Στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, η τέχνη είχε σημαίνοντα ρόλο με ηθικές και πολιτικές προεκτάσεις. Το κάλλος — η ομορφιά — ήταν αντιληπτό ως εξωτερική έκφραση εσωτερικών χαρισμάτων και θεϊκής εύνοιας, η αισθητική και η μουσική εκφράζονταν μέσω της μαθηματικής επιστήμης συνδέοντας τον ανθρώπινο με τον θεϊκό κόσμο, το θέατρο διαμόρφωνε πολιτικές συνειδήσεις.
Αναμενόμενο να υπάρχουν πολλές ιστορίες, μυθικές και αληθινές, γύρω από τις τέχνες, τη σχέση του ανθρώπου με αυτές, επινοήσεις. Ορισμένες από αυτές ενέπνευσαν Ρωμαίους συγγραφείς, όπως ο ιστορικός Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (περίπου 23 μ.Χ.–79 μ.Χ.) και ο ποιητής Οβίδιος (περί τα 43 π.Χ.–18 μ.Χ.) , οι οποίοι τις μετέγραψαν με τον δικό τους τρόπο, μεταφέροντας τες στις επόμενες γενιές και πολιτισμούς και διαιωνίζοντας τα μηνύματά τους.
Η ιστορία του πρώτου πορτρέτου από τον Βουτάδη, η μεταμόρφωση του αγάλματος του Πυγμαλίωνα και τα παθήματα των Μαρσύα και Ζεύξιδος απηχούν τις αξίες και το σκεπτικό των ανθρώπων εκείνων των μακρινών ημερών, συνδέοντάς μας με το παρελθόν.
Ο Βουτάδης και το πρώτο πορτρέτο
Μεταξύ των προσώπων που είχαν γοητεύσει τον Πλίνιο ήταν ο Βουτάδης και η ερωτευμένη κόρη του. Ο Βουτάδης ήταν ένας Έλληνας κεραμίστας και αγγειοπλάστης από τη Σικυώνα, πόλη κοντά στην Κόρινθο, ο οποίος αγαπούσε πολύ την κόρη του.
Κάποτε, η κόρη του Βουτάδη ερωτεύτηκε έναν νεαρό άνδρα. Ξαφνικά, για λόγους που δεν αποκάλυψε, ο νέος έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό. Καθώς αποχαιρετούσε την κόρη του Βουτάδη στο σπίτι της, εκείνη πρόσεξε τη σκιά του προφίλ του στον φωτισμένο τοίχο και σχεδίασε το περίγραμμά της.

Αργότερα, ο Βουτάδης, που δεν άντεχε να βλέπει την κόρη του να πονάει, πίεσε πηλό πάνω στο περίγραμμα που είχε εκείνη φτιάξει και κατασκεύασε ένα ανάγλυφο του προσώπου του χαμένου νέου, το οποίο και της προσέφερε. Την εποχή εκείνη, γύρω στα 600 π.Χ., η κεραμική αν και διαδεδομένη, ήταν μία διακοσμητική τέχνη που αντλούσε τη θεματολογία της κυρίως από το φυτικό και ζωικό κόσμο. Ο Βουτάδης ήταν ο πρώτος που απεικόνισε έναν άνθρωπο.
Μετά το πρώτο αυτό ανάγλυφο, ο καλλιτέχνης άρχισε να προσθέτει παρόμοιες μάσκες ως διακοσμητικά στοιχεία στα εξωτερικά κεραμίδια στις σκεπές. Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε μια μετατόπιση από τα φυσικά προς τα ανθρώπινα θέματα, που διαδόθηκε στην ελληνική τέχνη και αργότερα στη Δύση.
Επίσης, ο Πλίνιος απέδωσε στον Βουτάδη «τη μέθοδο της προσθήκης κόκκινου χώματος [στον πηλό] και της κατασκευής του μοντέλου με κόκκινη κιμωλία».
Με την εικόνα που έφτιαξε, ο Βουτάδης επιζητούσε να παρηγορήσει την απογοητευμένη κόρη του. Αν και ένα αντικείμενο δεν μπορεί να αντικαταστήσει το πρόσωπο καθεαυτό, το έργο του Βουτάδη αποκάλυπτε την πίστη του στη θεραπευτική δύναμη της τέχνης και της ομορφιάς.
Πυγμαλίων και Γαλάτεια
Ο Οβίδιος διηγήθηκε την ιστορία του Πυγμαλίωνα, ενός θρυλικού γλύπτη από την Κύπρο, ο οποίος φιλοτέχνησε το άγαλμα της ιδανικής γυναίκας.
Απογοητευμένος από τις γυναίκες που σπαταλούσαν τη ζωή τους και των οποίων η ομορφιά ήταν ατελής, ο Πυγμαλίωνας επέλεξε την αγαμία. Ωστόσο, η λαχτάρα του για αγάπη παρέμενε. Για να την ικανοποιήσει, άρχισε να σμιλεύει ένα άγαλμα από λευκό σαν το χιόνι μάρμαρο. Σύμφωνα με τα λόγια του Οβιδίου, «τού έδωσε εξαιρετική ομορφιά, μεγαλύτερη από κάθε ζωντανής γυναίκας».
Αν και ήξερε ότι ήταν απλώς ένα άγαλμα, ο Πυγμαλίων δεν μπόρεσε να μην ερωτευτεί το δημιούργημά του. Όσο περισσότερο το κοίταζε, τόσο περισσότερο έμοιαζε με πραγματική γυναίκα. «Φλεγόμενος από αγάπη και θαυμασμό για τη [μαρμάρινη] μορφή», άρχισε να της μιλάει, χαϊδεύοντάς τη «με χέρια γεμάτα αγάπη, που φαινόταν σαν να αφήνουν ένα αποτύπωμα στα μέρη που άγγιζαν, τόσο αληθινό που φοβόταν ότι θα την πληγώσει με το έντονο άγγιγμά του».
Την ημέρα της γιορτής της Αφροδίτης και ενώ χαρούμενες παρελάσεις γέμιζαν τους δρόμους και οι άνθρωποι προσέφεραν δώρα και θυσίες στη θεά της ομορφιάς και του έρωτα, ο Πυγμαλίων στάθηκε μπροστά στο βωμό της για να κάνει μια σπονδή, η οποία κατέληξε σε προσευχή: «Αν είναι αλήθεια, θεά, ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, προσεύχομαι να γίνει γυναίκα μου».
Η φωτιά του βωμού άναψε τρεις φορές. Αν και ο Πυγμαλίων δεν είχε ολοκληρώσει το αίτημά του, η Αφροδίτη είχε καταλάβει.

Μόλις επέστρεψε στο σπίτι του, ο Πυγμαλίων έτρεξε στο εργαστήριο, όπου ήταν το δημιούργημά του. «Πρέπει να είναι σάρκα!» αναφώνησε καθώς έβλεπε το άγαλμα να μεταμορφώνεται σε γυναίκα με πάλλευκο δέρμα. Εκείνη, νιώθοντας τα φιλιά που της έδινε, γύρισε προς τον εκστασιασμένο γλύπτη που την κοίταζε με λατρεία.
Εννέα μήνες αργότερα, το ζευγάρι καλωσόρισε την κόρη τους στον κόσμο. Το όνομά της ήταν Πάφος, και η πόλη του Πυγμαλίωνα ονομάστηκε επίσης Πάφος. Η τοποθεσία συνδέθηκε και με τη γέννηση της Αφροδίτης.
Η ιστορία ενέπνευσε δράματα, όπερες και ταινίες, κυρίως επειδή απεικονίζει με ζωντανό τρόπο τη σχέση μεταξύ τέχνης, επιθυμίας και τρέλας. Μέσω της τέχνης του, ο γλύπτης έδωσε στον κόσμο τη χάρη και την ομορφιά που θεωρούσε ότι έλειπαν. Το άγαλμά του μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο χάρη στην προσοχή και την αγάπη που έβαλε στη δημιουργία του — που έφεραν την ευλογία της θεάς.
Ζεύξις και Παρράσιος
Όταν οι Έλληνες αναφέρονταν στη ζωγραφική, συνήθως εννοούσαν την εφαρμογή χρώματος σε κεραμικά, μάρμαρο, ασβεστόλιθο ή ξύλο.
Μεταξύ των πολλών θρυλικών Ελλήνων ζωγράφων ήταν ο Ζεύξις από την Ηράκλεια, που έζησε γύρω στο 450 π.Χ. Το έργο του ήταν τόσο εντυπωσιακό που οι άνθρωποι έλεγαν ότι είχε «κλέψει την τέχνη των δασκάλων του». Ξεχώριζε κυρίως για την αληθοφάνεια την οποία προσέδιδε στα έργα του με μεγαλύτερη ακρίβεια από οποιονδήποτε άλλο. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.

Καθώς η φήμη του Ζεύξιδος αυξανόταν, το ίδιο συνέβαινε και με τους ανταγωνιστές του. Μεταξύ αυτών ήταν ο Παρράσιος, ένας φιλόδοξος σύγχρονός του που τον προκάλεσε σε διαγωνισμό ζωγραφικής.
Ο Πλίνιος κατέγραψε τον διαγωνισμό ως εξής:
«[Ο Ζεύξις] δημιούργησε μια εικόνα σταφυλιών τόσο επιτυχημένη που τα πουλιά πέταξαν προς [αυτά]· ο Παρράσιος ζωγράφισε την εικόνα μιας κουρτίνας [που κάλυπτε δήθεν το δικό του έργο] τόσο ρεαλιστικά ώστε ο Ζεύξις ζήτησε να τραβηχτεί η κουρτίνα και να εμφανιστεί η εικόνα του Παρράσιου· όταν συνειδητοποίησε το λάθος του, παραχώρησε το βραβείο, λέγοντας ότι ενώ εκείνος είχε εξαπατήσει τα πουλιά, ο Παρράσιος είχε εξαπατήσει αυτόν, έναν άνθρωπο και επιπροσθέτως έναν καλλιτέχνη».
Απόλλων και Μαρσύας
Οι Έλληνες αναγνώριζαν την αξία της καλλιτεχνικής δηλιουργίας, αλλά καταδίκαζαν την αλαζονεία και ακόμη περισσότερο την ύβρι — δηλαδή την αλαζονεία απέναντι στους θεούς.
Μια δημοφιλής ιστορία για τις παγίδες της αλαζονείας και της ύβρεως έχει ως πρωταγωνιστή έναν σατύρο που έπαιζε αυλό, τον Μαρσύα. Οι σάτυροι ήταν αρσενικά όντα που αντιπροσώπευαν την πρωτόγονη φύση της ανθρωπότητας. Ήταν μέρος της συνοδείας του Διονύσου και η μουσική ήταν η τέχνη τους.

Κάποτε, ο Μαρσύας, θέλοντας να αποδείξει στον κόσμο ότι ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή μουσικός, προκάλεσε τον ίδιο τον Απόλλωνα — τον θεό του φωτός, της ομορφιάς και της μουσικής — σε διαγωνισμό. Ο Απόλλων δέχτηκε. Κριτές ορίστηκαν οι Μούσες και ο Μίδας, βασιλιάς της Φρυγίας.
Στον πρώτο γύρο, ο Απόλλωνας έπαιξε μόνο τη λύρα, το χαρακτηριστικό του όργανο. Ο Μάρσιος εντυπωσίασε με μια δεξιοτεχνική ερμηνεία στον διπλό αυλό.
Στον δεύτερο γύρο, ο Απόλλωνας συνόδευσε το παίξιμο της λύρας του με ένα ευχάριστο τραγούδι, κερδίζοντας και πάλι τους κριτές. Ο Μαρσύας ήταν έξαλλος. Παραπονέθηκε ότι ήταν άδικο να συγκρίνουν δύο δεξιότητες με μία, προσβάλλοντας τον θεό για την υποτιθέμενη απάτη του.
Ο Απόλλωνας απάντησε ψύχραιμα ότι το να παίζεις αυλό είναι το ίδιο με το να τραγουδάς, καθώς και τα δύο χρησιμοποιούν την αναπνοή. Πεπεισμένοι από το επιχείρημα, οι κριτές διέταξαν τους διαγωνιζόμενους να επιδείξουν μόνο μια δεξιότητα που δεν αφορούσε την αναπνοή. Δεδομένου ότι το να παίζεις αυλό θεωρούνταν φωνητική δεξιότητα και ο Μαρσύας δεν έπαιζε άλλο όργανο, η ήττα του ήταν αναπόφευκτη.

Η αυθάδεια να πιστεύει ότι μπορούσε να νικήσει τον Απόλλωνα και η θρασύτητα να κατηγορήσει τον θεό για ανεντιμότητα κόστισαν στον Μαρσύα όχι απλά τη ζωή του, αλλά και έναν μαρτυρικό θάνατο: να γδαρθεί ζωντανός. Ο Μίδας δε που τόλμησε να ψηφίσει υπέρ του Μαρσύα απέκτησε ένα ζευγάρι αυτιά γαϊδάρου.
Τα δάκρυα όσων θρήνησαν για το τέλος του Σάτυρου στάλαξαν μέχρι τις βαθύτερες φλέβες της γης και, «συγκεντρωμένα σαν πηγή, ανέβηκαν από τις μυστικές σπηλιές της, για να ξεχυθούν, λαμπερά, στο ηλιόλουστο αέρα, ως ο καθαρότερος ποταμός στη γη της Φρυγίας, ο οποίος ρέει γρήγορα ανάμεσα σε απότομες όχθες μέχρι τη θάλασσα».
Ό,τι και αν πιστεύουμε για τον φρικτό θάνατο του Μαρσύα, οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν σχεδόν ομόφωνα ότι η τιμωρία του ήταν η συνέπεια της ύβρεως. Όσο ικανός και αν ήταν, ο Μαρσύας, ένας Σάτυρος, δεν θα μπορούσε ποτέ να επισκιάσει τον Απόλλωνα, έναν θεό.
Του Leo Salvatore








