Η ιστορία και οι παραδόσεις που διαφυλάσσονται σε κάθε σημείο του καθιστούν το Κιότο καρδιά της Ιαπωνίας και της ιαπωνικής κουλτούρας. Μια βόλτα στα γραφικά δρομάκια του είναι σαν ένα ταξίδι στο παρελθόν, με τα παραδοσιακά κτίρια, ναούς, ιερά και ανθισμένου κήπους να ζωντανεύουν τα ήθη της αρχαίας πόλης.
Το Κιότο, που ιδρύθηκε ως Χέιαν-κιο το 794, ήταν η πρωτεύουσα και έδρα της αυτοκρατορικής αυλής για πάνω από 1.000 χρόνια. Η ζωντανή καλλιτεχνική σκηνή της πόλης διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία του αυτοκράτορα και των αριστοκρατών, καθώς και των υψηλόβαθμων πολεμιστών, καλλιτεχνών και λογίων που εργάζονταν στο παλάτι. Επίσης έχει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, με τη βαθιά ευλάβεια για τη θρησκεία Σίντο και τον Βουδισμό να καθορίζει την πολιτιστική της ανάπτυξη.



Η παρουσία της αυτοκρατορικής αυλής έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των καλλιτεχνικών τάσεων του Κιότο. Επίσης εξασφάλισε την επιβίωση και τη διατήρηση τόσο πολλών έργων τέχνης. Επειδή τα περισσότερα έργα δημιουργήθηκαν για την αυλή και την αυτοκρατορική οικογένεια, κατασκευάστηκαν από υλικά της καλύτερης ποιότητας. Τα περισσότερα σιντοϊστικά και βουδιστικά ιδρύματα της εποχής εκείνης ιδρύθηκαν με τον ίδιο σκοπό: την προστασία της πρωτεύουσας και της αυτοκρατορικής οικογένειας. Ως αποτέλεσμα, πολλές τάσεις και παραλληλισμοί μπορούν να παρατηρηθούν στην καλλιτεχνική τους παραγωγή.
Η επιρροή της αυλής και του σιντοϊσμού είναι εμφανής σε έργα όπως το «Ο Φουτζιβάρα νο Καματάρι ως σιντοϊστική θεότητα». Ο Καματάρι ήταν πολιτικός, αυλικός και ιδρυτής του ισχυρού οίκου Φουτζιβάρα, που κυριάρχησε στην Αυλή της Ιαπωνίας από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα.
Ως ισχυρός υποστηρικτής του Σιντοϊσμού, ήταν μία από τις πολλές ιστορικές προσωπικότητες που θεοποιήθηκαν μετά το θάνατό τους. Η θεϊκότητά του συμβολίζεται από τους χρυσούς καθρέφτες που κρέμονται πάνω από τη μορφή του. Στην ιαπωνική κουλτούρα, οι καθρέφτες αποτελούσαν ισχυρά σύμβολα εξουσίας, και λατρεύονταν ως ιερά αντικείμενα που αντιπροσώπευαν τους θεούς.

Οι σαμουράι είχαν εξέχουσα θέση στην ιαπωνική μεσαιωνική κοινωνία, και τα ενδύματα και οι πανοπλίες (γιορόι) τους αντανακλούσαν το κύρος τους. Τα γιορόι χρησιμοποιούνταν από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα και φοριούνταν κυρίως από έφιππους πολεμιστές. Ο θώρακας είναι καλυμμένος με δέρμα που φέρει την εικόνα του ισχυρού βουδιστικού θεού Φούντο Μιο-ο, του οποίου η άγρια όψη και τα χαρακτηριστικά της ηρεμίας και της εσωτερικής δύναμης εκτιμούνταν ιδιαίτερα από τους σαμουράι. Η πανοπλία του Ασικάγκα Τακαούτζι είναι ένα εξαιρετικό δείγμα μεσαιωνικού γιορόι.

Κατά την περίοδο Μομογιάμα, για να προστατεύονται από τη βροχή, τον άνεμο και το κρύο, οι σαμουράι φορούσαν συνήθως πάνω από την πανοπλία τους ένα τζινμπαορί, ένα πολυτελές και κομψό πανωφόρι.
Αρκετά χαρακτηριστικά αυτού του ενδύματος υποδηλώνουν δυτική επιρροή, όπως ο όρθιος γιακάς και οι λευκές και κόκκινες πτυχώσεις κατά μήκος των μανικιών. Ο συνδυασμός σπάνιων εισαγόμενων πολυτελών υφασμάτων υποδήλωνε ότι το πανωφόρι ήταν δώρο ενός πολεμάρχου στους πιστούς σαμουράι του.
Τα τζινμπαορί μάχης κατασκευάζονταν από την Εποχή των Εμφυλίων Πολέμων (περίπου 1467-1603) μέχρι το τέλος της περιόδου Έντο (1615-1867).


Οι τελετές του τσαγιού, που εισήχθησαν στο Κιότο μέσω του Βουδισμού Ζεν, συνέβαλαν στην πνευματική ανάπτυξη της πόλης και ενέπνευσαν πολλές μορφές τέχνης. Μια ματιά στο κουτί τσαγιού της περιόδου Έντο, έργο του Νονομούρα Νινσέι, αποκαλύπτει περισσότερα για αυτή την ιερή παράδοση. Το μικρό, λεπτό βάζο που χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια των τελετών, περιείχε σκόνη πράσινου τσαγιού (μάτσα). Ο Νονομούρα Νινσέι, ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες κεραμίστες όλων των εποχών, είναι γνωστός ως ο πρώτος που υπέγραψε τα έργα του. Το στυλ του, που είναι τυπικά περίτεχνο και εκλεπτυσμένο, έθεσε ένα πρότυπο που καθόρισε την εμφάνιση των κεραμικών του Κιότο από την εποχή του και μετά.

Οι περισσότεροι πίνακες από το αρχαίο Κιότο έχουν τη μορφή κρεμαστών παπύρων, χειρογράφων και πτυσσόμενων παραβάν. Τα θέματα τους ποικίλλουν από γαλήνια τοπία έως συναρπαστικές μάχες, και από στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής έως συγκλονιστικές σκηνές από θρυλικές ιστορίες. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό πτυσσόμενο παραβάν, αποτελούμενο από έξι περίτεχνα ζωγραφισμένα πάνελ, απεικονίζει μάχες από την εξέγερση του Χόγκεν.
Πρόκειται για έργο του 17ου αιώνα, αν και το απεικονιζόμενο περιστατικό έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1156, στο κέντρο του Κιότο. Η εξέγερση αφορούσε μια διαμάχη για τη διαδοχή μεταξύ του αυτοκράτορα Γκο-Σιρακάουα και του πρώην αυτοκράτορα Σουτόκου, και παρόλο που διήρκεσε μόνο λίγες ώρες, είχε μακροχρόνιες πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες και σηματοδότησε την αρχή της μεσαιωνικής περιόδου.

Ανεξάρτητα από τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον κόσμο με την πάροδο των χρόνων, οι αρχαίες παραδόσεις και οι καλλιτεχνικές τάσεις παραμένουν ζωντανές στο σύγχρονο Κιότο. Οι Νακαμούρα Τακούο, Σουζούκι Οσάμου και Γιαγκί Ακίρα, Χιρόσι Σουγκιμότο και Κοχέι Ναβά είναι μερικοί μόνο σύγχρονοι καλλιτέχνες που συνεχίζουν στα ίχνη των προγόνων.
Ο Βουδισμός και ο Σιντοϊσμός παραμένουν σημαντικό μέρος της καθημερινής ζωής στο Κιότο. Οι περισσότεροι ναοί, παρά το γεγονός ότι είναι ανοιχτοί στους τουρίστες, λειτουργούν κανονικά και οι άνθρωποι συχνά πηγαίνουν εκεί για να προσευχηθούν. Τα ιερά είναι πολύ δημοφιλή και κατά τη διάρκεια σημαντικών εορτών, όπως το περίφημο Γκιον Ματσούρι, ένα φεστιβάλ που διαρκεί ολόκληρο τον Ιούλιο.

Παρά το γεγονός ότι το 1869 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Τόκιο το 1869, το Κιότο εξακολουθεί να φέρει το όνομα που σημαίνει «Πρωτεύουσα» και παραμένει το καλύτερο μέρος για να εξερευνήσετε την ιαπωνική παράδοση και τέχνες.
Σήμερα, το Κιότο είναι μία από τις πιο καλοδιατηρημένες και ιστορικά σημαντικές πόλεις της Ιαπωνίας, με περίπου 1.600 βουδιστικούς ναούς και 400 σιντοϊστικά ιερά. «Το Κιότο είναι ένα ζωντανό μουσείο της ιαπωνικής παράδοσης», παρατηρεί η Μόνικα Μπίντσικ, επιμελήτρια του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης. «Εκεί διατηρείται η ουσία της ιαπωνικής κουλτούρας».
Της Angela Feng
Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται με την άδεια του Elite Lifestyle Magazine.








