Στις 14 Μαΐου του 1948, ψήφισμα του ΟΗΕ επικύρωσε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Μέσα στα 78 χρόνια που έχουν περάσει από τότε, η πορεία του νεαρού αυτού κράτους της Μέσης Ανατολής έχει σημαδευτεί από ατέρμονες συγκρούσεις — όπως άλλωστε ολόκληρη η περιοχή.
Ορισμένοι βλέπουν τη μόνιμη εγκατάσταση των Εβραίων στην περιοχή ως αποικιοκρατία. Άλλοι ως εισβολή. Άλλοι ως αναγκαιότητα και άλλοι ως επιστροφή στην αρχαία τους πατρίδα, τη Γη του Ισραήλ. Το κίνημα του Σιωνισμού, κίνημα για τη δημιουργία του εβραϊκού εθνικού κράτους, έχει αντιμετωπίσει σκληρή κριτική, κυρίως από όσους συμπαρατάσσονται με τους Άραβες της Παλαιστίνης, που διεκδικούν τη γη.
Η σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Εβραίων για τα παλαιστινιακά εδάφη είναι πολυεπίπεδη. Η πολιτική διάσταση διαπλέκεται με τη θρησκευτική και την κοινωνική, καθώς και με ιδεολογίες που ξεπερνούν τα στενά εδαφικά συμφέροντα. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται σημαντική όξυνση της αντιπαλότητας και εξάπλωσή της στις δυτικές κοινωνίες, όπου εκφράζεται με εκτεταμένες κινητοποιήσεις για την «ελευθερία της Παλαιστίνης», βίαιες επιθέσεις κατά Εβραίων και εβραϊκών οργανώσεων και συγκρούσεις μεταξύ των δύο ομάδων. Η αντίδραση στην ισραηλινή πολιτική και στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Δυτική Όχθη μετουσιώνεται σε γενικευμένη εχθρότητα, τροφοδοτώντας αντισημιτικά αισθήματα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μάχες που δίνονται στον ψηφιακό κόσμο και στον κόσμο της πληροφόρησης συναγωνίζονται σε σπουδαιότητα τις αληθινές μάχες.
Στον τομέα της επικοινωνίας, τα αφηγήματα των δύο μερών συγκρούονται, προσπαθώντας να κερδίσουν τις εντυπώσεις και την κοινή γνώμη. Οι Παλαιστίνιοι διεκδικούν τη γη τους· οι Εβραίοι το ίδιο. Ποιανού είναι η γη, τελικά, και ποιος έχει το δικαίωμα να τη διαθέσει; Ο κόσμος αναγνωρίζει στους Ισραηλινούς το δικαίωμα να τη διεκδικήσουν με έννομα ή στρατιωτικά μέσα; Αναγνωρίζει στους Παλαιστινίους το δικαίωμα να εκδιώξουν τους Ισραηλινούς και να οικειοποιηθούν τα εδάφη; Είναι εθνικοαπελευθερωτικός ο αγώνας τους ή τρομοκρατία που πλήττει τον αραβικό πληθυσμό εξίσου με τον εβραϊκό; Γιατί τα χτυπήματα της Χαμάς που σκοτώνουν αμάχους δεν κατακρίνονται από τα φιλοπαλαιστινιακά κινήματα όπως καταδικάζεται η δράση του ισραηλινού στρατού; Τι γέννησε τη σύγκρουση και τι την τρέφει; Υπάρχουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα; Υπάρχει ελπίδα για ειρήνη στην περιοχή;
Ένας λαός με ιστορικό βάθος
Παρά τη μακρόχρονη διασπορά, που ανάγεται ήδη από τον 2 αιώνα μ.Χ., ο εβραϊκός λαός κατάφερε να διατηρήσει τη συνοχή του, τα ήθη και τα έθιμά του, καθώς και τη μνήμη της πατρίδας και το όραμα της επιστροφής σε αυτήν (αλίγια). Παρά την απώλεια του τόπου και της γλώσσας, η σταθερότητα της θρησκείας και της φυλής συντήρησε την ‘εβραϊκότητα’, η οποία συμπυκνώθηκε ξανά στην προγονική γη: τη Γη του Ισραήλ, όπως λένε οι αρχαίες γραφές, αλλά και το Κοράνι.
Από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, γνωρίζουμε ότι οι Εβραίοι — οι αρχαίοι Ισραηλίτες — κατοικούσαν τη γη της Χαναάν, της Ιουδαίας και της Σαμάρειας ήδη από τον 19ο αιώνα π.Χ. Ως λαός πρέπει να ήταν γνωστός στους Έλληνες της εποχής, οι οποίοι ωστόσο δεν κάνουν ειδική αναφορά στους Εβραίους παρά τον 3ο αι. π.Χ. Ξεχώριζαν από τα άλλα σημιτικά φύλα της περιοχής κυρίως λόγω της θρησκείας τους, που μιλούσε για την ύπαρξη ενός μόνο Θεού, σε αντίθεση με τα πολυθεϊστικά συστήματα που ήταν διαδεδομένα τότε. Οι ίδιοι οι Εβραίοι περιφρουρούσαν τη διαφορετικότητά τους από τους άλλους λαούς, θεωρώντας ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού, και αποφεύγοντας τόσο τις επιμειξίες όσο και τον προσηλυτισμό. Έτσι, η θρησκεία, η φυλετική καταγωγή και η κοινωνική διάρθρωση συγκρότησαν μία ενιαία εβραϊκή/ιουδαϊκή ταυτότητα.
Το πρώτο, ενιαίο εβραϊκό βασίλειο χρονολογείται το 1000 π.Χ., την εποχή του Σαούλ, του Δαυίδ και του Σολομώντα. Οι Ασσύριοι κατέκτησαν το βόρειο βασίλειο (Ισραήλ) τον 8ο αι. π.Χ. ενώ οι Βαβυλώνιοι το νότιο (Ιουδαία) τον 6ο αι., εκδιώκοντας αμφότεροι τους κατοίκους του. Οι Εβραίοι κατόρθωσαν να ανακτήσουν τα εδάφη τους μόλις τον 2ο αι. π.Χ., γινόμενοι ωστόσο προτεκτοράτο και αργότερα επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τον 1ο και τον 2ο αι. μ.Χ. πραγματοποίησαν δύο εξεγέρσεις (υπάρχει αναφορά και σε τρίτη), με αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι να τους εκδιώξουν οριστικά από την Ιερουσαλήμ και να αλλάξουν την ονομασία της περιοχής από Ιουδαία σε Παλαιστίνη Συρίας (Palaestina). Η απαγόρευση στους Εβραίους να μπαίνουν στην Ιερουσαλήμ, όπως και η καταστροφή του Ναού, πυροδότησε τη μεγάλη εβραϊκή διασπορά.
Η ονομασία «Παλαιστίνη» εμφανίζεται για πρώτη φορά στις ιστορίες του Ηροδότου τον 5ο αιώνα π.Χ., για να περιγράψει την παράλια περιοχή του Λεβάντε όπου ζούσαν οι Φιλισταίοι ή Πελέστ στα εβραϊκά, δηλαδή οι άνθρωποι που ήρθαν πέρα από τη θάλασσα. Η καταγωγή των Φιλισταίων στις μέρες μας είναι διαφιλονικούμενη, με ορισμένους να διατείνονται ότι επρόκειτο για αραβικά φύλα, προγόνους των σημερινών κατοίκων της περιοχής, ωστόσο ιστορικοί τοποθετούν την καταγωγή τους στην Κρήτη και το Αιγαίο, όπου βρέθηκαν από την Ιλλυρία.
Μια ιστορία διώξεων
Αν και εβραϊκή διασπορά υπήρχε και νωρίτερα, στα ρωμαϊκά χρόνια γενικεύτηκε. Ένα μέρος των Ισραηλιτών μετεγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη, άλλοι σε βορειοαφρικανικές περιοχές, ενώ πολλοί παρέμειναν στα εδάφη της Μέσης Ανατολής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, διαφύλαξαν την ταυτότητα, τη θρησκεία και τις παραδόσεις τους, παρά τις διώξεις που ακολούθησαν.
Έντονες αντί-εβραϊκές ενέργειες και αισθήματα καταγράφονται κυρίως την περίοδο του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, ενώ η συνύπαρξή τους με τους μουσουλμάνους στις ισλαμικές κατακτήσεις χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ανοχή, παρά τις διακρίσεις εις βάρος τους — όπως άλλωστε εις βάρος όλων των μη μουσουλμάνων. Οι διώξεις εναντίον τους συνεχίστηκαν και κατά την περίοδο της Αναγέννησης και αργότερα στον Διαφωτισμό. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες με την απόκτηση της ανεξαρτησίας τους (1776) παραχώρησαν στους Εβραίους ίσα πολιτικά δικαιώματα. Το παράδειγμα τους ακολούθησε η Γαλλία, το 1791.
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν και η στάση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπου εξαπολύθηκαν πογκρόμ στις αρχές αλλά και τα τέλη του 19ου αιώνα, τα οποία επαναλήφθηκαν τον 20ό αιώνα στη Γερμανία και σε χώρες της Ανατολικής κυρίως Ευρώπης, υπό την επίδραση των ναζιστικών ιδεών, καθώς και στα νεοσύστατα αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής.
Το 1897 γεννιέται το κίνημα του Σιωνισμού, βασισμένο στην ιδέα της αλίγια, της ‘ανόδου’ ή επιστροφής στην Παλαιστίνη, τη Γη του Ισραήλ. Ιδρυτής του θεωρείται ο Θεόδωρος Χερτζλ, αν και οι ρίζες του βρίσκονται βαθιά στην εβραϊκή παράδοση. Η κεντρική ιδέα ήταν η ίδρυση ενός εθνικού εβραϊκού κράτους, όπου οι Εβραίοι θα είναι ασφαλείς από τις αντισημιτικές εκδηλώσεις. Με αυτόν τον στόχο ξεκίνησαν μαζικές μετακινήσεις εβραϊκού πληθυσμού προς την Παλαιστίνη. Η περιοχή αποτελούσε τότε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και τα πρώτα εδάφη αγοράστηκαν, κυρίως από Άραβες μεγαλογαιοκτήμονες αλλά και από την οθωμανική διοίκηση. Όπως καταγράφεται, οι πρώτες εγκαταστάσεις δεν προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις μεταξύ του αραβικού πληθυσμού, ωστόσο η αύξηση των ροών των παλιννοστούντων Εβραίων — ευθέως ανάλογη της ανόδου του αντισημιτισμού στην Ευρώπη, ιδίως στη Γερμανία την εποχή της χιτλερικής εξουσίας — έφερε τις πρώτες συγκρούσεις.
Παράλληλα με την αλίγια, ιστορικοί σημειώνουν και μαζικές μετακινήσεις μουσουλμανικών πληθυσμών προς την οθωμανική Παλαιστίνη, όπως Κιρκασίους (οι λεγόμενοι Τσερκέζοι) από τα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας όπου είχαν καταφύγει μετά την ήττα και την εκδίωξή τους από την τσαρική Ρωσία, και Βοσνίους μετά την κατάκτηση των εδαφών τους από την Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία, την ίδια περίοδο, το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα.
Η Παλαιστίνη διαμέσου των αιώνων
Στο διάστημα της απώλειας της κυριαρχίας των Εβραίων επί των εδαφών της Ιουδαίας/Παλαιστίνης και της μετεγκατάστασης μεγάλου μέρους του πληθυσμού, η περιοχή άλλαξε πολλά χέρια. Η ρωμαϊκή κτήση εξελίχθηκε σε βυζαντινή, περίοδο κατά την οποία εκχριστιανίστηκε. Μετά τον 7ο αιώνα μ.Χ. κατακτήθηκε από διαδοχικά αραβικά φύλα, εξισλαμίστηκε και αποτέλεσε τμήμα διαφόρων χαλιφάτων και σουλτανάτων, με μια μικρή εμβόλιμη κατάκτηση από τους Σταυροφόρους, το 1099, που ίδρυσαν το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, μέχρι το 1291. Στις αρχές του 16ου αιώνα, η Παλαιστίνη ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέρος της οποίας παρέμεινε έως το 1917-18, οπότε και κατελήφθη από τους Βρετανούς στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Την ίδια περίοδο, αναφέρεται ότι οι βρετανικές δυνάμεις επιζήτησαν την υποστήριξη των αραβικών φυλών που κατοικούσαν στην περιοχή, παροτρύνοντάς τους να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους από τους Οθωμανούς και υποσχόμενοι κυριαρχία επί των εδαφών. Ωστόσο, το 1917, το Ηνωμένο Βασίλειο δεσμεύτηκε να υποστηρίξει και τη δημιουργία εθνικής εστίας των Εβραίων στην περιοχή, όπως σημειώνεται στη λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ, την επιστολή που απηύθυνε ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ στον Λόρδο Ουώλτερ Ρόθτσιλδ, εξέχοντα υποστηρικτή του Σιωνιστικού κινήματος στη Βρετανία.
Με την ήττα των Οθωμανών και την ανάθεση του ελέγχου της περιοχής στους Βρετανούς το 1922 από την Κοινωνία των Εθνών, οι Βρετανοί βρέθηκαν στη δύσκολη θέση να πρέπει να τηρήσουν δύο αντικρουόμενες υποσχέσεις. Για ορισμένους, εδώ βρίσκεται και η ρίζα των συγκρούσεων μεταξύ του σύγχρονου Ισραήλ, των Παλαιστινίων και των λοιπών μουσουλμανικών κρατών.
Κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη», η οποία έληξε με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948, η ευρύτερη περιοχή μοιράστηκε σε ζώνες επιρροής μεταξύ της Γαλλίας και της Βρετανίας (συμφωνία Σάικς-Πικώ, 1916): η πρώτη θα είχε τον έλεγχο σε Συρία και Λίβανο, ενώ η δεύτερη σε Ιράκ, Υπεριορδανία και Παλαιστίνη. Βάσει αυτού του διαχωρισμού ιδρύθηκαν μερικές δεκαετίες αργότερα και τα ομώνυμα κράτη. Το Ιράκ το 1932, η Συρία, ο Λίβανος και η Υπεριορδανία (ως Ιορδανία) το 1946, ενώ η περιοχή της Παλαιστίνης παρέμεινε υπό βρετανική εντολή μέχρι το 1948, έτος ίδρυσης του Ισραήλ. Η συμφωνία Σάικς-Πικώ έχει επικριθεί για τον τρόπο διαχωρισμού των εδαφών, που έγινε χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η θρησκευτική και φυλετική συνοχή, και θεωρείται ότι έχει συμβάλει με αυτόν τον τρόπο στις ταραχές που μαστίζουν από τότε τη Μέση Ανατολή.
Μια δύσκολη ‘γέννα’
Στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε πρόταση των Ηνωμένων Εθνών για τη διαίρεση της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό και σε ένα αραβικό κράτος, με διεθνή διοίκηση στην Ιερουσαλήμ. Το ψήφισμα έγινε αποδεκτό από τις περισσότερες εβραϊκές οργανώσεις, ωστόσο οι αραβικές ηγεσίες το απέρριψαν θεωρώντας ότι παραχωρεί στους Εβραίους δυσανάλογα πολλά εδάφη. Παράλληλα, οριζόταν ότι οι Βρετανοί θα αποσύρονταν πλήρως από την περιοχή μέχρι την 1η Αυγούστου 1948.
Αμέσως μόλις ανακηρύχθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ από τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, στις 14 Μαΐου 1948, η Αίγυπτος, ο Λίβανος, η Συρία, η Ιορδανία και το Ιράκ εισέβαλαν στη χώρα με στόχο «να πετάξουν τους Εβραίους στη θάλασσα». Ωστόσο, οι ισραηλινές δυνάμεις επικράτησαν, κερδίζοντας μάλιστα εδάφη πλέον των ορισμένων από τον ΟΗΕ. Η συντριπτική ήττα των αραβικών δυνάμεων ονομάστηκε Νάκμπα (καταστροφή), και οδήγησε στον εκτοπισμό 750.000 Αράβων από την Παλαιστίνη. Ωστόσο, η Ιορδανία προσήρτησε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, και η Αίγυπτος τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ ανάλογος αριθμός Εβραίων που ζούσαν μέχρι τότε στα γειτονικά αραβικά κράτη εκδιώχθηκαν και κατέφυγαν ως πρόσφυγες στο Ισραήλ.
Έκτοτε, οι πόλεμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον (1956, 1967, 1973, 1982, 2006 και 2023), με τις αλλεπάλληλες προτάσεις και διαπραγματεύσεις να καταλήγουν σε αδιέξοδο και τα εμπόδια που δυσχεραίνουν τον συμβιβασμό να πολλαπλασιάζονται και να περιπλέκονται. Οι συγκρούσεις, όπως έχει καταγραφεί, ξεκινούν συνήθως από κινήσεις των Αράβων, ωστόσο η στάση και τα αντίμετρα της ισραηλινής πλευράς (π.χ. εποικισμοί) φαίνεται να οξύνουν την αντιπαλότητα, με τη δυσπιστία να ενισχύεται με την πάροδο του χρόνου και για τις δύο πλευρές.
Από το σύνολο των συρράξεων, ξεχωρίζει ο λεγόμενος «Πόλεμος των Έξι Ημερών» (1967), ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα να επεκτείνει τα σύνορά του το Ισραήλ, καταλαμβάνοντας τη Δυτική Όχθη, τη Λωρίδα της Γάζας, την Ανατολική Ιερουσαλήμ, τα υψίπεδα του Γκολάν (Συρία) και το Σινά (Αίγυπτος). Με εξαίρεση το Σινά, το οποίο επεστράφη στην Αίγυπτο μεταξύ 1979-1982, οι υπόλοιπες περιοχές παρέμειναν υπό ισραηλινή κατοχή, δημιουργώντας τη βάση για τις μελλοντικές συγκρούσεις και τις δύο Ιντιφάντες (εξεγέρσεις), το 1987-1993 και το 2000-2005.
Οι εβραϊκοί εποικισμοί στα κατεχόμενα εδάφη (Γάζα, Δυτική Όχθη) και η βία που τους συνοδεύει αποτελούν ενέργειες του ισραηλινού κράτους τις οποίες καταδικάζουν ακόμη και πολλοί Ισραηλινοί. Ξεκίνησαν ως «ζώνες ασφαλείας» μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ωστόσο η ανοχή διαδοχικών κυβερνήσεων απέναντι στον εβραϊκό εθνικισμό που εκδήλωναν έντονα οι έποικοι οδήγησε σε κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ των δύο μερών.
Το αντίπαλο δέος (όταν η θρησκεία διαπλέκεται με την πολιτική)
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, καταγράφεται δραστηριοποίηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη. Μέλη της ιδρύουν νοσοκομεία, σχολεία και άλλους κοινωφελείς οργανισμούς, ενώ επισκέπτονται τζαμιά και πανεπιστήμια προκειμένου να προσελκύσουν νέα μέλη. Σταδιακά, άρχισαν να διαδίδουν την ιδέα του ιερού πολέμου (τζιχάντ) με στόχο την εξάλειψη του κράτους του Ισραήλ και την οικειοποίηση όλων των εδαφών. Από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα (ισλαμιστική οργάνωση που ιδρύθηκε στην Αίγυπτο λίγο μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με στόχο την αναβίωση του χαλιφάτου) ξεπήδησε η Χαμάς το 1987, με την έναρξη της πρώτης Ιντιφάντας.
Αυτό που διαφοροποιεί τη Χαμάς από τις άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις είναι αφ’ ενός ο στρατιωτικός χαρακτήρας της με έμφαση στη θρησκεία αφ’ ετέρου η άρνησή της να αποδεχτεί την ύπαρξη εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη δεσμευόμενη στην αποκατάσταση της ισλαμικής κυριαρχίας στην περιοχή, όπως αναφέρεται και στο καταστατικό της του 1988, αλλά και στην αναθεωρημένη εκδοχή του 2017. Η οργάνωση γινόταν όλο και πιο βίαιη, ερχόμενη τελικά σε αντίθεση με οργανώσεις όπως η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), που αποδέχθηκε την ύπαρξη του Ισραήλ.
Το 2006, μετά την απόσυρση των Ισραηλινών από τη Γάζα, η Χαμάς κερδίζει στις βουλευτικές εκλογές και αποκτά πλειοψηφική συμμετοχή στο Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο, ενώ τον επόμενο χρόνο επικρατεί της Φατάχ. Αν και η δημοφιλία της μεταξύ των Αράβων αρχίζει να φθίνει μεταξύ 2007-2014, η δράση της συνεχίζεται. Προσηλωμένη στη σύγκρουση, καθοδηγεί τον πληθυσμό προς την αντιπαράθεση αντί της συμφιλίωσης, αξιοποιώντας τη διεθνή βοήθεια όχι στη βελτίωση της ζωής αλλά στην προετοιμασία για τη σύγκρουση, όπως έχει καταγγελθεί. Με την υποστήριξη χωρών όπως το Ιράν και το Κατάρ, αλλά και τμήματος του αριστερού ιδεολογικού φάσματος δημιουργείται σιγά σιγά ένα διεθνές κίνημα για την «απελευθέρωση της Παλαιστίνης» (#FreePalestine), το οποίο εξαπλώνεται και στις δυτικές κοινωνίες. Ο διετής πόλεμος μεταξύ 2023-2025 έθρεψε το αφήγημα για το «αποικιοκρατικού, δολοφονικού» Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα και αποσιωπώντας την αφορμή για αυτές: την επίθεση της ίδιας της Χαμάς μέσα στο Ισραήλ σε πολλαπλά σημεία που είχε ως αποτέλεσμα ~1.200 νεκρούς αμάχους και στρατιώτες, ενώ 251 Ισραηλινοί απήχθησαν και κρατήθηκαν όμηροι στη Γάζα, ορισμένοι για λίγες εβδομάδες και άλλοι για δύο σχεδόν χρόνια.
Για πολλούς αναλυτές, η σύγκρουση είναι όχι μόνο πολιτική/εδαφική αλλά και θρησκευτική, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι τον ιστορικό επεκτατισμό του Ισλάμ, αλλά και την ιδεολογία του σύγχρονου πολιτικού Ισλάμ. Μελετητές αναφέρουν ότι ο στόχος της διάδοσης του Ισλάμ βρίσκεται στις σούρες του του Κορανίου, επισημαίνοντας τις διαφορές μεταξύ των γραφών της Μέκκας και αυτών της Μεδίνα.
Γεγονός είναι ότι πλέον η αντίθεση στο εβραϊκό κράτος έχει ξεπεράσει τα όρια της Μέσης Ανατολής, αλλά και τα θρησκευτικά όρια της ισλαμικής αντίδρασης. Έχει ξεπεράσει επίσης και τα όρια της κριτικής στην πολιτική του Ισραήλ, με τις καταγγελίες για αντισημιτικές ενέργειες και αισθήματα να πολλαπλασιάζονται σε Αμερική και Ευρώπη. Οι εκδηλώσεις κατά του Ισραήλ, όπως εκφράζονται σε πολλές διαδηλώσεις, έχουν μεταβεί από έλλογη αντίθεση και διαφωνία σε τυφλή οργή και μίσος που δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ ατόμων και πολιτικών. Η αδιαφορία και η άγνοια για τα ιστορικά γεγονότα — τόσο τα παλαιότερα όσο και τα νεότερα — δικαιολογείται από το συναίσθημα που καλλιεργείται βάσει των δεινών που το Ισραήλ φέρεται να προκαλεί στους Παλαιστινίους Άραβες.
Όπως κρίνουν ειδικοί, πρόκειται για μία επικίνδυνη τάση· επικίνδυνη ακόμη και για τις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες.
Οι εγγενείς περιορισμοί ενός άρθρου αναγκαστικά οδηγούν σε συνοπτική παρουσίαση, γενικεύσεις, ακόμα και απλουστεύσεις και παραλείψεις, ιδίως όταν πρόκειται για σύνθετα και εκτεταμένα ζητήματα όπως η ιστορία ενός λαού. Η γράφουσα έχει υπ’ όψιν της αυτές τις αδυναμίες, ωστόσο έκρινε ότι η έστω και ελλιπής αναφορά σε ιστορικά γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε για να κρίνουμε είναι προτιμότερη από το να αποφύγει ολωσδιόλου αυτή την αναφορά. — Δ.Κ.







