Παρασκευή, 01 Μαΐ, 2026
«Εικονογραφημένοι μύθοι του ναού Κιτάνο Τέντζιν». Περίοδος Καμακούρα (1185–1333), τέλη του 13ου αιώνα. Μια αρχαία σιντοϊστική πεποίθηση ότι οι καταστροφικές δυνάμεις της φύσης ζωντανεύουν από τα βασανισμένα πνεύματα των ανθρώπων αποτελεί τη βάση της θρυλικής προέλευσης του ναού Κιτάνο Τέντζιν, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Σουγκαβάρα Μιτσιζάνε (845–903), έναν διακεκριμένο λόγιο και πολιτικό που πέθανε εξόριστος μετά από συκοφαντίες των εχθρών του στην αυλή. Fletcher Fund, 1925. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

Κιότο, η πρωτεύουσα της ιαπωνικής τέχνης και παράδοσης

Η ιστορία και οι παραδόσεις που διαφυλάσσονται σε κάθε σημείο του καθιστούν το Κιότο καρδιά της Ιαπωνίας και της ιαπωνικής κουλτούρας. Μια βόλτα στα γραφικά δρομάκια του είναι σαν ένα ταξίδι στο παρελθόν, με τα παραδοσιακά κτίρια, ναούς, ιερά και ανθισμένου κήπους να ζωντανεύουν τα ήθη της αρχαίας πόλης.

Το Κιότο, που ιδρύθηκε ως Χέιαν-κιο το 794, ήταν η πρωτεύουσα και έδρα της αυτοκρατορικής αυλής για πάνω από 1.000 χρόνια. Η ζωντανή καλλιτεχνική σκηνή της πόλης διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία του αυτοκράτορα και των αριστοκρατών, καθώς και των υψηλόβαθμων πολεμιστών, καλλιτεχνών και λογίων που εργάζονταν στο παλάτι. Επίσης έχει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, με τη βαθιά ευλάβεια για τη θρησκεία Σίντο και τον Βουδισμό να καθορίζει την πολιτιστική της ανάπτυξη.

«Συγκέντρωση Νενμπούτσου στο Ιτσίγια, Κιότο», από την «Εικονογραφημένη βιογραφία του μοναχού Ιππέν και του μαθητή του Τα’α», στα τέλη του 14ου αιώνα. Σε αυτή τη σκηνή, άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα έχουν συγκεντρωθεί για να ακούσουν τον χαρισματικό μοναχό Ιππέν (1239-1289) να απαγγέλλει την προσευχή Νενμπούτσου, επικαλούμενος τον Βούδα Αμιτάμπα. Συλλογή Ασιακής Τέχνης του Χάρρυ Γ. Κ. Πάκαρντ, δωρεά του Χάρρυ Γ. Κ. Πάκαρντ και αγορά από τα ταμεία Φλέτσερ, Ρότζερς, Χάρρις Μπρίσμπεϊν Ντικ και Λούις Β. Μπελ, κληροδότημα του Τζόζεφ Πούλιτζερ και δωρεά του Ταμείου Άνενμπεργκ, 1975. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Πανωφόρι (ουτσικάκε) με σχέδια μπαμπού. Περίοδος Έντο (1615–1868), πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Αυτό το σπάνιο ουτσικάκε είναι έργο του Γκιον Νανκάι, γνωστού ποιητή και καλλιτέχνη της πρώιμης κίνησης Νάνγκα. Συλλογή Ασιακής Τέχνης του Χάρρυ Γ. Κ. Πάκαρντ, δωρεά του Χάρρυ Γ. Κ. Πάκαρντ και αγορά από τα ταμεία Φλέτσερ, Ρότζερς, Χάρρις Μπρίσμπεϊν Ντικ και Λούις Β. Μπελ, κληροδότημα του Τζόζεφ Πούλιτζερ και δωρεά του Ταμείου Άνενμπεργκ, 1975. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Κουτί για θυμίαμα (κόγκο) με πεύκα και πουλιά. Περίοδος Νανμποκούτσο (1336–92), αρχές του 14ου αιώνα. Όπως πολλά άλλα κουτιά για θυμίαμα για την τελετή του τσαγιού, αυτό το κομμάτι θα μπορούσε να αποτελεί μέρος ενός σετ 12 τεμαχίων (γιουνιτεμπάκο), προορισμένο για δοχείο υλικού για το μαύρισμα των δοντιών. Συλλογή Μαίρη Γκριγκς Μπερκ, δωρεά του Ιδρύματος Μαίρη και Τζάκσον Μπερκ, 2015. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Η παρουσία της αυτοκρατορικής αυλής έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των καλλιτεχνικών τάσεων του Κιότο. Επίσης εξασφάλισε την επιβίωση και τη διατήρηση τόσο πολλών έργων τέχνης. Επειδή τα περισσότερα έργα δημιουργήθηκαν για την αυλή και την αυτοκρατορική οικογένεια, κατασκευάστηκαν από υλικά της καλύτερης ποιότητας. Τα περισσότερα σιντοϊστικά και βουδιστικά ιδρύματα της εποχής εκείνης ιδρύθηκαν με τον ίδιο σκοπό: την προστασία της πρωτεύουσας και της αυτοκρατορικής οικογένειας. Ως αποτέλεσμα, πολλές τάσεις και παραλληλισμοί μπορούν να παρατηρηθούν στην καλλιτεχνική τους παραγωγή.

Η επιρροή της αυλής και του σιντοϊσμού είναι εμφανής σε έργα όπως το «Ο Φουτζιβάρα νο Καματάρι ως σιντοϊστική θεότητα». Ο Καματάρι ήταν πολιτικός, αυλικός και ιδρυτής του ισχυρού οίκου Φουτζιβάρα, που κυριάρχησε στην Αυλή της Ιαπωνίας από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα.

Ως ισχυρός υποστηρικτής του Σιντοϊσμού, ήταν μία από τις πολλές ιστορικές προσωπικότητες που θεοποιήθηκαν μετά το θάνατό τους. Η θεϊκότητά του συμβολίζεται από τους χρυσούς καθρέφτες που κρέμονται πάνω από τη μορφή του. Στην ιαπωνική κουλτούρα, οι καθρέφτες αποτελούσαν ισχυρά σύμβολα εξουσίας, και λατρεύονταν ως ιερά αντικείμενα που αντιπροσώπευαν τους θεούς.

«Ο Φουτζιβάρα νο Καματάρι ως θεότητα του Σίντο». Περίοδος Νανμποκούτσο (1336-1392), μετά το 1350. Ο Φουτζιβάρα νο Καματάρι (614-699) ήταν μία από τις πολλές ιστορικές προσωπικότητες που θεοποιήθηκαν στη θρησκευτική παράδοση του Σίντο. Σημαντικός πολιτικός και αυλικός, ίδρυσε τον ισχυρό οίκο Φουτζιγουάρα, ο οποίος κυριάρχησε στην ιαπωνική αυλική ζωή από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα. Αγορά και κληροδότημα των Έντουαρντ Μουρ και Μπρους Γουέμπστερ, με ανταλλαγή, και δωρεά της κυρίας Τζορτζ Α. Κρόκερ και του Ντέιβιντ Μάρεϋ, με ανταλλαγή, 1985. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Οι σαμουράι είχαν εξέχουσα θέση στην ιαπωνική μεσαιωνική κοινωνία, και τα ενδύματα και οι πανοπλίες (γιορόι) τους αντανακλούσαν το κύρος τους. Τα γιορόι χρησιμοποιούνταν από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα και φοριούνταν κυρίως από έφιππους πολεμιστές. Ο θώρακας είναι καλυμμένος με δέρμα που φέρει την εικόνα του ισχυρού βουδιστικού θεού Φούντο Μιο-ο, του οποίου η άγρια όψη και τα χαρακτηριστικά της ηρεμίας και της εσωτερικής δύναμης εκτιμούνταν ιδιαίτερα από τους σαμουράι. Η πανοπλία του Ασικάγκα Τακαούτζι είναι ένα εξαιρετικό δείγμα μεσαιωνικού γιορόι.

Πανοπλία (γιορόι) του Ασικάγκα Τακαούτζι. Τέλη της περιόδου Καμακούρα (1185–1333) έως την περίοδο Νανμποκούτσο (1336–92), αρχές έως μέσα του 14ου αιώνα. Πρόκειται για ένα σπάνιο παράδειγμα μεσαιωνικού γιορόι, μιας πρώιμης ιαπωνικής πανοπλίας που φορούσαν οι έφιπποι πολεμιστές. Δωρεά του Μπάσφορντ Ντην, 1914. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Κατά την περίοδο Μομογιάμα, για να προστατεύονται από τη βροχή, τον άνεμο και το κρύο, οι σαμουράι φορούσαν συνήθως πάνω από την πανοπλία τους ένα τζινμπαορί, ένα πολυτελές και κομψό πανωφόρι.

Αρκετά χαρακτηριστικά αυτού του ενδύματος υποδηλώνουν δυτική επιρροή, όπως ο όρθιος γιακάς και οι λευκές και κόκκινες πτυχώσεις κατά μήκος των μανικιών. Ο συνδυασμός σπάνιων εισαγόμενων πολυτελών υφασμάτων υποδήλωνε ότι το πανωφόρι ήταν δώρο ενός πολεμάρχου στους πιστούς σαμουράι του.

Τα τζινμπαορί μάχης κατασκευάζονταν από την Εποχή των Εμφυλίων Πολέμων (περίπου 1467-1603) μέχρι το τέλος της περιόδου Έντο (1615-1867).

Μπροστινό μέρος ενός τζινμπαορί. Περίοδος Μομογιάμα (1573–1615), τέλη του 16ου αιώνα. Μαίρη Λίβινγκστον Γκριγκς και Ίδρυμα Μαίρη Γκριγκς Μπερκ, 2017. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Η πλάτη ενός τζινμπαορί, το οποίο ανήκει σε έναν πολύ σπάνιο τύπο. Είναι γνωστά μόνο τρία παρόμοια δείγματα. Μαίρη Λίβινγκστον Γκριγκς και Ίδρυμα Μαίρη Γκριγκς Μπερκ, 2017. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Οι τελετές του τσαγιού, που εισήχθησαν στο Κιότο μέσω του Βουδισμού Ζεν, συνέβαλαν στην πνευματική ανάπτυξη της πόλης και ενέπνευσαν πολλές μορφές τέχνης. Μια ματιά στο κουτί τσαγιού της περιόδου Έντο, έργο του Νονομούρα Νινσέι, αποκαλύπτει περισσότερα για αυτή την ιερή παράδοση. Το μικρό, λεπτό βάζο που χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια των τελετών, περιείχε σκόνη πράσινου τσαγιού (μάτσα). Ο Νονομούρα Νινσέι, ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες κεραμίστες όλων των εποχών, είναι γνωστός ως ο πρώτος που υπέγραψε τα έργα του. Το στυλ του, που είναι τυπικά περίτεχνο και εκλεπτυσμένο, έθεσε ένα πρότυπο που καθόρισε την εμφάνιση των κεραμικών του Κιότο από την εποχή του και μετά.

Δοχείο για τσάι (σεϊτάκα), έργο του Νονομούρα Νινσέι. Περίοδος Έντο (1615–1868), περί τα 1650. Σε παρόμοια δοχεία φυλασσόταν το μάτσα (η σκόνη του πράσινου τσαγιού,) στις τελετές του τσαγιού. Συλλογή Χάουαρντ Μάνσφηλντ, δωρεά του Χάουαρντ Μάνσφηλντ, 1936. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Οι περισσότεροι πίνακες από το αρχαίο Κιότο έχουν τη μορφή κρεμαστών παπύρων, χειρογράφων και πτυσσόμενων παραβάν. Τα θέματα τους ποικίλλουν από γαλήνια τοπία έως συναρπαστικές μάχες, και από στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής έως συγκλονιστικές σκηνές από θρυλικές ιστορίες. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό πτυσσόμενο παραβάν, αποτελούμενο από έξι περίτεχνα ζωγραφισμένα πάνελ, απεικονίζει μάχες από την εξέγερση του Χόγκεν.

Πρόκειται για έργο του 17ου αιώνα, αν και το απεικονιζόμενο περιστατικό έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1156, στο κέντρο του Κιότο. Η εξέγερση αφορούσε μια διαμάχη για τη διαδοχή μεταξύ του αυτοκράτορα Γκο-Σιρακάουα και του πρώην αυτοκράτορα Σουτόκου, και παρόλο που διήρκεσε μόνο λίγες ώρες, είχε μακροχρόνιες πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες και σηματοδότησε την αρχή της μεσαιωνικής περιόδου.

«Οι εξεγέρσεις των εποχών Χόγκεν και Χέιτζι». Περίοδος Έντο (1615-1868), 17ος αιώνας. Από τα δεξιά προς τα αριστερά, απεικονίζονται μια σειρά από θρυλικές σκηνές μάχης, όπως περιγράφονται στην «Ιστορία της εξέγερσης του Χόγκεν». Rogers Fund, 1957. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Ανεξάρτητα από τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον κόσμο με την πάροδο των χρόνων, οι αρχαίες παραδόσεις και οι καλλιτεχνικές τάσεις παραμένουν ζωντανές στο σύγχρονο Κιότο. Οι Νακαμούρα Τακούο, Σουζούκι Οσάμου και Γιαγκί Ακίρα, Χιρόσι Σουγκιμότο και Κοχέι Ναβά είναι μερικοί μόνο σύγχρονοι καλλιτέχνες που συνεχίζουν στα ίχνη των προγόνων.

Ο Βουδισμός και ο Σιντοϊσμός παραμένουν σημαντικό μέρος της καθημερινής ζωής στο Κιότο. Οι περισσότεροι ναοί, παρά το γεγονός ότι είναι ανοιχτοί στους τουρίστες, λειτουργούν κανονικά και οι άνθρωποι συχνά πηγαίνουν εκεί για να προσευχηθούν. Τα ιερά είναι πολύ δημοφιλή και κατά τη διάρκεια σημαντικών εορτών, όπως το περίφημο Γκιον Ματσούρι, ένα φεστιβάλ που διαρκεί ολόκληρο τον Ιούλιο.

Κάνο Τακανομπού, πορτρέτο του Χοτέι. Περίοδος Έντο (1615–1868), περί τα 1616. Ο Τακανόμπου (1571–1618) απεικονίζει τον Χοτέι, μια δημοφιλή φιγούρα του Ζεν, ο οποίος συχνά εμφανίζεται ως ένας παχουλός, καλοδιάθετος μοναχός που κουβαλάει ένα μεγάλο σάκο. Πιστεύεται ότι έζησε στη νότια Κίνα στα τέλη του 9ου αιώνα και τελικά αναγνωρίστηκε ως ενσάρκωση του Μιρόκου, του Βούδα του Μέλλοντος. (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη)

 

Παρά το γεγονός ότι το 1869 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Τόκιο το 1869, το Κιότο εξακολουθεί να φέρει το όνομα που σημαίνει «Πρωτεύουσα» και παραμένει το καλύτερο μέρος για να εξερευνήσετε την ιαπωνική παράδοση και τέχνες.

Σήμερα, το Κιότο είναι μία από τις πιο καλοδιατηρημένες και ιστορικά σημαντικές πόλεις της Ιαπωνίας, με περίπου 1.600 βουδιστικούς ναούς και 400 σιντοϊστικά ιερά. «Το Κιότο είναι ένα ζωντανό μουσείο της ιαπωνικής παράδοσης», παρατηρεί η Μόνικα Μπίντσικ, επιμελήτρια του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης. «Εκεί διατηρείται η ουσία της ιαπωνικής κουλτούρας».

Της Angela Feng

Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται με την άδεια του Elite Lifestyle Magazine.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε