Τετάρτη, 15 Ιούλ, 2026
(Christopher Furlong/Getty Images)

Άνεργοι υπάρχουν, τεχνίτες λείπουν: Η Ελλάδα ανάμεσα στο «digital», τον καφέ και την πραγματική οικονομία

Χιλιάδες άνθρωποι αναζητούν εργασία, ενώ επιχειρήσεις αδυνατούν να βρουν ηλεκτρολόγους, ψυκτικούς, μηχανικούς, τεχνικούς παραγωγής και χειριστές μηχανημάτων. Την ίδια ώρα, η κοινωνία κατευθύνει τους νέους προς έναν περιορισμένο κύκλο επαγγελμάτων γραφείου, ψηφιακών υπηρεσιών και εστίασης. Η νέα κρίση της εργασίας δεν είναι απλώς κρίση ανεργίας. Είναι κρίση δεξιοτήτων, επαγγελματικού προσανατολισμού και αξίας που αποδίδουμε σε κάθε μορφή εργασίας.

Στην Ελλάδα του 2026 συμβαίνουν ταυτόχρονα δύο φαινομενικά αντίθετα πράγματα. Αφ’ ενός υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι αφ’ ετέρου, την ίδια στιγμή, δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις εργασίας. Οι άνθρωποι αναζητούν δουλειά και οι επιχειρήσεις εργαζομένους, όμως οι δύο πλευρές δεν συναντιούνται.

Τον Μάιο του 2026, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, η ανεργία υποχώρησε στο 8,1%. Οι άνεργοι υπολογίστηκαν σε 383.740, ενώ οι απασχολούμενοι ξεπέρασαν τα 4,35 εκατομμύρια. Η βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης είναι μεγάλη: τον Μάιο του 2021 η ανεργία βρισκόταν ακόμη στο 15,8%. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα το ποσοστό φθάνει στο 16,8% στους νέους ηλικίας 15 έως 24 ετών, ενώ η ανεργία των γυναικών διαμορφώνεται στο 11,7%, έναντι 5% των ανδρών.

Παράλληλα, στο πρώτο τρίμηνο του 2026, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε 52.231 κενές θέσεις εργασίας που οι επιχειρήσεις επιδίωκαν να καλύψουν άμεσα, δηλαδή μέσα σε διάστημα έως τριών μηνών. Η έρευνα δεν περιλαμβάνει τον πρωτογενή τομέα και τις δραστηριότητες των νοικοκυριών, επομένως δεν αποτυπώνει το σύνολο των αναγκών της οικονομίας. Ο αριθμός αυτός ήταν σχεδόν αμετάβλητος από τις 52.070 κενές θέσεις του πρώτου τριμήνου του 2025, αλλά υπερτριπλάσιος από τις 16.603 που είχαν καταγραφεί στις αρχές του 2022.

Δεν σημαίνει βέβαια ότι οι 383.740 άνεργοι θα μπορούσαν απλώς να τοποθετηθούν στις 52.231 θέσεις και το πρόβλημα να λυθεί. Άλλοι ζουν σε διαφορετική περιοχή, άλλοι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη κατάρτιση, άλλοι δεν μπορούν να δεχθούν τις προσφερόμενες αποδοχές ή τις συνθήκες εργασίας και άλλοι έχουν εκπαιδευτεί για επαγγέλματα στα οποία η ζήτηση είναι περιορισμένη. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της αναντιστοιχίας: η χώρα διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό, αλλά όχι πάντοτε εκεί όπου το χρειάζεται και με τις δεξιότητες που ζητά η πραγματική οικονομία.

Η Ελλάδα των υπηρεσιών και του καφέ

Το επάγγελμα του μπαρίστα έχει μετατραπεί σε ένα είδος συμβόλου της σύγχρονης ελληνικής αγοράς εργασίας. Όχι επειδή είναι εύκολο ή ασήμαντο επάγγελμα. Απαιτεί ταχύτητα, συνέπεια, εξυπηρέτηση, αντοχή και συνήθως προσαρμογή σε δύσκολα ωράρια. Αλλά αποτελεί μία από τις πιο άμεσα προσβάσιμες εισόδους στην απασχόληση για έναν νέο άνθρωπο που δεν διαθέτει συγκεκριμένη ειδικότητα ή επαγγελματική εμπειρία.

Η δομή της απασχόλησης επιβεβαιώνει τον μεγάλο προσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας προς τις υπηρεσίες. Στο τρίτο τρίμηνο του 2025, οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, στα καταστήματα και στις πωλήσεις αποτελούσαν τη μεγαλύτερη επαγγελματική κατηγορία της χώρας, με 1.033.900 ανθρώπους ή 23,5% της συνολικής απασχόλησης. Αντίθετα, οι τεχνίτες και οι εργαζόμενοι συναφών τεχνικών επαγγελμάτων αντιστοιχούσαν σε 423.800 ανθρώπους ή 9,6%, ενώ οι τεχνικοί και οι βοηθοί επαγγελματιών σε 303.100 ή 6,9%.

Μόνο η εστίαση και τα καταλύματα απασχολούσαν στο ίδιο διάστημα περίπου 475.200 ανθρώπους, δηλαδή το 10,8% του συνόλου. Ολόκληρος ο κλάδος της πληροφορίας και της επικοινωνίας απασχολούσε 114.000, ποσοστό μόλις 2,6%. Η μεταποίηση έφθανε τους 423.100 εργαζομένους και οι κατασκευές τούς 204.800. Η απασχόληση στην εστίαση και στα καταλύματα είχε αυξηθεί κατά 5,3% μέσα σε έναν χρόνο, στις κατασκευές κατά 5,5% και στην πληροφορία και επικοινωνία κατά 14,1%.

Η εικόνα δεν δείχνει ότι η εστίαση «κλέβει» εργαζομένους από τα τεχνικά επαγγέλματα. Δείχνει όμως ότι η ελληνική οικονομία έχει δημιουργήσει έναν εξαιρετικά μεγάλο χώρο άμεσης και σχετικά εύκολης εισόδου στις υπηρεσίες. Ένας νέος μπορεί να βρει δουλειά σε ένα καφέ χωρίς να έχει προηγουμένως επενδύσει τρία ή τέσσερα χρόνια σε εκπαίδευση, μαθητεία, εργαλεία και πιστοποίηση. Για να γίνει όμως καλός ηλεκτρολόγος, ψυκτικός, μηχανικός αυτοκινήτων, τεχνικός ανελκυστήρων ή χειριστής ενός σύγχρονου βιομηχανικού μηχανήματος, χρειάζεται χρόνο, πρακτική άσκηση και συστηματική απόκτηση εμπειρίας.

Όταν η ανάγκη για εισόδημα είναι άμεση, η επιλογή της εστίασης είναι απολύτως λογική. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η προσωρινή δουλειά γίνεται μόνιμη επαγγελματική διαδρομή, όχι απαραίτητα από συνειδητή επιλογή, αλλά επειδή δεν προσφέρθηκε ποτέ μια σοβαρή εναλλακτική κατάρτισης.

Το «digital» ως ετικέτα

Στην άλλη πλευρά βρίσκεται η γοητεία των λεγόμενων ψηφιακών επαγγελμάτων. Digital marketing, social media management, δημιουργία περιεχομένου, ηλεκτρονικό εμπόριο, τεχνητή νοημοσύνη, ανάλυση δεδομένων και εργασία από απόσταση έχουν αποκτήσει ισχυρή παρουσία στη δημόσια συζήτηση και στην αγορά κατάρτισης.

Πολλά από αυτά αποτελούν πραγματικά επαγγέλματα με σημαντικές προοπτικές. Το λάθος είναι να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία και εύκολη κατηγορία, στην οποία αρκεί ένα ταχύρρυθμο σεμινάριο και ένας σύγχρονος τίτλος στο βιογραφικό. Άλλο η διαχείριση μιας σελίδας σε ένα κοινωνικό δίκτυο και άλλο η ανάπτυξη λογισμικού, η κυβερνοασφάλεια, η αρχιτεκτονική δικτύων, η ανάλυση μεγάλων δεδομένων ή η δημιουργία συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.

Η Ελλάδα, στην πραγματικότητα, δεν διαθέτει πολλούς ειδικούς της πληροφορικής. Το 2025, οι ειδικοί τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνιών αποτελούσαν μόλις το 2,5% της συνολικής απασχόλησης, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 5%, ενώ στη Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό έφθανε στο 8,9%, στο Λουξεμβούργο στο 8,7% και στη Φινλανδία στο 7,8%.

Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική. Μπορεί να αυξάνεται ο αριθμός ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως επαγγελματίες του «digital», αλλά οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να βρουν βαθιά τεχνική γνώση. Στην έρευνα έλλειψης ταλέντου της ManpowerGroup για το 2025, οι δεξιότητες πληροφορικής και δεδομένων ήταν οι δυσκολότερες να βρεθούν για το 28% των Ελλήνων εργοδοτών. Ακολουθούσαν οι πωλήσεις και το μάρκετινγκ με 22% και οι δεξιότητες μηχανικής, κατασκευής και παραγωγής με 19%.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι «έγιναν όλοι προγραμματιστές». Είναι ότι πολλοί κατευθύνονται προς μια γενική ιδέα ψηφιακής απασχόλησης, ενώ η αγορά ζητά συγκεκριμένη, μετρήσιμη και συχνά απαιτητική τεχνογνωσία. Οι επαγγελματικοί τίτλοι πολλαπλασιάζονται γρηγορότερα από τις πραγματικές δεξιότητες.

Η χώρα αναζητά τεχνίτες που δεν εκπαίδευσε

Για δεκαετίες, η κοινωνική επιτυχία στην Ελλάδα συνδέθηκε σχεδόν αποκλειστικά με την είσοδο στο πανεπιστήμιο και την εργασία σε γραφείο. Το παιδί που «έπαιρνε τα γράμματα» έπρεπε να ακολουθήσει ανώτατες σπουδές. Το παιδί που επέλεγε ένα τεχνικό επάγγελμα συχνά αντιμετωπιζόταν σαν να είχε αποτύχει στην κύρια εκπαιδευτική διαδρομή.

Η αντίληψη αυτή άφησε βαθύ αποτύπωμα. Στην αναλυτική περιγραφή του ελληνικού συστήματος από το Cedefop, το 70% των μαθητών στο ανώτερο δευτεροβάθμιο επίπεδο κατευθυνόταν στη γενική εκπαίδευση και μόλις το 30% στην επαγγελματική. Ο ευρωπαϊκός οργανισμός σημείωνε επίσης ότι η ελληνική εκπαιδευτική κουλτούρα ευνοεί παραδοσιακά τη γενική εκπαίδευση.

Το πανεπιστήμιο ασφαλώς δεν είναι το πρόβλημα ούτε πρέπει να αντιπαρατεθεί τεχνητά με την τεχνική εκπαίδευση. Η Ελλάδα χρειάζεται γιατρούς, μηχανικούς, εκπαιδευτικούς, επιστήμονες, προγραμματιστές και ερευνητές. Το πρόβλημα είναι ότι για χρόνια παρουσίασε μία μόνο εκπαιδευτική διαδρομή ως κοινωνικά επιθυμητή και όλες τις υπόλοιπες ως λύσεις ανάγκης.

Έτσι δημιουργήθηκε ένα κενό διαδοχής. Οι παλαιότεροι ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, ξυλουργοί, τορναδόροι, συγκολλητές, μηχανικοί, τεχνικοί εγκαταστάσεων και χειριστές μηχανημάτων μεγαλώνουν και αποχωρούν, χωρίς να υπάρχει πάντοτε επαρκής αριθμός νεότερων για να τους αντικαταστήσει. Μαζί τους κινδυνεύει να χαθεί και ένα είδος γνώσης που δεν μεταφέρεται μόνο μέσα από βιβλία, αλλά αποκτάται με χρόνια εργασίας δίπλα σε έμπειρους επαγγελματίες.

Οι προβλέψεις του Cedefop έως το 2035 δείχνουν ακριβώς τη σημασία αυτής της αντικατάστασης. Η απασχόληση στις κατασκευές προβλέπεται να αυξάνεται κατά περίπου 1,1% ετησίως και στη μεταποίηση κατά 0,5%. Επιμέρους κλάδοι, όπως τα μηχανήματα, τα μεταλλικά προϊόντα και ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, αναμένεται να παρουσιάσουν ισχυρότερη ανάπτυξη.

Δεν θα αναπτυχθούν όλα τα παραδοσιακά τεχνικά επαγγέλματα. Η αυτοματοποίηση θα περιορίσει ορισμένες ειδικότητες, ιδιαίτερα σε τμήματα της οικοδομής και της βιομηχανίας. Παρ’ όλα αυτά, το Cedefop προβλέπει σημαντικό αριθμό ανοιγμάτων για ηλεκτρολόγους και τεχνίτες ηλεκτρονικού εξοπλισμού, κυρίως επειδή θα πρέπει να αντικατασταθούν όσοι συνταξιοδοτούνται ή αλλάζουν επάγγελμα. Το ίδιο ισχύει για πολλές θέσεις χειριστών, συναρμολογητών και εργαζομένων παραγωγής.

Αυτό είναι κρίσιμο: μια επαγγελματική κατηγορία μπορεί να μην αυξάνει θεαματικά τον συνολικό αριθμό εργαζομένων της και παρ’ όλα αυτά να προσφέρει χιλιάδες ευκαιρίες εργασίας, επειδή η παλαιότερη γενιά αποχωρεί. Η αγορά δεν χρειάζεται μόνο καινούργιες θέσεις. Χρειάζεται ανθρώπους για να διατηρήσει σε λειτουργία τις ήδη υπάρχουσες.

Η χειρωνακτική δεξιότητα δεν είναι «χαμηλή δεξιότητα»

Ένα από τα μεγαλύτερα γλωσσικά και κοινωνικά λάθη είναι η ταύτιση της χειρωνακτικής εργασίας με την ανειδίκευτη εργασία. Ένας σύγχρονος τεχνικός δεν εργάζεται απλώς με τα χέρια. Διαβάζει σχέδια, χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά διαγνωστικά συστήματα, χειρίζεται λογισμικό, κατανοεί κανονισμούς ασφαλείας, υπολογίζει φορτία, εντοπίζει βλάβες και καλείται να παίρνει αποφάσεις σε πραγματικές συνθήκες.

Ο τεχνικός αυτοκινήτων έρχεται πλέον αντιμέτωπος με ηλεκτρονικά δίκτυα, συστήματα υποβοήθησης οδηγού, υβριδικά και ηλεκτρικά συστήματα υψηλής τάσης. Ο ηλεκτρολόγος πρέπει να γνωρίζει φωτοβολταϊκά, φορτιστές οχημάτων, αυτοματισμούς και έξυπνα κτίρια. Ο ψυκτικός καλείται να εργάζεται με νέους κανονισμούς, διαφορετικά ψυκτικά μέσα και πολύπλοκα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης. Η τεχνική εργασία δεν εξαφανίζεται εξαιτίας της τεχνολογίας· μετασχηματίζεται και γίνεται περισσότερο απαιτητική.

Σύμφωνα με το Cedefop, αναμένεται το 58% των συνολικών ανοιγμάτων θέσεων εργασίας στην Ελλάδα έως το 2035 να απαιτεί προσόντα μεσαίου επιπέδου, ποσοστό περίπου 18 μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το υπόλοιπο 42% θα απαιτεί υψηλού επιπέδου προσόντα. Ο οργανισμός προβλέπει ότι η προσφορά εργαζομένων με χαμηλά και μεσαία προσόντα θα βρίσκεται κάτω από τη ζήτηση, ενώ η προσφορά εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης θα καλύπτει σε γενικές γραμμές τις ανάγκες.

Με άλλα λόγια, η αγορά του μέλλοντος δεν θα αποτελείται μόνο από επιστήμονες και ανειδίκευτους εργαζομένους. Το μεγαλύτερο τμήμα των ευκαιριών θα βρίσκεται στη μέση: σε ανθρώπους με συγκεκριμένη τεχνική εκπαίδευση, πιστοποίηση και πραγματική επαγγελματική ικανότητα.

Δεν φταίνε μόνο οι νέοι

Είναι εύκολο να ειπωθεί ότι «οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν» ή ότι «όλοι θέλουν ένα λάπτοπ και έναν καφέ στο χέρι». Αυτή η εξήγηση είναι βολική, αλλά ανεπαρκής.

Ένα τεχνικό επάγγελμα απαιτεί χρόνια μέχρι να αποκτήσει κάποιος αυτονομία. Συχνά ξεκινά με χαμηλή αμοιβή, δύσκολες συνθήκες, σωματική καταπόνηση και ευθύνη. Σε ορισμένους χώρους εξακολουθούν να υπάρχουν αδήλωτη εργασία, ελλιπή μέτρα ασφαλείας, αυθαίρετα ωράρια και εργοδότες που ζητούν έτοιμο, έμπειρο τεχνίτη χωρίς να θέλουν να επενδύσουν στην εκπαίδευσή του.

Η ευθύνη, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο εκπαιδευτικό σύστημα ή στις οικογένειες. Βρίσκεται και στις επιχειρήσεις. Στην έρευνα της ManpowerGroup, το 80% των Ελλήνων εργοδοτών δήλωσε ότι δυσκολεύεται να καλύψει θέσεις εργασίας. Το ποσοστό έφθανε στο 84% στις μικρές επιχειρήσεις, στο 80% στη βιομηχανία και στις κατασκευές και στο 86% στην ενέργεια και στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Ωστόσο, μόλις το 19% των εργοδοτών ανέφερε την αύξηση των αποδοχών ως βασική στρατηγική αντιμετώπισης της έλλειψης προσωπικού. Περισσότεροι έδιναν έμφαση στην επανεκπαίδευση του υπάρχοντος δυναμικού ή στην προσέλκυση εργαζομένων με ευέλικτες και εποχικές σχέσεις. (sev.org.gr)

Η έλλειψη προσωπικού δεν είναι πάντοτε έλλειψη ανθρώπων. Μερικές φορές είναι έλλειψη ανθρώπων με τις απαιτούμενες δεξιότητες. Άλλες φορές είναι έλλειψη ανθρώπων διατεθειμένων να δεχθούν τους συγκεκριμένους όρους εργασίας. Τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται.

Από το κυνήγι του τίτλου στην απόκτηση πραγματικής δεξιότητας

Η χώρα χρειάζεται καλούς προγραμματιστές, αλλά όχι στρατιές ανθρώπων που έχουν απλώς παρακολουθήσει ένα σύντομο σεμινάριο «digital». Χρειάζεται επαγγελματίες του μάρκετινγκ, αλλά όχι την ψευδαίσθηση ότι κάθε χρήστης κοινωνικών δικτύων είναι αυτομάτως ειδικός επικοινωνίας. Χρειάζεται εργαζομένους στην εστίαση, αλλά δεν μπορεί να στηρίξει ολόκληρη την επαγγελματική ένταξη των νέων στον καφέ, στον τουρισμό και στην εποχική απασχόληση.

Χρειάζεται παράλληλα ηλεκτρολόγους, ψυκτικούς, υδραυλικούς, τεχνικούς βιομηχανίας, μηχανικούς οχημάτων, τεχνικούς δικτύων, χειριστές μηχανημάτων και τεχνίτες νέων ενεργειακών συστημάτων. Και για να τους αποκτήσει, πρέπει να προσφέρει σύγχρονα εργαστήρια, αμειβόμενη μαθητεία, αναγνωρισμένες πιστοποιήσεις, πραγματική σύνδεση σχολών και επιχειρήσεων και καθαρή προοπτική επαγγελματικής εξέλιξης.

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Εργασίας κατέγραψε το 2025 συνολικά 2.617 περιπτώσεις ελλείψεων επαγγελμάτων στις χώρες του δικτύου EURES. Οι ελλείψεις ήταν ιδιαίτερα συχνές στα επιστημονικά επαγγέλματα, στους τεχνίτες και στους χειριστές μηχανημάτων, περιλαμβάνοντας πολλές θέσεις μεσαίου επιπέδου ειδίκευσης. Η ίδια έκθεση συνδέει το πρόβλημα όχι μόνο με την εκπαίδευση, αλλά και με τη γήρανση του πληθυσμού, την ποιότητα των θέσεων εργασίας και την περιορισμένη κινητικότητα των εργαζομένων.

Η μεγάλη πρόκληση δεν είναι απλώς να βρεθεί μια οποιαδήποτε δουλειά για κάθε άνεργο. Είναι να αποκτήσει κάθε άνθρωπος μια δεξιότητα που να έχει πραγματική αξία, να μπορεί να εξελίσσεται και να του επιτρέπει να ζει με αξιοπρέπεια.

Η νέα κρίση είναι κρίση προσανατολισμού

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον μόνο μπροστά στο παλιό πρόβλημα της ανεργίας. Βρίσκεται μπροστά σε μια βαθύτερη κρίση επαγγελματικού προσανατολισμού.

Για χρόνια υποτίμησε τη μαθητεία και τον τεχνίτη. Ταύτισε την πρόοδο με το το πτυχίο, το γραφείο, και, πιο πρόσφατα, με την οθόνη. Παράλληλα, δημιούργησε μια οικονομία στην οποία η πιο άμεση διαθέσιμη δουλειά για πολλούς νέους βρίσκεται πίσω από έναν πάγκο καφέ ή σε μια εποχική τουριστική επιχείρηση.

Τώρα ανακαλύπτει ότι τα σπίτια πρέπει να συντηρηθούν, τα αυτοκίνητα να επισκευαστούν, τα φωτοβολταϊκά να εγκατασταθούν, τα εργοστάσια να λειτουργήσουν, τα μηχανήματα να ρυθμιστούν και τα δίκτυα να παραμείνουν ενεργά. Καμία εφαρμογή και κανένα κοινωνικό δίκτυο δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον άνθρωπο που γνωρίζει να κατασκευάζει, να επισκευάζει και να επαναφέρει ένα πραγματικό σύστημα σε λειτουργία.

Άνεργοι εξακολουθούν να υπάρχουν. Υπάρχουν όμως και δουλειές που μένουν χωρίς ανθρώπους. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα που επί δεκαετίες έμαθε στους νέους να κυνηγούν τίτλους αντί για δεξιότητες.

Η επόμενη μεγάλη διαφορά στην αγορά εργασίας δεν θα είναι απλώς ανάμεσα στον πτυχιούχο και στον μη πτυχιούχο. Θα είναι ανάμεσα σε εκείνον που διαθέτει πραγματική, πιστοποιημένη και δυσεύρετη γνώση και σε εκείνον που επένδυσε σε μια επαγγελματική ετικέτα επειδή κάποτε φαινόταν μοντέρνα.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε