Η τιμή που αναγράφεται στην αντλία δεν αρκεί από μόνη της για να δείξει πόσο ακριβό είναι πραγματικά ένα καύσιμο. Το ίδιο ποσό μπορεί να αποτελεί μια σχετικά διαχειρίσιμη δαπάνη για έναν εργαζόμενο με υψηλές αποδοχές αλλά να επιβαρύνει υπέρμετρα ένα νοικοκυριό με χαμηλότερο εισόδημα.
Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυσμενή θέση. Η βενζίνη πωλείται ακριβότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι ελληνικοί μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην ΕΕ. Απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη: ο Έλληνας πληρώνει περισσότερο από το διπλάσιο ποσό για κάθε λίτρο βενζίνης, ενώ ο μέσος Αμερικανός εργαζόμενος διαθέτει πολύ υψηλότερο εισόδημα.
Για να υπάρχει κοινή βάση σύγκρισης, οι τιμές των καυσίμων που ακολουθούν αναφέρονται στην εβδομάδα της 6ης Ιουλίου 2026. Οι αμερικανικές τιμές, οι οποίες δημοσιεύονται σε δολάρια ανά αμερικανικό γαλόνι, μετατράπηκαν σε ευρώ ανά λίτρο με βάση την ισοτιμία αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 10ης Ιουλίου, όταν ένα ευρώ αντιστοιχούσε σε 1,1430 δολάρια.
Η Ελλάδα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο πετρελαιοειδών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων στην Ελλάδα διαμορφωνόταν στα 1,95 ευρώ ανά λίτρο. Ο σταθμισμένος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν περίπου 1,811 ευρώ. Η ελληνική τιμή ήταν επομένως υψηλότερη κατά σχεδόν 14 λεπτά το λίτρο ή κατά περίπου 7,7%.
Η Ελλάδα δεν είχε την ακριβότερη βενζίνη στην Ευρώπη, βρισκόταν όμως σαφώς στο ακριβό τμήμα της ευρωπαϊκής αγοράς. Στη Σουηδία η μέση τιμή ήταν περίπου 1,33 ευρώ το λίτρο, στη Μάλτα 1,34 ευρώ, στην Ισπανία 1,52 ευρώ και στην Πολωνία 1,58 ευρώ. Στην Ιταλία η βενζίνη κόστιζε περίπου 1,81 ευρώ και στη Γαλλία 1,92 ευρώ. Ακριβότερες από την Ελλάδα ήταν, μεταξύ άλλων, η Γερμανία με περίπου 2,06 ευρώ, η Ολλανδία με 2,20 ευρώ και η Δανία με 2,33 ευρώ το λίτρο.
Η διαφορά γίνεται περισσότερο αντιληπτή στο γέμισμα ενός συνηθισμένου ρεζερβουάρ. Πενήντα λίτρα αμόλυβδης κόστιζαν στην Ελλάδα περίπου 97,50 ευρώ. Με τη μέση τιμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ίδια ποσότητα κόστιζε περίπου 90,56 ευρώ. Ο Έλληνας οδηγός πλήρωνε δηλαδή σχεδόν επτά ευρώ περισσότερα σε κάθε γέμισμα των 50 λίτρων.
Το επιπλέον αυτό κόστος δεν είναι αμελητέο για έναν εργαζόμενο που χρησιμοποιεί καθημερινά το αυτοκίνητο. Σε τέσσερα γεμίσματα, η διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο πλησιάζει τα 28 ευρώ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή η υψηλότερη τιμή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχα υψηλότερο εισόδημα. Συμβαίνει το αντίθετο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η βενζίνη κοστίζει λιγότερο από το μισό
Την ίδια εβδομάδα, η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν 3,777 δολάρια ανά αμερικανικό γαλόνι. Καθώς ένα αμερικανικό γαλόνι αντιστοιχεί σε ~3,785 λίτρα, η τιμή αυτή ισοδυναμούσε με περίπου 0,998 δολάρια ανά λίτρο. Με την ισοτιμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το ποσό μετατρέπεται σε ~0,87 ευρώ ανά λίτρο.
Η ελληνική βενζίνη ήταν συνεπώς ~2,23 φορές ακριβότερη από την αμερικανική. Σε ποσοστιαία βάση, η τιμή στην Ελλάδα ήταν κατά ~123% υψηλότερη.
Ένα γέμισμα 50 λίτρων που κόστιζε 97,50 ευρώ στην Ελλάδα αντιστοιχούσε σε ~43,65 ευρώ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαφορά ξεπερνούσε τα 53 ευρώ σε ένα μόνο ρεζερβουάρ. Ένας Αμερικανός οδηγός μπορούσε να αγοράσει περισσότερα από 111 λίτρα με τα χρήματα που χρειαζόταν ένας Έλληνας για να αγοράσει 50 λίτρα.
Η σύγκριση δεν είναι τεχνικά απόλυτη, επειδή η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν διαφορετικά συστήματα μέτρησης των οκτανίων. Η ευρωπαϊκή αμόλυβδη 95 RON δεν ταυτίζεται ακριβώς με την αμερικανική regular. Πρόκειται, ωστόσο, για τα βασικά καύσιμα μαζικής κατανάλωσης στις δύο αγορές και η διαφορά των τιμών είναι τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί στις διαφορετικές προδιαγραφές.
Στο πετρέλαιο κίνησης η εικόνα είναι ελαφρώς διαφορετική, αλλά η απόσταση από τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει μεγάλη. Η ελληνική μέση τιμή ήταν περίπου 1,753 ευρώ το λίτρο, πολύ κοντά και ελαφρώς χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ των 1,765 ευρώ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή των 4,578 δολαρίων/γαλόνι αντιστοιχούσε σε ~1,06 ευρώ ανά λίτρο. Το ελληνικό ντίζελ ήταν επομένως ~66% ακριβότερο.
Η αγοραστική δύναμη αλλάζει ολόκληρη την εικόνα
Η απλή αντιπαραβολή των τιμών στην αντλία δείχνει ότι η Ελλάδα είναι ακριβότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και πολύ ακριβότερη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πραγματική επιβάρυνση, όμως, φαίνεται όταν εξεταστεί πόσο μέρος του μισθού απαιτείται για την αγορά της ίδιας ποσότητας καυσίμου.
Για τη σύγκριση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο δείκτης της Eurostat για τον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης, προσαρμοσμένο ώστε οι αποδοχές των εργαζομένων μερικής απασχόλησης να εκφράζονται σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης. Το 2024, ο μέσος ετήσιος μισθός στην ΕΕ ήταν 39.800 ευρώ. Στην Ελλάδα ήταν μόλις 18.000 ευρώ, ο δεύτερος χαμηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Βουλγαρία.
Αν τα ποσά αυτά μετατραπούν σε μηνιαία βάση, προκύπτουν περίπου 3.317 ευρώ για τον μέσο Ευρωπαίο εργαζόμενο και 1.500 ευρώ για τον αντίστοιχο εργαζόμενο στην Ελλάδα. Με τη σημερινή μέση τιμή της βενζίνης, ο ευρωπαϊκός μισθός αντιστοιχεί θεωρητικά σε περίπου 1.831 λίτρα βενζίνης. Ο ελληνικός μισθός αντιστοιχεί σε μόλις 769 λίτρα.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ένας εργαζόμενος δαπανά ολόκληρο τον μισθό του σε καύσιμα. Ο υπολογισμός χρησιμοποιείται ως δείκτης οικονομικής προσιτότητας. Δείχνει ότι, με βάση την ίδια ευρωπαϊκή μισθολογική μέτρηση, ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα μπορεί να αγοράσει περίπου 58% λιγότερη βενζίνη από τον μέσο εργαζόμενο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αγορά 100 λίτρων αμόλυβδης απαιτεί περίπου 195 ευρώ στην Ελλάδα. Το ποσό αντιστοιχεί στο 13% του μέσου μηνιαίου ελληνικού μισθού που καταγράφει η Eurostat. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα 100 λίτρα κοστίζουν περίπου 181 ευρώ και αντιστοιχούν στο 5,5% του μέσου μηνιαίου μισθού. Η σχετική επιβάρυνση του Έλληνα εργαζομένου είναι επομένως υπερδιπλάσια.
Για την απευθείας σύγκριση Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών είναι προτιμότερο να χρησιμοποιηθεί κοινή μεθοδολογία. Η έκθεση «Taxing Wages 2026» του ΟΟΣΑ εκτιμά τις μέσες μικτές ετήσιες αποδοχές ενός εργαζομένου στην Ελλάδα το 2025 στα 26.563 ευρώ. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αντίστοιχη εκτίμηση είναι 73.520 δολάρια.
Με την ισοτιμία του Ιουλίου, ο αμερικανικός ετήσιος μισθός αντιστοιχεί σε περίπου 64.300 ευρώ ή 5.360 ευρώ τον μήνα. Ο ελληνικός μισθός του ΟΟΣΑ αντιστοιχεί σε περίπου 2.214 ευρώ τον μήνα. Με αυτές τις αποδοχές και τις τρέχουσες τιμές καυσίμων, ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος μπορεί θεωρητικά να αγοράσει περίπου 1.135 λίτρα βενζίνης με έναν μικτό μηνιαίο μισθό. Ο μέσος Αμερικανός μπορεί να αγοράσει περίπου 6.140 λίτρα.
Η αμερικανική αγοραστική δυνατότητα σε βενζίνη είναι, με βάση αυτή τη μέτρηση, περίπου 5,4 φορές μεγαλύτερη. Για την αγορά 100 λίτρων, ο Έλληνας χρειάζεται το 8,8% του μέσου μικτού μηνιαίου μισθού του, ενώ ο Αμερικανός χρειάζεται περίπου το 1,6%.
Τα 18.000 ευρώ της Eurostat για την Ελλάδα και τα 26.563 ευρώ του ΟΟΣΑ δεν πρέπει να συγχέονται ή να συνδυάζονται στον ίδιο υπολογισμό. Οι δύο οργανισμοί χρησιμοποιούν διαφορετικές πηγές, προσαρμογές και ορισμούς του μέσου εργαζομένου. Γι’ αυτό η σύγκριση Ελλάδας και ΕΕ έγινε αποκλειστικά με τα στοιχεία της Eurostat, ενώ η σύγκριση Ελλάδας και ΗΠΑ έγινε με τα αντίστοιχα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, το αποτέλεσμα οδηγεί στην ίδια κατεύθυνση: η βενζίνη επιβαρύνει δυσανάλογα περισσότερο τον εργαζόμενο στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ διευκρινίζει ότι οι μέσοι μισθοί δεν αποτελούν μέτρηση του διάμεσου εισοδήματος ούτε του τελικού διαθέσιμου εισοδήματος μετά τους φόρους.
Το βάρος των φόρων και το υψηλό κόστος πριν από τη φορολογία
Η φορολογία αποτελεί σημαντικό τμήμα της τελικής τιμής των καυσίμων, αλλά τα στοιχεία της συγκεκριμένης εβδομάδας αποκαλύπτουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Η τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα πριν από φόρους και δασμούς ήταν περίπου 1,067 ευρώ το λίτρο. Η τελική τιμή ήταν 1,95 ευρώ, επομένως οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις αντιστοιχούσαν σε περίπου 0,883 ευρώ ανά λίτρο ή στο 45% της τελικής τιμής.
Στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τιμή πριν από τη φορολογία ήταν περίπου 0,923 ευρώ και η τελική τιμή 1,811 ευρώ. Το φορολογικό τμήμα ανερχόταν επομένως σε περίπου 0,888 ευρώ το λίτρο, σχεδόν όσο και στην Ελλάδα.
Το εύρημα αυτό έχει σημασία. Η διαφορά των ~14 λεπτών ανάμεσα στην Ελλάδα και στον μέσο όρο της ΕΕ δεν προερχόταν τη συγκεκριμένη εβδομάδα από μεγαλύτερη απόλυτη φορολογική επιβάρυνση. Προερχόταν σχεδόν ολόκληρη από την υψηλότερη τιμή πριν από τους φόρους. Η προ φόρων τιμή στην Ελλάδα ήταν ~14,4 λεπτά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το συνολικό ποσό των φόρων ανά λίτρο ήταν ελαφρώς χαμηλότερο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η φορολογία είναι μικρή ή αδιάφορη. Σχεδόν 88 λεπτά από κάθε λίτρο βενζίνης στην Ελλάδα κατευθύνονται σε φόρους και επιβαρύνσεις. Σημαίνει, όμως, ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στον ειδικό φόρο κατανάλωσης και στον ΦΠΑ. Χρειάζεται να εξεταστεί και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται η προ φόρων τιμή, από την εισαγωγή και τη διύλιση έως τη χονδρική διάθεση και το πρατήριο.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στη σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική αγορά διαθέτει διαφορετική ενεργειακή δομή, πολύ μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή πετρελαίου, διαφορετικό φορολογικό σύστημα και πολύ χαμηλότερες επιβαρύνσεις στα καύσιμα. Η διαφορά, επομένως, δεν αποτελεί αποτέλεσμα ενός και μόνο παράγοντα. Το τελικό αποτέλεσμα για τον καταναλωτή, ωστόσο, παραμένει σαφές: ο Αμερικανός πληρώνει πολύ λιγότερο ανά λίτρο και ταυτόχρονα διαθέτει πολύ υψηλότερο μέσο μισθό.
Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή στην αντλία
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην πρώτη θέση της Ευρώπης ως προς την ονομαστική τιμή της βενζίνης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η επιβάρυνση είναι μικρότερη. Μια χώρα μπορεί να έχει βενζίνη πάνω από δύο ευρώ το λίτρο, αλλά να διαθέτει μισθούς τριπλάσιους από τους ελληνικούς. Για τον πολίτη, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει το λίτρο, αλλά πόση εργασία απαιτείται για να αγοραστεί.
Στην Ελλάδα, το αυτοκίνητο δεν είναι πάντοτε πολυτέλεια. Για εργαζομένους που κατοικούν εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, για οικογένειες, επαγγελματίες, αγρότες και ανθρώπους που μετακινούνται καθημερινά σε περιοχές με περιορισμένες δημόσιες συγκοινωνίες, αποτελεί συχνά βασικό εργαλείο της καθημερινότητας. Η ακριβή βενζίνη μετατρέπεται έτσι σε έμμεση επιβάρυνση της εργασίας, της παραγωγής και της οικογενειακής ζωής.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι απλώς πως η βενζίνη κοστίζει 1,95 ευρώ. Είναι ότι κοστίζει 1,95 ευρώ σε μια χώρα όπου ο μέσος μισθός βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο Έλληνας πληρώνει τιμές ανεπτυγμένης και ακριβής ευρωπαϊκής οικονομίας, χωρίς να διαθέτει την αντίστοιχη εισοδηματική ισχύ.
Γι’ αυτό και οποιαδήποτε πολιτική για τα καύσιμα δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια απλή σύγκριση λεπτών ανά λίτρο. Χρειάζεται να εξετάζει ταυτόχρονα τη φορολογία, την προ φόρων διαμόρφωση της τιμής, τον ανταγωνισμό στην αγορά, το κόστος διανομής και κυρίως τη σχέση της τελικής τιμής με το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν η Ελλάδα έχει την ακριβότερη βενζίνη της Ευρώπης. Είναι πόσο ακριβή είναι η βενζίνη για τον άνθρωπο που καλείται να την πληρώσει. Και σε αυτή τη σύγκριση, ο Έλληνας εργαζόμενος βρίσκεται σε σαφώς δυσμενέστερη θέση τόσο από τον μέσο Ευρωπαίο όσο και, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, από τον μέσο Αμερικανό.








