήσεων και όπου απαιτείται, απέλαση διπλωματών που συνδέονται με αποδεδειγμένες πράξεις διεθνικής καταστολής.
Η μελέτη τονίζει ότι η διεθνική καταστολή δεν αφορά μόνο τα θύματα, αλλά πλήττει την ίδια την κυριαρχία των κρατών-μελών. Όταν ξένα κράτη επιχειρούν να ασκήσουν κατασταλτική εξουσία εντός ευρωπαϊκού εδάφους, υπονομεύουν το κράτος δικαίου και την ασφάλεια των πολιτών.
Παράλληλα, εγείρονται ερωτήματα για την ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και θεμελιωδών ελευθεριών, ιδίως στον ψηφιακό χώρο, όπου η επιτήρηση και η στοχευμένη παρενόχληση μπορούν να λάβουν διασυνοριακές διαστάσεις.
Η πρόκληση για την Ευρώπη
Η συζήτηση για τη διεθνική καταστολή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο επαναπροσδιορισμού της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι σε αυταρχικές πρακτικές. Καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται και οι τεχνολογίες επιτήρησης εξελίσσονται, η ΕΕ καλείται να ενισχύσει τόσο την προστασία των προσώπων που βρίσκονται στο έδαφός της όσο και τη θεσμική της ανθεκτικότητα.
Η μελέτη καταλήγει ότι χωρίς συντονισμένη, διατομεακή προσέγγιση, που θα συνδυάζει νομικά εργαλεία, ψηφιακή ρύθμιση, διπλωματική πίεση και συλλογή πληροφοριών, η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει το φαινόμενο αποσπασματικά.
Σε μια εποχή όπου τα σύνορα δεν περιορίζουν πλέον την άσκηση κρατικής ισχύος, η απάντηση της Ένωσης θα αποτελέσει δοκιμασία για τη δημοκρατική της ανθεκτικότητα και την ικανότητά της να προστατεύει όσους αναζητούν ελευθερία και ασφάλεια στο έδαφός της.








