Τρίτη, 28 Απρ, 2026
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης με τον Γάλλο ομόλογό του, Ρολάν Λεσκύρ, στα εγκαίνια του Euronext Technology and Support Centre. Αθήνα, 25 Απριλίου 2026. (Γραφείο Τύπου Υπουργείου Οικονομικών)

Από τη Σοφοκλέους στη STOXX: Μια κομβική αναβάθμιση

Η απόφαση της STOXX της 24ης Απριλίου 2026 δεν είναι μια απλή τεχνική μεταβολή δείκτη. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι, με ισχύ από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026, η Ελλάδα θα περάσει από την κατηγορία των αναδυόμενων στις ανεπτυγμένες αγορές, και μάλιστα θα είναι η μόνη αλλαγή στην ταξινόμηση χωρών του σύμπαντος STOXX για το 2026. Η STOXX βασίζει την ταξινόμηση χωρών σε έξι αντικειμενικά κριτήρια: μακροοικονομικά δεδομένα, μέγεθος αγοράς, ρευστότητα, μετατρεψιμότητα νομίσματος, περιορισμούς στις ροές κεφαλαίων και δείκτη διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, η αναβάθμιση δεν αποτυπώνει μόνο καλύτερες αποτιμήσεις, αλλά και σαφή βελτίωση της επενδυσιμότητας και της θεσμικής ποιότητας της ελληνικής αγοράς.

Η σημασία της κίνησης «κουμπώνει» με μια ευρύτερη διεθνή αναταξινόμηση. Η FTSE Russell έχει ήδη ορίσει επίσης την 21η Σεπτεμβρίου 2026 ως ημερομηνία μετάβασης της Ελλάδας από Advanced Emerging σε Developed, η S&P Dow Jones Indices έχει αποφασίσει αναβάθμιση από Emerging σε Developed με εφαρμογή στη σύνθεση του Σεπτεμβρίου 2026, ενώ η MSCI ανακοίνωσε ότι θα επαναφέρει την Ελλάδα στις Developed Markets στον έλεγχο του Μαΐου 2027. Στο υλικό υλοποίησης της FTSE Russell, η προβλεπόμενη στάθμιση της Ελλάδας στους δείκτες developed παραμένει μικρή — περίπου 0,050% στον FTSE Developed Index και 0,056% στον FTSE Developed All Cap — αλλά η ουσία είναι ότι η χώρα επανεντάσσεται στο ίδιο «ράφι» με τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές.

Αυτό έχει πρακτικές συνέπειες στη ροή κεφαλαίων. Πριν ακόμη ανακοινωθεί η τελική απόφαση της STOXX, η JPMorgan εκτιμούσε ότι μια αναβάθμιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπου 962 εκατ. δολάρια παθητικών εισροών, με τις ελληνικές τράπεζες να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος. Η εκτίμηση αυτή συνάδει με τη σημερινή δομή της αγοράς: στο τέλος του 2025, ο τραπεζικός κλάδος αντιπροσώπευε περίπου το 33,4% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών, παρέμενε ο βασικός οδηγός ρευστότητας και συγκέντρωνε υψηλό μερίδιο της συναλλακτικής δραστηριότητας και στα παράγωγα.

Η μακρά αφετηρία μιας αγοράς που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα

Το ελληνικό χρηματιστήριο έχει πολύ βαθύτερη ιστορία από ό,τι θυμόμαστε συνήθως. Η πορεία του ξεκινά στις 30 Σεπτεμβρίου 1876, όταν η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου εξέδωσε το διάταγμα ίδρυσης του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Ο πρώτος κανονισμός λειτουργίας του δημοσιεύθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1876, ενώ οι πρώτες δεκαετίες του συνοδεύτηκαν από μεταστεγάσεις, ανοδικούς κύκλους και ήδη από το 1884 μία σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση, που δείχνει ότι η ελληνική αγορά συνδέθηκε από νωρίς με τους ευρύτερους οικονομικούς κύκλους της χώρας.

Η πρώτη μεγάλη τομή ήρθε με τους πολέμους και τις διεθνείς κρίσεις. Το Χρηματιστήριο έκλεισε για πρώτη φορά στις 16 Ιουλίου 1914, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και επανήλθε στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Το 1918 απέκτησε επίσημα τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, γεγονός που εδραίωσε τον θεσμικό του ρόλο. Η παγκόσμια κρίση του 1929 μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με καθυστέρηση και οδήγησε σε αναστολή διαπραγμάτευσης τον Σεπτέμβριο του 1931, με επαναλειτουργία τον Δεκέμβριο του 1932. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λειτούργησε διακοπτόμενα, ενώ μετά το τέλος του Εμφυλίου, τον Αύγουστο του 1949, η ζήτηση για μετοχές ενισχύθηκε αισθητά και η αγορά εισήλθε σε νέα φάση.

Στη μεταπολεμική περίοδο, το Χρηματιστήριο Αθηνών άρχισε να αποκτά μόνιμες θεσμικές υποδομές. Στα τέλη του 1964 εισήγαγε τον Γενικό Δείκτη Τιμών, ενώ ο νόμος 148/1967 έθεσε τη βάση για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία ξεκίνησε να λειτουργεί το 1972. Το 1970 υιοθετήθηκαν οι θεσμοί των αμοιβαίων κεφαλαίων και των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου, ενώ το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το Χρηματιστήριο ανέστειλε ξανά τη λειτουργία του και επανήλθε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η μακρά ιστορία των διακοπών λειτουργίας δείχνει ότι για δεκαετίες το ΧΑ ήταν έντονα εκτεθειμένο όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στη γεωπολιτική αστάθεια.

Η μεγάλη θεσμική στροφή και η έκρηξη του 1999

Η πραγματική μετάβαση στη σύγχρονη εποχή έγινε τη δεκαετία του 1990. Το 1991 ιδρύθηκε το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών για την εκκαθάριση συναλλαγών, την περίοδο 1991-1992 δημιουργήθηκε η Παράλληλη Αγορά, ενώ την ίδια περίοδο τέθηκε σε λειτουργία αυτοματοποιημένο ηλεκτρονικό σύστημα συναλλαγών, βάζοντας τέλος σε 116 χρόνια διαπραγμάτευσης «δια βοής». Το 1995 το Χρηματιστήριο μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με μοναδικό μέτοχο το Δημόσιο, ενώ το κράτος άρχισε να μειώνει τη συμμετοχή του μέσω placements το 1997 και το 1998. Το 1999 είχαν ήδη δημιουργηθεί η Αγορά Παραγώγων και η Εταιρεία Εκκαθάρισης Παραγώγων, είχε ξεκινήσει η αποϋλοποίηση των μετοχών και το OASIS αντικαθιστούσε το παλαιότερο ηλεκτρονικό σύστημα, διευρύνοντας την πρόσβαση σε μετοχές και παράγωγα.

Αυτές οι αλλαγές έδωσαν στη χώρα μια αγορά πολύ πιο σύγχρονη τεχνολογικά και θεσμικά, αλλά συνέπεσαν με ένα από τα πιο ακραία επεισόδια χρηματιστηριακής υπερθέρμανσης στην Ευρώπη. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε ότι ο γενικός δείκτης του ΧΑ αυξήθηκε κατά 102,2% το 1999, κλείνοντας στις 5.535,1 μονάδες από 2.737,6 μονάδες στο τέλος του 1998, ενώ κορυφώθηκε στις 6.355 μονάδες στις 17 Σεπτεμβρίου 1999. Την ίδια χρονιά η κεφαλαιοποίηση εκτινάχθηκε στα 67,311 τρισ. δραχμές, δηλαδή στο 176% του ΑΕΠ, από 22,839 τρισ. δραχμές ή 64% του ΑΕΠ το 1998. Μόνο στο τρίτο τρίμηνο του 1999 άνοιξαν περίπου 270.000 νέοι λογαριασμοί στο Σύστημα Άυλων Τίτλων.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αντίθεση με τη σημερινή συγκυρία. Το 1999 η έκρηξη οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη μαζική εισροή μικροεπενδυτών και στην απότομη επέκταση μιας αγοράς που μόλις είχε εκσυγχρονιστεί, αλλά δεν είχε ακόμη αποκτήσει το βάθος και τη θεσμική ωριμότητα που απαιτούνται για να απορροφήσει ένα τέτοιο κύμα. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι από τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1999 και μετά οι τιμές και οι συναλλαγές άρχισαν να πέφτουν με μεγάλες διακυμάνσεις. Μια εύλογη ερμηνεία είναι ότι ο εκσυγχρονισμός της αγοράς είχε προηγηθεί, αλλά η κουλτούρα διαχείρισης κινδύνου και η επενδυτική σύνθεση δεν είχαν ακόμη ωριμάσει στο ίδιο μέτρο.

Από την εποχή του ευρώ στην κατάρρευση της διπλής κρίσης

Η δεκαετία που ακολούθησε ξεκίνησε με φιλοδοξίες διεθνοποίησης. Το 2000 ιδρύθηκε η HELEX ως εταιρεία συμμετοχών και τον ίδιο χρόνο εισήχθη στο Χρηματιστήριο. Το 2002 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση του Χρηματιστηρίου Αθηνών με την αγορά παραγώγων, το 2003 το κράτος αποεπένδυσε πλήρως από τη HELEX, το 2006 λειτούργησε κοινή πλατφόρμα διαπραγμάτευσης με το Χρηματιστήριο Κύπρου, το 2007 ο όμιλος μεταφέρθηκε στη νέα έδρα στη Λεωφόρο Αθηνών, ενώ το 2008 μπήκαν στην αγορά το πρώτο ETF και η Εναλλακτική Αγορά (ΕΝ.Α.). Θεσμικά, το ΧΑ έμοιαζε όλο και περισσότερο με ένα ώριμο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέτρεψε βίαια αυτή την πορεία. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η καθοδική πορεία του σύνθετου δείκτη που είχε ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 2007 επιταχύνθηκε το 2008 και συνεχίστηκε και στο πρώτο τρίμηνο του 2009. Οι απώλειες του δείκτη στο τέλος του 2008 έφτασαν το 65,5%, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε στο 28% από 86% στο τέλος του 2007. Η ίδια επίσημη στατιστική σειρά δείχνει ότι η κεφαλαιοποίηση των μετοχών έπεσε από 195,5 δισ. ευρώ το 2007 σε 68,2 δισ. ευρώ το 2008, ενώ από τον Οκτώβριο του 2008 το μερίδιο των ξένων επενδυτών στη συνολική κεφαλαιοποίηση έπεσε κάτω από το 50% για πρώτη φορά μετά τον Μάρτιο του 2007.

Η επόμενη φάση ήταν ακόμη δυσκολότερη, επειδή η διεθνής κρίση μετατράπηκε στην Ελλάδα σε κρίση δημοσίου χρέους και εμπιστοσύνης. Το 2013, η MSCI υποβάθμισε την Ελλάδα από Developed σε Emerging Markets, τονίζοντας ότι η αγορά δεν ικανοποιούσε πλέον αρκετά κριτήρια προσβασιμότητας — ιδίως στο stock lending, στο short selling και στη μεταβιβασιμότητα — ενώ υστερούσε και στο κριτήριο μεγέθους. Την ίδια χρονιά, η FTSE την είχε εντάξει σε watch list για πιθανή υποβάθμιση από developed σε advanced emerging. Η κορύφωση του σοκ ήρθε το 2015: μετά την επιβολή capital control στις 29 Ιουνίου, το Χρηματιστήριο παρέμεινε κλειστό έως τις 3 Αυγούστου, καταγράφοντας τη μακρύτερη σύγχρονη αναστολή λειτουργίας του. Η ετήσια έκθεση της ATHEX για το 2015 σημειώνει ότι η αγορά έμεινε κλειστή 25 εργάσιμες ημέρες, η αξία συναλλαγών μειώθηκε 39,3% στα 19,1 δισ. ευρώ, η μέση κεφαλαιοποίηση έπεσε στα 43,8 δισ. ευρώ και ο Γενικός Δείκτης τερμάτισε στις 631,35 μονάδες, χαμηλότερα από οποιοδήποτε κλείσιμο έτους μετά το 1989. Παρ’ όλα αυτά, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατάφεραν να αντλήσουν 9,4 δισ. ευρώ μέσα στο 2015 και συνολικά 46,7 δισ. ευρώ στην τριετία 2013-2015.

Η ανασυγκρότηση μετά το 2016 και η νέα βάση της αγοράς

Από το 2016 και μετά, η στρατηγική του ΧΑ δεν περιορίστηκε στην επιβίωση. Το 2016 λανσαρίστηκε η υπηρεσία Electronic Book Building, το 2018 ιδρύθηκε το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας και το ΧΑ εντάχθηκε στην πρωτοβουλία Sustainable Stock Exchanges του ΟΗΕ, ενώ το 2019 θεσπίστηκε και ο οδηγός ESG Reporting. Στην πανδημία του 2020, ο όμιλος επένδυσε σε ψηφιακά εργαλεία, όπως η πλατφόρμα AXIA e-Shareholders Meeting, και στη συνέχεια προχώρησε σε διασυνοριακές συνεργασίες, όπως η στρατηγική σύνδεση με το χρηματιστήριο του Βελιγραδίου, η υποστήριξη του ALPEX και η αναβάθμιση του OASIS σε έκδοση Linux το 2024. Η αγορά δεν ξαναχτίστηκε μόνο με όρους τιμών, αλλά και με όρους τεχνολογίας, διαφάνειας και νέων υπηρεσιών.

Οι αριθμοί της περιόδου 2021-2025 δείχνουν μια αγορά ποιοτικά διαφορετική από εκείνη που βγήκε από την κρίση. Σύμφωνα με το ATHEX Market Insights, ο Γενικός Δείκτης έκλεισε το 2025 με άνοδο 44,3%, σημειώνοντας μία από τις ισχυρότερες ετήσιες επιδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η αγορά είχε κλείσει ανοδικά σε έξι από τα τελευταία επτά χρόνια, με μοναδική αρνητική εξαίρεση το 2020 λόγω COVID-19 (-11%). Στο σύνολο της πενταετίας 2021-2025, ο σύνθετος δείκτης κατέγραψε άνοδο 162% και ο τραπεζικός δείκτης 342%.

Η βελτίωση δεν είναι μόνο χρηματιστηριακή. Στο τέλος του 2025, η συνολική κεφαλαιοποίηση έφτασε τα 146,8 δισ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2008. Η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών στην αγορά μετοχών ανέβηκε στα 219 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 56,6% σε σχέση με το 2024, ενώ η turnover velocity διαμορφώθηκε στο 42%, κλείνοντας μεγάλο μέρος της απόστασης από ευρωπαϊκές ομοειδείς αγορές. Ταυτόχρονα, η ξένη συμμετοχή έφτασε σε ιστορικό υψηλό 68,5% της κεφαλαιοποίησης και 64,1% της ημερήσιας συναλλακτικής δραστηριότητας, με σωρευτικές καθαρές εισροές 1,1 δισ. ευρώ την περίοδο 2021-2025.

Υπήρξε και επιστροφή της αγοράς στον ρόλο της ως μηχανισμού άντλησης κεφαλαίων. Το 2025 πραγματοποιήθηκαν τέσσερις IPOs και τέσσερις νέες εισαγωγές, οι εκδόσεις εταιρικών ομολόγων έφτασαν τα 1,4 δισ. ευρώ με μέσο βαθμό υπερκάλυψης 2,4 φορές, ενώ οι διανομές μετρητών προς τους μετόχους ξεπέρασαν το προ κρίσης υψηλό του 2007. Αυτό είναι κρίσιμο: μια αγορά θεωρείται ώριμη όχι μόνο όταν ανεβαίνει, αλλά όταν χρηματοδοτεί αποτελεσματικά επιχειρήσεις, απορροφά placements, στηρίζει δευτερογενείς εκδόσεις και ανταμείβει με συνέπεια τους μετόχους.

Τι σημαίνει πρακτικά η επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές

Το 2026 βρήκε την αγορά σε νέα φάση θεσμικής ενσωμάτωσης. Η Euronext είχε ολοκληρώσει από τον Νοέμβριο του 2025 τη δημόσια πρόταση για την ΕΧΑΕ και, τον Απρίλιο του 2026, το Χρηματιστήριο Αθηνών μετονομάστηκε σε Euronext Athens. Στην επίσημη ανακοίνωσή της, η Euronext χαρακτήρισε τη νέα ταυτότητα βασικό βήμα για την ένταξη της ελληνικής αγοράς στην ενιαία πανευρωπαϊκή τεχνολογική πλατφόρμα, το ενιαίο βιβλίο εντολών και την κοινή δεξαμενή ρευστότητας του ομίλου. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή ενισχύει ακριβώς τα χαρακτηριστικά που εξετάζουν και οι διεθνείς index providers: προσβασιμότητα, τεχνολογική διασύνδεση, ρευστότητα και λειτουργική ομοιογένεια με τις ανεπτυγμένες αγορές της Ευρώπης.

Στο επίπεδο των δεικτών, η FTSE Russell δείχνει τι ακριβώς σημαίνει αυτή η μετάβαση. Για την επαναταξινόμηση του Σεπτεμβρίου 2026, ο ενδεικτικός κατάλογος ελληνικών τίτλων που περνούν τα screens για τις developed ευρωπαϊκές σειρές περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, Allwyn, Alpha Bank, Eurobank, ΟΤΕ, Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς και ΔΕΗ στη μεσαία κεφαλαιοποίηση, αλλά και Aegean, Athens International Airport, EYDAP, Autohellas, Bank of Cyprus, Cenergy, GEK Terna, Helleniq Energy, Jumbo, Lamda, Motor Oil, Optima, Quest, Sarantis, Titan και Viohalco στη μικρή κεφαλαιοποίηση. Η τελική σύνθεση θα οριστικοποιηθεί με βάση τα στοιχεία της 30ής Ιουνίου 2026, όμως η βασική εικόνα είναι ήδη σαφής: η Ελλάδα επιστρέφει στους ευρωπαϊκούς developed δείκτες με μια αγορά που είναι περισσότερο πολυκλαδική από ό,τι ήταν στην αρχή της μεταμνημονιακής περιόδου, αλλά εξακολουθεί να έχει ισχυρό τραπεζικό πυρήνα.

Γι’ αυτό και το βασικό ερώτημα των επόμενων μηνών δεν είναι απλώς «πόσα κεφάλαια θα έρθουν», αλλά «σε ποιους κλάδους θα κατευθυνθούν». Η λογική που αναφέρουν οι αναλυτές — ότι οι ελληνικές τράπεζες θα απορροφήσουν μεγάλο μέρος των ροών — δεν είναι τυχαία. Η FTSE βάζει τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες στον βασικό κορμό των eligible mid-caps, η JPMorgan είχε εκτιμήσει ότι αυτές θα πάρουν το μεγαλύτερο μερίδιο από τις πιθανές παθητικές εισροές, ο τραπεζικός κλάδος αντιπροσωπεύει ήδη περίπου το ένα τρίτο της αγοράς και τα τραπεζικά stock futures είναι η «μηχανή» της αγοράς παραγώγων. Άρα, η αναβάθμιση της χώρας μεταφράζεται τεχνικά σε μια αναβάθμιση που, σε πρώτη φάση, θα είναι τραπεζοκεντρική.

Η αγορά έχει ήδη μπει σε αυτή τη νέα φάση με εμφανώς καλύτερες αφετηρίες από εκείνες της προηγούμενης δεκαετίας. Στις 28 Απριλίου 2026, η οθόνη της Euronext Athens έδειχνε τον Γενικό Δείκτη στις 2.222,04 μονάδες, επίπεδο που αποτυπώνει πόσο μακριά έχει μετακινηθεί το ΧΑ από τις 631 μονάδες του τέλους του 2015. Η διαφορά, βέβαια, δεν είναι μόνο αριθμητική· είναι και θεσμική, γιατί σήμερα το χρηματιστήριο εμφανίζεται ξανά ως ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίων με επανενταγμένη πρόσβαση στα μεγάλα developed benchmarks.

Τι μας λέει η ιστορική διαδρομή

Αν κοιτάξει κανείς την πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου από το 1876 μέχρι σήμερα, θα δει τρεις μεγάλες αφηγήσεις να επαναλαμβάνονται. Η πρώτη είναι ότι το ΧΑ ήταν πάντοτε καθρέφτης της ελληνικής οικονομίας και της γεωπολιτικής της ευαλωτότητας: πόλεμοι, κρίσεις, αναστολές λειτουργίας, πολιτικές αναταράξεις. Η δεύτερη είναι ότι κάθε μεγάλο βήμα ωρίμανσης ήρθε μέσα από θεσμικές και τεχνολογικές τομές — από τον Γενικό Δείκτη, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τα αμοιβαία κεφάλαια, μέχρι την αποϋλοποίηση, το OASIS, την εκκαθάριση, τις ESG υποδομές και πλέον την ένταξη στη Euronext. Η τρίτη είναι ότι η αγορά γινόταν ευάλωτη όταν η άνοδος στηριζόταν υπερβολικά στη συγκυρία ή στο retail hype, όπως το 1999, και πιο ανθεκτική όταν η πρόοδος πατούσε σε υποδομές, ρευστότητα, ξένη θεσμική συμμετοχή και δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων.

Με αυτή την έννοια, η αναβάθμιση της STOXX δεν είναι απλώς η «επιστροφή της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές». Είναι το σημείο στο οποίο μια αγορά που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα, έζησε τη φούσκα του 1999, την κατάρρευση του 2008, την υποβάθμιση του 2013 και το κλείσιμο του 2015, επανέρχεται σήμερα με πολύ ισχυρότερη θεσμική βάση. Η κρίσιμη πρόκληση από εδώ και πέρα δεν είναι να κερδίσει απλώς μια νέα ταμπέλα, αλλά να διατηρήσει μόνιμα τα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν αυτή την ταμπέλα: βάθος, ρευστότητα, διάχυση κλάδων πέρα από τις τράπεζες, περισσότερες νέες εισαγωγές και σταθερή θέση στους ευρωπαϊκούς δείκτες χωρίς εκ νέου αμφισβήτηση. Αυτό, περισσότερο από οποιοδήποτε στιγμιαίο ράλι, θα κρίνει αν η επιστροφή είναι οριστική.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Σχολιάστε