Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 9 Ιουλίου την επίσημη θέση του για το ψηφιακό ευρώ, ανοίγοντας τον δρόμο για τις τελικές διαπραγματεύσεις με τα κράτη-μέλη σχετικά με τον κανονισμό που θα διέπει το νέο ψηφιακό νόμισμα.
Η πρόταση εγκρίθηκε με 416 ψήφους υπέρ, 169 κατά και 22 αποχές. Η ψηφοφορία δεν συνεπάγεται την οριστική θέσπιση ή έκδοση του ψηφιακού ευρώ, αλλά εξουσιοδοτεί την αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου να διαπραγματευθεί το τελικό κείμενο του κανονισμού με το Συμβούλιο της ΕΕ, του οποίου την εκ περιτροπής προεδρία ασκεί η Ιρλανδία κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Η κοινοβουλευτική θέση στηρίζει τη δημιουργία του ψηφιακού νομίσματος κεντρικής τράπεζας (CBDC), επιδιώκοντας παράλληλα να διασφαλίσει ότι θα αποτελεί ασφαλές, ιδιωτικό και δωρεάν μέσο πληρωμών, το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιείται τόσο σε ηλεκτρονικές όσο και σε εκτός σύνδεσης συναλλαγές.
Παράλληλα, προβλέπει ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις θα υποχρεούνται να το αποδέχονται, ότι θα θεσπιστεί ανώτατο όριο στο ποσό ψηφιακών ευρώ που θα μπορεί να κατέχει κάθε πολίτης και ότι βασικές υπηρεσίες — όπως το άνοιγμα λογαριασμού, η κατοχή και διαχείριση κεφαλαίων και η πρόσβαση σε τουλάχιστον ένα μέσο πληρωμής — θα παρέχονται χωρίς χρέωση.
Τα επόμενα βήματα
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιδιώκει επίσης να επιτραπεί σε τράπεζες και παρόχους υπηρεσιών πληρωμών από κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη να διανέμουν το ψηφιακό ευρώ, ενώ παράλληλα οι χώρες της ευρωζώνης θα υποχρεούνται να διατηρούν την πρόσβαση των πολιτών στα μετρητά.
Σύμφωνα με την πρόταση, οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούν να αρνούνται την αποδοχή μετρητών, ενώ τα κράτη-μέλη θα υποχρεούνται να παρακολουθούν συστηματικά τη διαθεσιμότητά τους, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, χαιρέτισε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ στις 9 Ιουλίου.
Σε συνοδευτικό βιντεοσκοπημένο μήνυμα εξήγησε ότι το επόμενο στάδιο της διαδικασίας θα είναι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ώστε να συμφωνηθεί η τελική μορφή του κανονισμού που θα ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση.
Ανέφερε ότι μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της λεγόμενης τριμερούς διαπραγμάτευσης, η ΕΚΤ θα συνεχίσει τις τεχνικές εργασίες, τις δοκιμές και τα πιλοτικά προγράμματα που απαιτούνται για την ενδεχόμενη κυκλοφορία του ψηφιακού ευρώ. Διευκρίνισε ακόμη ότι το νέο ψηφιακό νόμισμα θα τεθεί σε κυκλοφορία μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι είναι τεχνικά αξιόπιστο και ασφαλές, ενώ τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν συμπληρωματικά.
Η ΕΚΤ έχει ήδη ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική φάση του έργου και συνεχίζει την τεχνική ανάπτυξή του παράλληλα με τη νομοθετική διαδικασία. Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και την έγκριση του κανονισμού, η τελική απόφαση για το αν και πότε θα εκδοθεί το ψηφιακό ευρώ θα ληφθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Με βάση τον σημερινό σχεδιασμό της κεντρικής τράπεζας, πιλοτικές συναλλαγές θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από τα μέσα του 2027, ενώ το Ευρωσύστημα θα είναι έτοιμο για ενδεχόμενη πρώτη έκδοση του ψηφιακού ευρώ το 2029, εφόσον ολοκληρωθεί εγκαίρως η νομοθετική διαδικασία.
Η ψηφοφορία της ολομέλειας πραγματοποιήθηκε λίγο περισσότερο από δύο εβδομάδες μετά την έγκριση της σχετικής πρότασης από την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τότε, η επιτροπή είχε εγκρίνει το σχέδιο με 43 ψήφους υπέρ, 14 κατά και μία αποχή, εκτιμώντας ότι το ψηφιακό ευρώ θα περιορίσει την υπερβολική εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από μη ευρωπαϊκούς παρόχους πληρωμών, θα εξελιχθεί σε πανευρωπαϊκό μέσο συναλλαγών και θα οδηγήσει το ενιαίο νόμισμα στην ψηφιακή εποχή, προσφέροντας στους πολίτες τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους χρήμα που εκδίδεται απευθείας από την κεντρική τράπεζα.
Πώς θα λειτουργεί
Το ψηφιακό ευρώ σχεδιάζεται ως ψηφιακή μορφή δημόσιου χρήματος με την εγγύηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία θα συμπληρώνει — και δεν θα αντικαθιστά — τα μετρητά.
Οι πολίτες θα έχουν πρόσβαση σε αυτό μέσω τραπεζών και αδειοδοτημένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, όπως εταιρείες χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, χρησιμοποιώντας εφαρμογή ή άλλη υπηρεσία πληρωμών που θα τους επιτρέπει να πραγματοποιούν τόσο ηλεκτρονικές όσο και δια ζώσης συναλλαγές, ακόμη και χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο.
Το ψηφιακό πορτοφόλι θα έχει ανώτατο επιτρεπόμενο υπόλοιπο, το οποίο δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Στόχος του περιορισμού είναι το ψηφιακό ευρώ να χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο πληρωμών και όχι ως υποκατάστατο των τραπεζικών καταθέσεων.
Κατά την εξέταση του σχεδίου στην αρμόδια επιτροπή, ο Ζίγκμπερτ Φρανκ Ντρόεζε, μέλος της πολιτικής ομάδας «Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών», είχε αναφέρει ότι η πολιτική του ομάδα καταψήφισε την πρόταση, χωρίς ωστόσο να αποτρέψει την έγκρισή της.
Οι ανησυχίες των τραπεζών
Η πρόοδος της νομοθετικής διαδικασίας έρχεται έπειτα από τρία χρόνια διαβουλεύσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του τραπεζικού κλάδου, ο οποίος έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τις πιθανές επιπτώσεις του ψηφιακού ευρώ στις καταθέσεις, τα έσοδα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Μελέτη της PwC, που εκπονήθηκε το 2025 για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνεταιριστικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Ομάδας Ταμιευτηρίων και Τραπεζών Λιανικής, εκτίμησε ότι το συνολικό κόστος εφαρμογής για τον τραπεζικό κλάδο θα ανέλθει σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του συστήματος.
Οι σημαντικότερες προκλήσεις αφορούν την προσαρμογή των πληροφοριακών συστημάτων για τη μετατροπή τραπεζικών καταθέσεων σε ψηφιακά ευρώ και αντίστροφα, τους μηχανισμούς αυτόματης μεταφοράς κεφαλαίων ώστε να τηρούνται τα ανώτατα όρια διακράτησης, τα συστήματα χρεώσεων και προμηθειών, καθώς και την αναβάθμιση των τραπεζικών καταστημάτων και των δικτύων ΑΤΜ.
Οι τράπεζες έχουν επίσης επισημάνει πιθανούς κινδύνους για τη διαχείριση της ρευστότητας, τη δυνατότητα χορήγησης δανείων και, ευρύτερα, για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, εφόσον σημαντικό μέρος των καταθέσεων μεταφερθεί στο ψηφιακό νόμισμα της κεντρικής τράπεζας.
Οι δικλίδες ασφαλείας
Σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι ανησυχίες αυτές, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμπεριέλαβε στο σχέδιο κανονισμού σειρά δικλίδων ασφαλείας.
Μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα καθορίζει, ύστερα από σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το ανώτατο ποσό ψηφιακών ευρώ που θα μπορεί να κατέχει κάθε χρήστης και θα επανεξετάζει το όριο αυτό τουλάχιστον ανά δύο χρόνια.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις δεν θα επιτρέπεται να κρατούν ψηφιακά ευρώ για διάστημα μεγαλύτερο των 24 ωρών, ενώ το νέο ψηφιακό νόμισμα δεν θα αποδίδει τόκους ούτε θα επιβαρύνει οικονομικά τους ιδιώτες χρήστες για τις βασικές υπηρεσίες του.
Σύμφωνα με προσομοιώσεις που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το 2025, οι καταθέτες θα μπορούσαν, σε ακραίο σενάριο μεταφοράς κεφαλαίων προς το ασφαλέστερο διαθέσιμο περιουσιακό στοιχείο, να αποσύρουν έως και 699 δισ. ευρώ από τις τράπεζες της ευρωζώνης, εάν το ανώτατο επιτρεπόμενο υπόλοιπο οριστεί στα 3.000 ευρώ ανά πολίτη. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 8,2% των συνολικών καταθέσεων όψεως λιανικής.
Η ίδια η ΕΚΤ επισημαίνει, ωστόσο, ότι πρόκειται για προσομοίωση ακραίων συνθηκών και όχι για το βασικό σενάριο λειτουργίας του ψηφιακού ευρώ. Στις συνήθεις συνθήκες, οι επιπτώσεις στις τραπεζικές καταθέσεις εκτιμάται ότι θα είναι σημαντικά μικρότερες.
Οι προσομοιώσεις έδειξαν ακόμη ότι οι μικρότερες εμπορικές τράπεζες και τα ιδρύματα που βασίζονται περισσότερο στις καταθέσεις λιανικής ενδέχεται να επηρεαστούν δυσανάλογα σε σύγκριση με τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους.
Η διεθνής συζήτηση για τα CBDC
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι η μόνη που εξετάζει την ανάπτυξη ψηφιακού νομίσματος κεντρικής τράπεζας. Πολλές χώρες βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια έρευνας ή πιλοτικής εφαρμογής, ακολουθώντας όμως διαφορετικές στρατηγικές.
Ο Καναδάς έχει ολοκληρώσει σημαντικό μέρος της προπαρασκευαστικής έρευνας, ώστε να είναι σε θέση να αναπτύξει ψηφιακό δολάριο εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο στο μέλλον, χωρίς όμως να έχει ληφθεί απόφαση για την έκδοσή του.
Η Αυστραλία συνεχίζει επίσης πολυετές ερευνητικό πρόγραμμα για τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικής τράπεζας, δίνοντας προς το παρόν μεγαλύτερη έμφαση στις εφαρμογές χονδρικής και στις διατραπεζικές συναλλαγές παρά σε ένα ψηφιακό νόμισμα λιανικής χρήσης.
Διαφορετική είναι η περίπτωση της Κίνας, όπου το ψηφιακό γουάν βρίσκεται ήδη σε εκτεταμένη πιλοτική εφαρμογή.
Επικριτές των ψηφιακών νομισμάτων κεντρικής τράπεζας εκφράζουν ανησυχίες ότι, όταν αυτά λειτουργούν σε αυταρχικά πολιτικά συστήματα, ενδέχεται να διευρύνουν τις δυνατότητες κρατικής οικονομικής επιτήρησης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Τζέιμς Γκόρι υποστήριξε σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Epoch Times τον Απρίλιο ότι η κινεζική εκδοχή του ψηφιακού γουάν ενισχύει το «Σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης» του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.
Σύμφωνα με τον Γκόρι, ένα ψηφιακό νόμισμα κεντρικής τράπεζας για λιανική χρήση, όταν ελέγχεται άμεσα από το κράτος, θα μπορούσε να επιτρέψει τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων πολιτών, εφόσον η συμπεριφορά τους θεωρηθεί ότι αποκλίνει από την επίσημη κομματική γραμμή.
Η αντίθεση των ΗΠΑ στα CBDC
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση απέναντι στα ψηφιακά νομίσματα κεντρικής τράπεζας.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του το 2024, ο Τραμπ χαρακτήρισε τα CBDC «επικίνδυνη απειλή για την ελευθερία», δεσμευόμενος ότι δεν θα επιτρέψει τη δημιουργία τους στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι θα επιδιώξει τη μόνιμη νομοθετική απαγόρευσή τους.
Τον Ιανουάριο του 2025 υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που απαγορεύει στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να προχωρούν στη δημιουργία, την έκδοση ή την προώθηση ψηφιακού νομίσματος κεντρικής τράπεζας στις ΗΠΑ.
Τον Ιούλιο του ίδιου έτους επανέλαβε ότι παραμένει προσηλωμένος στη θέση αυτή, εκφράζοντας την πρόθεσή του να κατοχυρωθεί η απαγόρευση και σε μόνιμη νομοθετική βάση.
Έκτοτε έχουν κατατεθεί στο Κογκρέσο διάφορες σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες με στόχο την απαγόρευση ή τον περιορισμό της ανάπτυξης ενός αμερικανικού CBDC, αντανακλώντας την ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα.








