Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βαθύτερη και πιο επικίνδυνη κρίση από την ίδρυσή της, καθώς ένα κύμα λαϊκής εξέγερσης αμφισβητεί πλέον ανοιχτά τη νομιμοποίηση του θεοκρατικού καθεστώτος. Οι διαδηλώσεις, που ξέσπασαν στα τέλη Δεκεμβρίου λόγω της οικονομικής κατάρρευσης και του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, έχουν μετατραπεί σε ένα ευρύ αντικαθεστωτικό κίνημα με καθαρά πολιτικά και υπαρξιακά χαρακτηριστικά. Οι διαδηλώσεις έχουν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα, προκαλώντας σφοδρή καταστολή, εκατοντάδες θύματα και έντονη διεθνή ανησυχία.
Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει κάθε προσχηματική ουδετερότητα, με ανώτατους Αμερικανούς αξιωματούχους να απευθύνουν ευθέως μηνύματα στήριξης προς τον ιρανικό λαό και να προειδοποιούν το καθεστώς της Τεχεράνης ότι η μαζική καταστολή δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες. Δημόσιες παρεμβάσεις ανώτατων Αμερικανών αξιωματούχων ενισχύουν σενάρια εξωτερικής ανάμειξης και πιθανής στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Ξεκάθαρο μήνυμα αλλαγής καθεστώτος από την Ουάσιγκτον
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϋ Γκράχαμ απηύθυνε δημόσια έκκληση προς τους Ιρανούς διαδηλωτές, δηλώνοντας ότι «ο μακρύς εφιάλτης [τους] θα τελειώσει σύντομα» και ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ βλέπει και αναγνωρίζει τον αγώνα τους κατά της καταπίεσης.
Η αναδημοσίευση του μηνύματος από τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ μέσω της πλατφόρμας Truth Social έστειλε ένα ηχηρό πολιτικό σήμα: η παρούσα αμερικανική κυβέρνηση δεν προτίθεται να επαναλάβει την πολιτική κατευνασμού προηγούμενων ετών απέναντι στο ιρανικό καθεστώς.
Σε επόμενο μήνυμα, ο Γκράχαμ προειδοποίησε απερίφραστα την ιρανική ηγεσία ότι η «κτηνωδία» κατά του ίδιου της του λαού «δεν θα μείνει αναπάντητη», υιοθετώντας ρητορική που παραπέμπει ευθέως σε αλλαγή καθεστώτος, χρησιμοποιώντας τη φράση «Make Iran Great Again».
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall street Journal , η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη ξεκινήσει προκαταρκτικές συζητήσεις για ενδεχόμενη στρατιωτική δράση κατά του Ιράν, εάν η κατάσταση συνεχίσει να επιδεινώνεται. Αν και δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση, οι πληροφορίες αυτές έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στη Μέση Ανατολή.
Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ, σε πρόσφατη δήλωσή του, υιοθέτησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, προειδοποιώντας την Τεχεράνη ότι οποιαδήποτε περαιτέρω χρήση βίας θα προκαλέσει απάντηση, ενισχύοντας τους φόβους για άμεση σύγκρουση. Σε πρόσφατη δήλωσή του απηύθυνε στην Τεχεράνη τα εξής λόγια: «Καλύτερα να μην αρχίσετε να πυροβολείτε, γιατί θα αρχίσουμε να πυροβολούμε κι εμείς».
Η απάντηση του καθεστώτος: καταστολή και προπαγάνδα
Ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμανεΐ αντέδρασε με οργή, κατηγορώντας τον πρόεδρο των ΗΠΑ ότι έχει τα χέρια του «βαμμένα με αίμα» και ισχυρίστηκε ότι οι διαδηλώσεις αποτελούν προϊόν ξένης υποκίνησης. Σε δημόσια ομιλία του, ενώπιον του πλήθους που φώναζε «Θάνατος στην Αμερική», δήλωσε ότι οι διαδηλωτές «καταστρέφουν τη χώρα για να ικανοποιήσουν ξένες δυνάμεις». Το καθεστώς επιχειρεί να παρουσιάσει την εξέγερση ως συνωμοσία, την ώρα που χιλιάδες Ιρανοί βγαίνουν στους δρόμους αψηφώντας τον κίνδυνο του θανάτου.
Οι ιρανικές Αρχές έχουν χαρακτηρίσει τους διαδηλωτές «εχθρούς του Θεού», κατηγορία που επισύρει θανατική ποινή, επιβεβαιώνοντας τον αυταρχικό και θεοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος. Παράλληλα, έχουν επιβάλει σχεδόν πλήρες ψηφιακό μπλακάουτ, διακόπτοντας την πρόσβαση στο διαδίκτυο και στις διεθνείς επικοινωνίες, γεγονός που δυσχεραίνει την ανεξάρτητη επιβεβαίωση των γεγονότων.
Πληροφορίες από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μαρτυρίες που έφτασαν σε διεθνή μέσα, παρά το καθολικό ψηφιακό μπλακάουτ, κάνουν λόγο για εκατοντάδες νεκρούς και χιλιάδες συλλήψεις. Αυτόπτες μάρτυρες και διαδηλωτές κατάφεραν να μεταφέρουν στο CNN εικόνες απόλυτης εξαθλίωσης και ωμής βίας.
Η οργάνωση HRANA εκτιμά ότι οι συλλήψεις ξεπερνούν τις 2.600, ενώ ανεξάρτητες πηγές μιλούν για μαζική χρήση ελεύθερων σκοπευτών σε κατοικημένες περιοχές, περιστατικά τραυματισμών διαδηλωτών στα μάτια από σκάγια και βασανιστήρια ακόμη και ανηλίκων. Σοκαριστικά είναι τα στοιχεία από το Οφθαλμολογικό Νοσοκομείο Φαραμπί στην Τεχεράνη, όπου καταγράφηκαν έως και 300 περιστατικά διαδηλωτών με σκάγια στα μάτια, γεγονός που υποδηλώνει σκόπιμη στόχευση στο πρόσωπο. Τουλάχιστον επτά από τους επιβεβαιωμένους νεκρούς φέρονται να είναι κάτω των 18 ετών. Στην πόλη Νεϊσαμπούρ, ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούν αδιακρίτως από τις στέγες, χτυπώντας ακόμα και
οικογένειες που έτυχε να περνούν στο δρόμο.
Ιδιαίτερα σοκαριστικές είναι οι καταγγελίες για νοσοκομεία που μετατρέπονται σε χώρους τρόμου, με τραυματίες να φοβούνται τη σύλληψη ακόμη και κατά τη νοσηλεία τους. Νοσοκομεία σε μεγάλες πόλεις περιγράφονται ως «χαοτικά», ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για οικογένειες που επιχειρούν να θάψουν κρυφά τους νεκρούς συγγενείς τους, φοβούμενες την κατάσχεση των σορών από τις Αρχές.
Η εξέγερση έχει πλέον εξαπλωθεί σε περισσότερες από 180 πόλεις και σε όλες τις επαρχίες της χώρας. Αυτό που ξεκίνησε ως κοινωνική διαμαρτυρία εξελίσσεται σε ανοιχτή αμφισβήτηση της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Πολλοί διαδηλωτές δηλώνουν ανοιχτά ότι θεωρούν αδύνατη την πτώση του καθεστώτος χωρίς εξωτερική πίεση ή παρέμβαση.
Ένα καθεστώς σε αποσύνθεση
Το Ιράν βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια ιστορική καμπή, όπου η εσωτερική εξέγερση, η σκληρή κρατική καταστολή και η ολοένα πιο επιθετική ρητορική της Ουάσιγκτον συνθέτουν ένα ιδιαίτερα εύφλεκτο γεωπολιτικό τοπίο. Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την εξουσία, αλλά τη θεμελιώδη αντίθεση μεταξύ ενός αυταρχικού θεοκρατικού συστήματος και ενός λαού που διεκδικεί ελευθερία, αξιοπρέπεια και πολιτικά δικαιώματα.
Καθώς η καταστολή εντείνεται και η διεθνής ρητορική σκληραίνει, αυξάνονται οι πιθανότητες η ιρανική κρίση να εξελιχθεί είτε σε βίαιη εσωτερική ανατροπή είτε σε ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση με παγκόσμιες συνέπειες.







