Ένα πλέγμα από χιλιάδες φθόγγους, λέξεις, φωνές και σημασίες με σχέση οργανική μεταξύ τους, συνθέτουν αυτή τη θαυμάσια ενότητα, την ελληνική γλώσσα. Είναι η έκφραση ενός λαού, το αντίκρισμα της ζωής και του ανθρώπου, η συνέχεια απ’ τις αμμουδιές του Ομήρου ως τα λόγια τα σημερινά, η πνοή του, μαζί η έγνοια και το χρέος, όπως αριστουργηματικά απέδωσε με εκείνους τους στίχους ο Ελύτης στο «Άξιον εστί».
Οι απαρχές της ανιχνεύονται στη ζωή των ανθρώπων που έζησαν και δημιούργησαν στην κυρίως Ελλάδα, στα νησιά και τις ακτές του Αιγαίου από τα πανάρχαια χρόνια. Στα πρώτα βήματά τους εκφράστηκαν με τα τραγούδια τους, που υμνούσαν έργα ανθρώπων και θεών, μίλησαν με την ποίηση. Δεν είναι τυχαίο, ούτε στοιχείο μόνο της ιδιοσυγκρασίας τους. Η φαντασία και το συναίσθημα είναι οι κυρίαρχες ψυχολογικές λειτουργίες στο λίκνο κάθε πολιτισμού, γι’ αυτό η ποίηση προηγείται πάντα του πεζού λόγου. Ο δεύτερος έρχεται αργότερα, όταν ο πολιτισμός με την ηλικία της λογικής περάσει από τη γοητεία του μύθου στη γοητεία του λόγου. Τότε επιχειρεί τα βήματά του από τη βιωματική ερμηνεία και αντιμετώπιση του κόσμου και του ανθρώπου στην κριτική αποτύπωση της πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Θέτει πλέον τον λόγο στην υπηρεσία του βίου.
Του Έλληνα ανθρώπου αυτήν τη μακραίωνη πορεία αποτύπωσε με μοναδική πρωτοτυπία και πληρότητα σε έντεχνο λόγο η γλώσσα του. Απεικόνισε με μύριες λέξεις τον μύθο, το συναίσθημα, το πάθος, την καθημερινότητα, τον στοχασμό. Είναι ο ελληνικός Λόγος, το αίτημα της ζωής και του πολιτισμού, που ενσαρκώθηκε με ρυθμό και μουσική στη γραπτή και ακουστική εικόνα των λέξεων.
Αρχικά, η μακρά παράδοση των πρώτων τραγουδιών, η αξιοποίηση του μυθικού πλούτου και των εμπειριών της ζωής σ’ έναν αρχόμενο και εξελισσόμενο πολιτισμό, αποκρυσταλλώνονται στα Ομηρικά Έπη, στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Μία γλώσσα ποιητική με υπόγειους ποταμούς διαυγέστατου νερού, μόνο στο στόμα ενός μεγάλου ποιητή θα μπορούσε να εκφράσει με τρόπο ανεπανάληπτο το μεγαλείο του ηρωικού κόσμου. Στη συνέχεια, όταν ο ελληνικός κόσμος εμφανίζει σημάδια μεγάλων αλλαγών, οι ποιητές καταγράφουν τη νέα πραγματικότητα, όπου το κέντρο μετατοπίζεται από το εξωτερικό γίγνεσθαι στον άνθρωπο, στη ζωή και τα συναισθήματά του. Οι στίχοι τους γεφυρώνουν το χάσμα, γι’ αυτό και το νέο τους περιεχόμενο δηλώνεται με καινούργιες λέξεις και σχήματα και δημιουργούνται τα μέτρα. Η ποίηση ονομάστηκε λυρική, γιατί ως τραγούδι συνοδεύεται από λύρα. Στα ποιητικά είδη συγκαταλέχθηκε και το δράμα (τραγωδία–σατυρικό δράμα–κωμωδία), ως συνδυασμός ποιητικού λόγου, τραγουδιού και όρχησης με μουσική συνοδεία.
Αντίθετα, με το πέρασμα του χρόνου, τη λογική θεώρηση των πραγμάτων και όχι την ποιητική, θα υπηρετήσουν με τον πεζό λόγο η ιστοριογραφία, η ιστορία, η ρητορική και η φιλοσοφία.
Η αττική διάλεκτος ως γλώσσα του δράματος, της φιλοσοφίας, της ιστορίας και της ρητορικής, θα επικρατήσει κατά την κλασική εποχή.
Στα χρόνια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι η Αλεξανδρινή Κοινή και, με περισσότερες μεταβολές, στους βυζαντινούς χρόνους η γλώσσα της χριστιανικής θεολογίας και φιλολογίας, της γραμματικής, της χρονογραφίας και της θύραθεν (παράλληλα με την εκκλησιαστική) ποίησης. Οι βυζαντινοί συγγραφείς έγραψαν τα έργα τους σε αρχαΐζουσα (εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ιστορικοί, μελετητές της φιλολογίας και της φιλοσοφίας), στη λαϊκή (χρονογράφοι, συναξαριστές, μερικοί ποιητές) και σε γλώσσα ανάμεικτη (υμνολογία κ.ά.).
Τα όρια, βέβαια, της νέας ελληνικής δύσκολα διακρίνονται από τη μεσαιωνική-βυζαντινή. Από το 1204, όταν άρχισε η πολιτική διάσπαση του ελληνισμού, αναμείχθηκαν με την ελληνική και ξένα γλωσσικά στοιχεία.
Από το 1821 και μετά αποκτά σιγά-σιγά την ενότητά της η νεοελληνική κοινή. Αρχίζει να αναπνέει καθώς με το χρόνο αποβάλλει τις ξένες προσμίξεις και με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ετοιμάζεται να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις. Παρά ταύτα η διγλωσσία που άρχισε με τους αττικιστές και συνεχίστηκε στη βυζαντινή περίοδο, εξακολούθησε με την καθαρεύουσα και τη δημοτική.
Ωστόσο, στις μέρες μας, η καθαρεύουσα γίνεται πιο απλή και η δημοτική πλουτίζεται με στοιχεία της αρχαίας. Έτσι, μπορεί με τον καιρό, οι δυο αυτοί τρόποι έκφρασης της ελληνικής, χάρη στη μεγάλη της συνοχή και ενότητα, να συναποτελέσουν τη μία της μορφή.
Ύστερα, η μεγάλη λογοτεχνική παραγωγή των νεότερων χρόνων αναζωογόνησε τη γλώσσα και σήμερα ο πλούτος της αποτελεί αψευδή μάρτυρα της αδιάκοπης συνέχειας και του ενιαίου χαρακτήρα της. Γράφει ο Σεφέρης:
«Πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε, και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα είτε την Καινή Διαθήκη είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο είτε το δημοτικό τραγούδι.» (Δοκιμές Α΄, Ίκαρος, σ.177)
Η ελληνική είναι ένα μάγμα, που αιώνες τώρα κυλάει αργά και είναι η ψυχή των Ελλήνων. Είναι ο λόγος της για τα καθημερινά και τα ακριβά, για τα γήινα και τα υψηλά. Λόγος, με λόγια όμορφα, με ρυθμό, με ήχους και απηχήματα, που κέντησε όλες τις στιγμές της ανθρώπινης ζωής, αλλά και τη μυστική συναυτουργία της με την αγάπη του Ουρανού.
* * * * *
Ο Ευθύμιος Πριόβολος γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο της Αιτωλίας. Σπούδασε Θεολογία και Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παρακολούθησε δύο χρόνια μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει γράψει δεκαεννέα βιβλία, τα οποία αναφέρονται στην ιδιαίτερη πατρίδα του, σε θέματα θεολογικά, φιλολογικά, ιστορικά, σε ξένους ταξιδιώτες και περιηγητές. Από αυτά, τα λογοτεχνικά του έργα είναι:
- Το άλλο χρώμα του κρασιού – απ’ τους ληνούς του έντεχνου λόγου, Αθήνα, 2010
- Δρόμοι μακρινοί, πολυταξιδεμένοι, 40 παραδοσιακά λαϊκά παραμύθια, Αθήνα, 2012
- Ακριβό μου φυλαχτό – εικοσιτέσσερα ποιήματα, Αθήνα, 2013
- Εσύ, που σε αγάπησε η ψυχή μου – Άσμα Ασμάτων, εκδ. Παράγραφος, Αθήνα, 2017
- Μικροί αναβαθμοί – γι’ αυτά που επιμένουν (ποίηση–πεζός λόγος), εκδ. Παράγραφος, Αθήνα, 2020
- Εκεί ήταν η αγάπη – μυθιστόρημα, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2023
- Από την σάρκα στην ψυχή – μυθιστόρημα, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2025








