Η «Χρυσή Βίζα» υπήρξε για πάνω από μια δεκαετία ένα από τα βασικότερα εργαλεία προσέλκυσης ξένων επενδυτών στην Ελλάδα. Από το 2014 έως τα τέλη του 2025 έχουν εκδοθεί συνολικά σχεδόν 39.000 άδειες (μαζί με αρχικές εκδόσεις και ανανεώσεις), οδηγώντας σε εισροές που υπολογίζονται πάνω από 13,5 δισ. ευρώ — ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ελληνικού ΑΕΠ.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον παρουσιάζει σαφή κάμψη, με την πτώση να γίνεται ιδιαίτερα έντονη το 2025. Συγκεκριμένα, οι αιτήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 25% σε σχέση με το 2024, ενώ στο τέλος του έτους η εικόνα ήταν ακόμη πιο δραματική: τον Δεκέμβριο του 2025 καταγράφηκαν μόλις 362 αιτήσεις, έναντι 1.167 τον Δεκέμβριο του 2024, δηλαδή πτώση 68%. Αντίστοιχη είναι η τάση και στις εγκρίσεις: από 7.851 νέες άδειες το 2023, ο αριθμός περιορίστηκε στις 2.266 το 2025.
Κεντρικός λόγος της υποχώρησης φαίνεται να είναι η αυστηροποίηση των οικονομικών προϋποθέσεων. Από τον Απρίλιο του 2024, τα όρια επένδυσης αυξήθηκαν σημαντικά: στις περιοχές υψηλής ζήτησης (όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη και δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί) απαιτούνται πλέον 800.000 ευρώ, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα το κατώτατο όριο διαμορφώθηκε στις 400.000 ευρώ. Μέχρι τότε, εφαρμοζόταν ενιαίο όριο 250.000 ευρώ για όλη τη χώρα.
Παράλληλα, υπάρχει και μια εναλλακτική μορφή «Χρυσής Βίζας» από το 2020, που αφορά επενδύσεις 250.000 ευρώ σε νεοφυείς επιχειρήσεις. Ωστόσο, μέχρι σήμερα η συμμετοχή σε αυτή την κατηγορία παραμένει περιορισμένη.
Παρότι το πρόγραμμα δείχνει να χάνει τη δυναμική του, η αγορά κατοικίας δεν καταρρέει. Αντιθέτως, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει συνέχιση της ανόδου των τιμών, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς. Το ενδιαφέρον φαίνεται να συγκεντρώνεται κυρίως σε ακίνητα υψηλής ποιότητας και σε περιοχές με ισχυρό τουριστικό αποτύπωμα, όπου η ζήτηση παραμένει σταθερή λόγω της γενικότερης οικονομικής βελτίωσης και της ισχυρής επίδοσης του ελληνικού τουρισμού.
Συνολικά, η «έκρηξη» της Χρυσής Βίζας φαίνεται να ολοκληρώνεται. Όμως η σταδιακή αποδυνάμωση του προγράμματος ανοίγει τον δρόμο για νέες ισορροπίες: εναλλακτικές επενδυτικές επιλογές, μεγαλύτερη έμφαση σε παραγωγικούς τομείς (όπως η καινοτομία και οι ανακαινίσεις), αλλά και πιθανή αποφόρτιση της πίεσης που ασκήθηκε τα τελευταία χρόνια στη στεγαστική αγορά.








