Παρασκευή, 16 Ιαν, 2026
Ο πρωθυπουργός του Καναδά συνάντησε τον Κινέζο ομόλογό του στις 15 Ιανουαρίου, στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, στο Πεκίνο. (The Canadian Press/Sean Kilpatrick)

Νέα τάξη πραγμάτων με Κίνα ονειρεύεται ο Καναδός πρωθυπουργός

Αν ο Κάρνεϋ φαντάζεται μια νέα τάξη πραγμάτων όπου ο Καναδάς θα είναι η ‘γέφυρα’ ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, κάνει ένα κλασικό λάθος μεσαίας δύναμης: μπερδεύει την εμπορική ευκαιρία με τη στρατηγική ασφάλεια. Ο Καναδάς μπορεί να εμπορεύεται με την Κίνα — αλλά όταν μιλά για «στρατηγική εταιρική σχέση», και μάλιστα σε πεδία που ακουμπούν την ασφάλεια, πατά πάνω σε ένα πρόσφατο προηγούμενο που φωνάζει «πρόσεχε!». Και αν πράγματι ο στόχος είναι να «μειωθεί η εξάρτηση από τις ΗΠΑ», η πιο ασφαλής διαδρομή δεν είναι να δέσεις την τύχη σου σε έναν εταίρο που έχει αποδείξει ότι χρησιμοποιεί την ισχύ του τιμωρητικά, αλλά να πιέσεις για καλύτερους όρους εντός του δυτικού πλαισίου, όχι έξω από αυτό.

Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϋ μοιάζει να ονειρεύεται μια νέα τάξη πραγμάτων, όπου ο Καναδάς θα μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ και θα ‘ισορροπήσει’ ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Με αυτή τη λογική, η Κίνα αναβαθμίζεται από δύσκολος αντίπαλος σε «στρατηγικός εταίρος». Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα κράτη κάνουν εμπορικές συμφωνίες — αυτό συμβαίνει πάντα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αυταπάτη ότι ένα αυταρχικό καθεστώς, με ιστορικό εργαλειοποίησης του εμπορίου, της διπλωματίας και της πίεσης, μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε αξιόπιστο στρατηγικό συνομιλητή, πόσο μάλλον σε ζητήματα που ακουμπούν την ασφάλεια.

Η επίσκεψη του Κάρνεϋ στο Πεκίνο παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια «επανεκκίνησης» και «προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα». Στο πρακτικό επίπεδο, υπήρξε ξεκάθαρα και οικονομικό κίνητρο: αποκλιμάκωση εντάσεων, άρση ή μείωση δασμών σε κρίσιμα μέτωπα (όπως ηλεκτρικά οχήματα και αγροτικές εξαγωγές) και μια ευρύτερη προσπάθεια διαφοροποίησης του εμπορίου του Καναδά, ώστε να μην εξαρτάται μονομερώς από την αμερικανική αγορά. Όμως άλλο πράγμα είναι η εμπορική ‘αναπνοή’ και άλλο η πολιτική αναβάθμιση της Κίνας σε στρατηγικό εταίρο. Εκεί ξεκινά το ρίσκο να γίνεται υπαρξιακό.

Αυτή η στροφή φαίνεται ακόμη πιο ακραία αν θυμηθεί κανείς το πρόσφατο παρελθόν. Το καθοριστικό σημείο για τη ρήξη των σχέσεων Καναδά–Κίνας ήταν η υπόθεση Μενγκ Ουανζού της Huawei. Η Μενγκ συνελήφθη στον Καναδά το 2018, κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ και στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης. Η αντίδραση της Κίνας δεν ήταν μια τυπική διπλωματική ένταση. Ήταν μια επίδειξη ισχύος με κόστος για τον Καναδά, ενδεικτική τού πώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει όσους ακουμπούν τα ζωτικά του συμφέροντα. Το 2021, οι ΗΠΑ απέσυραν ουσιαστικά το αίτημα έκδοσης, κλείνοντας την υπόθεση, αλλά το αποτύπωμα έμεινε: ο Καναδάς βίωσε από πρώτο χέρι τι σημαίνει κινεζική πίεση, όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν το Πεκίνο.

Από αυτό το επεισόδιο βγαίνουν δύο απλά συμπεράσματα. Πρώτον, η Κίνα δεν βλέπει τις διαφωνίες ως κάτι που λύνεται μέσα σε θεσμικούς κανόνες ή σε κοινά αποδεκτές αρχές. Βλέπει τις διαφορές ως μοχλό καταναγκασμού και δεν διστάζει να μεταφέρει το κόστος στον αντίπαλο για να πετύχει τους στόχους του. Δεύτερον, καμία «νέα εποχή» ή ωραία ρητορική δεν αλλάζει τη δομή ενός καθεστώτος που λειτουργεί με γνώμονα την ισχύ και τον έλεγχο αντί της αμοιβαιότητας και των θεσμικών εγγυήσεων. Η αξιοπιστία δεν χτίζεται με δηλώσεις. Χτίζεται με συνέπεια και προβλεψιμότητα, στοιχεία που λείπουν από μια αυταρχική δύναμη η οποία προτεραιοποιεί τα συμφέροντά της χωρίς περιορισμούς.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται και το παράδοξο, όπου μια αμερικανική «σκληρή γραμμή» μπορεί να σπρώξει έναν σύμμαχο σε λάθος επιλογές. Το αφήγημα που κυκλοφορεί είναι ότι ο Καναδάς θέλει να μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ, εν μέρει λόγω εμπορικών πιέσεων και δασμών που αποδίδονται στον Ντόναλντ Τραμπ, και έτσι αναζητά εναλλακτικές. Σε θεωρητικό επίπεδο, η σκέψη μοιάζει απλή: «αν ο γείτονας με δυσκολεύει, θα στραφώ στον ανταγωνιστή του». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό το σχήμα είναι επικίνδυνο, ειδικά για μια χώρα σαν τον Καναδά.

Οι ΗΠΑ δεν είναι απλώς «μια μεγάλη αγορά» για τον Καναδά. Είναι ο βασικός πυλώνας της οικονομίας του, ο κορμός της ασφάλειάς του και ο πυρήνας της γεωπολιτικής του σταθερότητας. Ακόμη κι αν η Οττάβα καταφέρει να ανοίξει εμπορικές ‘βαλβίδες’ προς την Κίνα, αυτές είναι μάλλον βραχυπρόθεσμες και αναστρέψιμες, γιατί η Κίνα έχει αποδείξει ότι μπορεί να αλλάξει στάση ανά πάσα στιγμή όταν αισθανθεί πως δεν εξυπηρετείται. Επιπλέον, το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να ενθαρρύνει τους συμμάχους της Ουάσιγκτον να απομακρυνθούν από τις ΗΠΑ στο όνομα μιας δήθεν «στρατηγικής αυτονομίας». Όχι επειδή ενδιαφέρεται για την ανεξαρτησία τους, αλλά επειδή έτσι διαλύεται η συνοχή της Δύσης. Με απλά λόγια, η «έξυπνη αντιστάθμιση» που φαντάζει ελκυστική στην Οττάβα μπορεί να είναι ακριβώς το παιχνίδι που θέλει να παίξει η Κίνα.

Αν μιλάμε για στρατηγική συνεργασία — και ειδικά όταν ακουμπά ζητήματα ασφάλειας — η αξιοπιστία δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μετριέται σε κανόνες, διαφάνεια και προβλεψιμότητα. Η Κίνα υστερεί και στα τρία. Οι κανόνες της είναι συχνά επιλεκτικοί και υποταγμένοι στον σκοπό της ισχύος. Η διαφάνειά της είναι περιορισμένη, επειδή η πολιτική της λειτουργία δεν έχει δημοκρατικούς φραγμούς και έλεγχο. Και η προβλεψιμότητά της είναι ασταθής, αφού μπορεί να επαναπροσδιορίσει πολιτικές και ‘συμφωνίες’ όταν το κρίνει αναγκαίο. Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα μπορεί να αποτελέσει εμπορικό συνομιλητή υπό όρους, αλλά δεν είναι ασφαλής βάση για στρατηγική εμπιστοσύνη.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο μπαίνει και ο Τραμπ. Χρειάζεται να ξεχωρίσουμε το ύφος από το στρατηγικό αποτέλεσμα. Πολλά μέσα ενημέρωσης επικεντρώνονται στον θόρυβο, στην ένταση και στις συγκρούσεις που δημιουργεί. Όμως στον σκληρό κόσμο της ισχύος, μια πιο ‘ωμή’ γραμμή προς συμμάχους έχει μια λογική: αν η Δύση δεν βάλει καθαρά όρια, η Κίνα θα εκμεταλλευτεί τα κενά. Το ζήτημα δεν είναι ότι ο Τραμπ είναι ‘σκληρός’. Το ζήτημα είναι ότι ορισμένες χώρες απαντούν στη σκληρότητα όχι διαπραγματευόμενες εντός του δυτικού πλαισίου, αλλά επιδιώκοντας λάθος ‘ανεξαρτησία’: δηλαδή με τη βιαστική αναβάθμιση της Κίνας σε στρατηγικό εταίρο. Αυτό δεν είναι ανεξαρτησία. Είναι ρίσκο που μπορεί να μετατραπεί σε εξάρτηση.

Η πιο ρεαλιστική ανάγνωση είναι ότι η Βόρεια Αμερική και συνολικά η Δύση έχουν συμφέρον να κρατήσουν ενιαίο μέτωπο απέναντι σε έναν ανταγωνιστή που επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο: διάσπαση, ειδικές συμφωνίες, ξεχωριστές διαδρομές και αποδέσμευση των συμμάχων από την Ουάσιγκτον. Η Κίνα δεν λειτουργεί ως ουδέτερος παίκτης. Λειτουργεί ως δύναμη που θέλει να μετακινήσει την ισορροπία προς όφελός της, και για να το πετύχει αξιοποιεί οικονομικά εργαλεία, πολιτική επιρροή και πίεση.

Αν το δούμε ψύχραιμα, η «νέα τάξη» που ονειρεύεται η καναδική ηγεσία δεν είναι νέα. Είναι μια παλιά αυταπάτη: ότι μπορείς να κάνεις στρατηγικό συνεταίρο έναν ανταγωνιστή της Δύσης, χωρίς να πληρώσεις κόστος. Και η ιστορία δείχνει πως όταν έρθει ο λογαριασμός, συνήθως είναι βαρύς.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε