Το λιμάνι του Πειραιά, ιστορική πύλη της Ελλάδας προς τον κόσμο και στρατηγικός κόμβος της Ανατολικής Μεσογείου, έχει μετατραπεί σε πεδίο γεωοικονομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, με τις ΗΠΑ να επιχειρούν να ανακόψουν την κινεζική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω στοχευμένων επενδύσεων σε υποδομές, ενέργεια και ναυτιλία.
Οι συζητήσεις που διεξάγονται τις τελευταίες εβδομάδες στην Αθήνα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο αμερικανικών επενδύσεων ως αντιστάθμισμα στην κινεζική επιρροή, τόσο στον Πειραιά όσο και σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές της χώρας. Οι πρόσφατες κινήσεις της Ουάσιγκτον υποδηλώνουν μια σαφή πρόθεση να ενισχύσει την παρουσία της στην ελληνική οικονομία, με στόχο τον περιορισμό της κινεζικής επιρροής που έχει παγιωθεί μέσω της Cosco Shiping Ports.
H Cosco, κρατικός κινεζικός ναυτιλιακός κολοσσός, απέκτησε το 2016 το 51% του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), αυξάνοντας στη συνέχεια τη συμμετοχή της στο 67%. Η επένδυση αυτή μετέτρεψε τον Πειραιά σε βασικό πυλώνα της κινεζικής πρωτοβουλίας «Μια ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and road initiative – BRI).
Έτσι, ο Πειραιάς λειτουργεί πλέον ως κύρια είσοδος κινεζικών εμπορευμάτων στην ευρωπαϊκή αγορά, προσφέροντας στην Κίνα ένα στρατηγικό σημείο επιρροής στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, παρά τη θεαματική αύξηση της εμπορευματικής κίνησης, αρκετές από τις συμφωνημένες επενδύσεις της Cosco παραμένουν σε εκκρεμότητα, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στην ελληνική κυβέρνηση. Μετά από δύο πενταετείς παρατάσεις στα έργα που αφορούν την αναβάθμιση της προβλήτας Ι και τις επεκτάσεις του επιβατικού λιμένα, η Αθήνα φέρεται αποφασισμένη να ζητήσει πλήρη συμμόρφωση με τις συμβατικές δεσμεύσεις.
Η αμερικανική στρατηγική : Από την πίεση στην επένδυση
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον εντείνει τις κινήσεις της για να περιορίσει τη διείσδυση κινεζικών εταιρειών σε ευρωπαϊκές υποδομές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία, έχουν υιοθετήσει πιο επιθετική πολιτική έναντι της κινεζικής διείσδυσης στη Ευρώπη. Η Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται πλέον σε διπλωματικές προειδοποιήσεις ή εκκλήσεις για απεξάρτηση από την Κίνα. Επιχειρεί να αντικαταστήσει την επιρροή του Πεκίνου με κεφάλαια και παρουσία αμερικανικών κρατικών ή ιδιωτικών ομίλων.
Σενάρια που κυκλοφορούν στην Αθήνα αναφέρουν πως οι ΗΠΑ εξετάζουν την ανάπτυξη ανταγωνιστικών λιμενικών υποδομών εντός Αττικής, ως εναλλακτική λύση έναντι του Πειραιά, που ελέγχεται από τους Κινέζους.
Η Αμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα (DFC) έχει ήδη αναλάβει ενεργό ρόλο στην αναβίωση των Ναυπηγείων Ελευσίνας, ενώ έχει εκφράσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στο εμπορευματικό κέντρο του Θριασίου Πεδίου, ένα έργο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εναλλακτική πύλη μεταφορών και logistics στην Αττική. Παράλληλα η DFC έχει δείξει ενδιαφέρον και για την Great Sea Interconnector, το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου που θα ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ επεκτείνεται και στον ΑΔΜΗΕ, τον Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπου η κινεζική State Grid κατέχει το 24% των μετοχών. Από το 2027, όταν εκπνέει το δικαίωμα πρώτης άρνησης της State Grid σε νέες συμβάσεις, ενδέχεται να ανοίξει το πεδίο για μερική ή ολική αντικατάσταση του κινεζικού μεριδίου από δυτικά κεφάλαια.
Το θέμα αναμένεται να τεθεί στο τραπέζι κατά την 6η Σύνοδο για Διατλαντική Ενεργειακή Συνεργασία (P-TEC), όπου η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει να ευθυγραμμίσει τις ευρωπαϊκές πολιτικές με τη στρατηγική της για τον περιορισμό του κινεζικού αποτυπώματος στις κρίσιμες υποδομές.
Η Κίνα και το δίκτυο των λιμανιών της
Η Κίνα ελέγχει ή συμμετέχει σε περισσότερα από 100 λιμάνια σε 60 χώρες, μέσα από κρατικούς ομίλους όπως η Cosco Shipping Ports και η China Merchants Port. Από τον Πειραιά και το Αμβούργο έως τη Βαλένθια και το Ρόττερνταμ, οι κινεζικές εταιρείες έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο δίκτυο εμπορικών κόμβων που συνδέει την Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη.
Στην Αφρική, η China Merchant Port διαχειρίζεται το στρατηγικό λιμάνι του Τζιμπουτί, ενώ έχει ισχυρή παρουσία σε λιμένες της Νιγηρίας, του Καμερούν και της Κένυας, κεντρικά σημεία στην κινεζική στρατηγική των θαλάσσιων δρόμων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί με ανησυχία αυτή την επέκταση, καθώς τα κινεζικά συμφέροντα σε κρίσιμες υποδομές μπορεί να δημιουργήσουν εξάρτηση σε τομείς που άπτονται της ασφάλειας εφοδιασμού και της ενεργειακής αυτονομίας.
Για την Ουάσιγκτον, η εκτεταμένη κινεζική παρουσία ισοδυναμεί με γεωστρατηγικό προγεφύρωμα, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εμπορικούς, ενεργειακούς, αλλά και πολιτικούς σκοπούς.
Στην περίπτωση της Κίνας, η απόκτηση του ελέγχου λιμένων όπως του Πειραιά, λειτουργεί όχι μόνο εμπορικά, αλλά και στρατηγικά. Δημιουργεί δηλαδή ένα δίκτυο σημείων παρουσίας που επιτρέπει στο Πεκίνο να ελέγχει ή να επηρεάζει κρίσιμες θαλάσσιες οδούς, να προβάλει ισχύ μέσω οικονομίας και εφοδιασμού, και να εδραιώνει πολιτική επιρροή στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται κινεζικές κρατικές εταιρείες.
Ο Πειραιάς θεωρείται ένα τέτοιο γεωστρατηγικό προγεφύρωμα επειδή συνδέει την Ασία με την ευρωπαϊκή ενδοχώρα μέσω των θαλάσσιων και χερσαίων διαδρομών της Πρωτοβουλίας «Μια ζώνη, ένας δρόμος».
Από αυτό το σημείο, η Κίνα έχει άμεση επιχειρησιακή παρουσία σε μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, με δυνατότητα να επηρεάζει εμπορικές και ενεργειακές ροές σε όλη τη Μεσόγειο.
Ο Πειραιάς ως καθρέφτης του νέου Ψυχρού Πολέμου
Ο Πειραιάς αποτελεί σήμερα σύμβολο την νέας εποχής γεωοικονομικού ανταγωνισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να ανακόψουν τη διείσδυση της Κίνας όχι μόνο για εμπορικούς λόγους, αλλά και για να αποτρέψουν τη δημιουργία ενός κινεζικού ζωντανού διαδρόμου που συνδέει την Ανατολική Ασία με την καρδιά της Ευρώπης.
Για την Ελλάδα το διακύβευμα είναι διπλό: αφ’ ενός να προσελκύσει πραγματικές επενδύσεις που θα αναβαθμίσουν τις υποδομές και θα ενισχύσουν την οικονομία αφετέρου να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα σε δύο υπερδυνάμεις που επιδιώκουν να αυξήσουν την επιρροή τους στην περιοχή, μη θέλοντας να διαταραχθούν οι διπλωματικές ισορροπίες.
Ο Πειραιάς, ως το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα της Ευρώπης, βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεγάλων γεωπολιτικών εξελίξεων. Η εξέλιξη του λιμανιού του Πειραιά είναι αντανάκλαση των μεταβαλλόμενων παγκόσμιων ισορροπιών και όχι απλώς ένα οικονομικό ή εμπορικό ζήτημα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της αναμέτρησης δύο μοντέλων παγκοσμιοποίησης. Του κινεζικού, που βασίζεται σε κρατικά ελεγχόμενες επενδύσεις και γεωοικονομική επιρροή, και του αμερικανικού που επιδιώκει να συνδυάσει στρατηγική ασφάλεια με επιχειρηματική συνεργασία.
Η αναζήτηση αμερικανικών κεφαλαίων ως αντίβαρο στην κινεζική επιρροή μπορεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο για την ελληνική ναυτιλιακή οικονομία, αλλά και να δοκιμάσει τα όρια της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας ανάμεσα σε δύο υπερδυνάμεις που ανταγωνίζονται όχι απλώς για επενδύσεις, αλλά για τον έλεγχο των πυλών του παγκόσμιου εμπορίου.
Το πώς θα εξελιχθεί αυτή η ‘ναυμαχία’ των επενδύσεων θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του Πειραιά, αλλά και τη θέση της Ελλάδας στο νέο διεθνές τοπίο του 21ου αιώνα.








