Όπως το «άγγιγμα του Μίδα», το «κουτί της Πανδώρας» και το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», ο μύθος του Πυγμαλίωνα έχει γίνει μέρος του δυτικού πολιτισμού, εμπνέοντας εικαστικά, μουσικά και άλλα έργα μέχρι και τις μέρες μας.
Η όπερα «Πυγμαλίων» του Ζαν-Φιλίπ Ραμώ (1748) ήταν μια από τις πρώτες όπερες που βασίστηκαν σε αυτόν. Ζωγράφοι της προραφαηλιτικής σχολής, όπως ο Έντουαρντ Μπερν-Τζόουνς, επίσης δημιούργησαν πολλά έργα με θέμα τον Πυγμαλίωνα, ενώ ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω έγραψε ένα σπουδαίο θεατρικό έργο βασισμένο στην ιστορία (αλλάζοντας το τέλος) το 1913, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την κινηματογραφική διασκευή «My Fair Lady», η οποία με τη σειρά της έγινε πρότυπο για την ταινία «Pretty Woman» το 1990.
Η πρώτη γνωστή αναφορά υπάρχει στη Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου, σύγγραμμα του 1ου αιώνα μ.Χ., το οποίο περιέχει όλους τους ελληνικούς μύθους. Εκεί, ο Πυγμαλίων περιγράφεται ως βασιλιάς της Κύπρου που ερωτεύθηκε ένα άγαλμα της Αφροδίτης από ελεφαντόδοντο. Όταν παρακαλεί τη θεά να του χαρίσει μία τέτοια γυναίκα, εκείνη ικανοποιεί το αίτημά του ζωντανεύοντας το άγαλμα. Ο Πυγμαλίων παντρεύτηκε τη Γαλάτεια, όπως ονομάστηκε, και από την ένωσή τους γεννήθηκε ένας γιος, ο Πάφος, ο οποίος ίδρυσε την ομώνυμη πόλη κοντά στο σημείο όπου βγήκε η Αφροδίτη στην Κύπρο, όταν γεννήθηκε από τον αφρό της θάλασσας.

Η Πάφος εξελίχθηκε στο πιο γνωστό κέντρο λατρείας της Αφροδίτης στον αρχαίο κόσμο, ενώ σήμερα είναι μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, αναγνωρισμένη για τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα, όπως ψηφιδωτά, τα ερείπια ενός ιερού και άλλα μνημεία.
Τον 8ο αιώνα, ο Οβίδιος συμπεριέλαβε τον μύθο στις Μεταμορφώσεις του (Βιβλίο X), παραλλάσσοντάς τον λίγο: περιγράφει τον Πυγμαλίωνα ως γλύπτη που έχει αποστραφεί τις γυναίκες εξαιτίας των ελαττωμάτων που βρίσκει σε όλες. Για να ικανοποιήσει τον πόθο του για την τέλεια γυναίκα, σμιλεύει ένα άγαλμα τόσο εξαιρετικό που το ερωτεύεται και αρχίζει να το αντιμετωπίζει σαν να ήταν ζωντανό: του φέρνει δώρα, το ντύνει και του μιλάει. Κατά τη διάρκεια της γιορτής της Αφροδίτης, προσεύχεται στη θεά να του δώσει μια γυναίκα σαν το άγαλμά του. Η Αφροδίτη, συγκινημένη από την αφοσίωσή του, δίνει ζωή στο άγαλμα και ο Πυγμαλίων παντρεύεται το δημιούργημά του.
Σημασίες του μύθου
Επικρατεί η άποψη ότι μύθος εξερευνά την ένταση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας — πώς η επιθυμία μπορεί να αναδιαμορφώσει τον κόσμο. Δεδομένης της κύριας πηγής του, της «Μεταμόρφωσης» του Οβιδίου, εξερευνά ένα κεντρικό θέμα του βιβλίου: τις μεταμορφώσεις — τόσο κυριολεκτικές, όπως η μεταμόρφωση του ελεφαντοστού σε σάρκα, όσο και συμβολικές, όπως η μεταμόρφωση της μοναξιάς σε συντροφικότητα.
Εκφράζει επίσης τη δύναμη της τέχνης στον αποδέκτη.
Για ορισμένους, πάλι, μπορεί να εκφράζει και την ανδρική επιθυμία για μια ιδανική, απόλυτα ελεγχόμενη γυναικεία φιγούρα. Αυτό θέτει ερωτήματα σχετικά με την «αντικειμενοποίηση», το να αγαπάς όχι ένα πραγματικό πρόσωπο, αλλά μια εικόνα της τελειότητας.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένα βαθύτερο νόημα σε αυτόν τον μύθο, το οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε στη φύση και τη δύναμη της ίδιας της θεάς Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα, ουράνιου και πανδήμου.
Η Αφροδίτη ήταν τόσο ισχυρή που μόνο τρεις θεές ήταν απρόσβλητες στη δύναμή της — η Αθηνά, η Άρτεμις και η Εστία, οι τρεις παρθένες θεές του δωδεκάθεου — κανένας όμως θεός. Σχηματίστηκε από την ένωση του νερού με τα κομμένα γεννητικά όργανα του Ουρανού, που έπεσαν στη θάλασσα όταν του επιτέθηκε ο γιος του, Κρόνος, κατά συνέπεια ήταν παλαιότερη και πιο αρχέγονη δύναμη από τους Ολύμπιους θεούς. Αντιπροσώπευε τόσο τον σαρκικό έρωτα όσο και τον ουράνιο, τόσο τις γήινες δυνάμεις όσο και τη θεόπνευστη φαντασία και δημιουργικότητα, υποδεικνύοντας τη στενή σχέση μεταξύ των δύο, και ακόμη μεταξύ της διττής φύσης του ανθρώπου.
Με αυτό κατά νου, το σχόλιο του συγγραφέα Τζόναθαν Μπλακ στο βιβλίο του «Η μυστική ιστορία του κόσμου» είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό: «Η φαντασία — και ιδιαίτερα η ερωτικά φορτισμένη φαντασία — θεωρείται η βασική αρχή της δημιουργικότητας». Στον μύθο, ο Πυγμαλίων είναι ένας καλλιτέχνης, ένας καλλιτέχνης με εξαιρετική τεχνική. Η φαντασία του είναι φορτισμένη ερωτικά και γόνιμη επειδή αυτό που οραματίζεται, αυτό που βλέπει μέσα του είναι μια γυναίκα. Αλλά το άγαλμα δεν μπορεί να ζωντανέψει χωρίς τη θεϊκή ευλογία της Αφροδίτης.
Τι είναι, όμως, αυτό που προσελκύει τη θεϊκή ευλογία; Ο ίδιος ο έρωτας του Πυγμαλίωνα για το δημιούργημά του.

Η αγάπη για τη δημιουργία
Μόνο αυτό που αγαπάμε ολόψυχα μπορεί να ζωντανέψει, να γεμίσει με αυτή την πληθωρική χαρά, ζωντάνια και έλξη που χαρακτηρίζει την ίδια τη θεά. Με άλλα λόγια, αν οι καλλιτέχνες δημιουργούν για τη φήμη, τα χρήματα, το κύρος, την επιρροή ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τότε το έργο τους, αν και μπορεί να είναι τεχνικά άρτιο, θα είναι νεκρό. Δεν μπορεί να ζήσει επειδή δεν έχει αγαπηθεί ή δεν προέρχεται από την αγάπη. Αυτό ισχύει, φυσικά, για τους ποιητές, τους μουσικούς, τους θεατρικούς συγγραφείς, τους κινηματογραφιστές κοκ.
Ο Βρετανός θεολόγος Ντ. Χ. Ουίλλιαμς σημείωσε: «Δεν μπορεί να υπάρχει χαρά όπου δεν υπάρχει δημιουργικότητα, επειδή η απουσία της δημιουργικότητας είναι άρνηση της χαράς στην πηγή της, δηλαδή άρνηση του Θεού Δημιουργού. Αυτό σημαίνει ότι όλοι πρέπει να είμαστε ποιητές αν θέλουμε να είμαστε αυτό που ο Θεός θέλει να είμαστε — όχι, φυσικά, ποιητές όπως κατανοούμε σήμερα τη λέξη (πολύ λίγοι από εμάς μπορούν να είναι), αλλά με την αρχική της έννοια, δημιουργοί».
Όλοι καλούμαστε να είμαστε κατ’ εικόνα του Θεού, να είμαστε δημιουργοί. Μπορεί να είναι στον κήπο, στην κουζίνα, στις σχέσεις, σε όλα τα πράγματα και τα χόμπι και τα αθλήματα κάτω από τον ήλιο. Αλλά πρέπει να είμαστε δημιουργοί, και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν αγαπάμε και δινόμαστε ολόψυχα σε αυτό που δημιουργούμε.
Αυτό παρατηρείται σε όλους τους τομείς της ζωής. Ο νομπελίστας φυσικός Ρίτσαρντ Φάινμαν σχολίασε για την εκπαίδευση: «Όποτε προσπαθείς να διδάξεις ένα μάθημα χωρίς δασκάλους που το αγαπούν, είναι καταδικασμένο σε αποτυχία και είναι ανόητο». Οι μαθητές στο σχολείο ανταποκρίνονται στους δασκάλους που αγαπούν το αντικείμενο της διδασκαλίας του και την πράξη της διδασκαλίας, και η αγάπη των δασκάλων κάνει και τους μαθητές να αγαπούν το μάθημα.
Εξετάζοντας το ίδιο ζήτημα από την αντίθετη κατεύθυνση, ο Ιάπωνας σοφός Μασάορυ Εμότο [Masaru Emoto], στο βιβλίο του «Τα κρυμμένα μηνύματα στο νερό», παρατηρεί ότι «οι άνθρωποι που συνεχίζουν να κάνουν εξαιρετική δουλειά μέχρι τα βαθιά τους γεράματα είναι σχεδόν αναπόφευκτα ερωτευμένοι».
Και ένα από τα σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με αυτόν τον άξονα ερωτισμός-δημιουργικότητα-αγάπη είναι ότι οι πραγματικά δημιουργικοί άνθρωποι τείνουν να είναι παραγωγικοί, δηλαδή γόνιμοι: οι πραγματικά δημιουργικοί άνθρωποι συνεχίζουν να παράγουν όλο και περισσότερα έργα.
Ο Σαίξπηρ, επί είκοσι χρόνια, έγραφε κατά μέσο όρο σχεδόν δύο θεατρικά έργα το χρόνο, συν σονέτα και άλλα έργα. Μια εκπληκτική παραγωγή. Συγκρίνετε με τον Τόμας Γκρέι, που έγραψε ένα σημαντικό ποίημα, ή τον Γουόλτερ Σέιβιτζ Λάντορ, που δημιούργησε όμορφα αποσπάσματα, αλλά δεν είχε μεγάλη παραγωγή. Ή σκεφτείτε τον Μπαχ: Είναι γνωστά πάνω από 1.100 κομμάτια και περίπου 100 έως 300 άλλα θεωρούνται χαμένα. Και πάλι, συγκρίνετε με τον Γκούσταβ Χολστ ή τον Σάμιουελ Μπάρμπερ, που είναι γνωστοί μόνο για ένα ή λίγα έργα.
Θεωρώ ότι ο εσωτερικός κριτικός — αυτή η φωνή της λογοκρισίας που όλοι έχουμε μέσα μας — είναι πολύ πιο ισχυρός στους ‘τσιγκούνηδες’ δημιουργούς. Εμποδίζει την αγάπη για το έργο που διαφορετικά θα τους είχε ωθήσει σε μια πιο πλούσια δημιουργικότητα. Είναι ενδιαφέρον ότι, στην περίπτωση του Σαίξπηρ, οι πρώτοι εκδότες και οι σύγχρονοί του σχολίασαν ότι «ποτέ δεν διέγραψε μια γραμμή». Το θεώρησαν ως απόδειξη της αβίαστης ευφράδειας και της βαθιάς αγάπης του για τα δημιουργήματά του. Ο φίλος και αντίπαλός του, Μπεν Τζόνσον, παρατήρησε ότι θα ήθελε ο Σαίξπηρ να είχε «σβήσει χίλιες», υπονοώντας ότι μια τέτοια ανεξέλεγκτη παραγωγικότητα θα μπορούσε μερικές φορές να ωφεληθεί από ένα πιο αυστηρό κριτικό μάτι. Ωστόσο, αυτή η ιστορία δείχνει μια εντυπωσιακή αντίθεση: η προθυμία του Σαίξπηρ να εκφράζει τις ιδέες του χωρίς υπερβολική αυτολογοκρισία μπορεί να ήταν ακριβώς αυτό που του επέτρεψε να δημιουργήσει ένα τόσο εκπληκτικό και ζωντανό έργο.
Ο μύθος του Πυγμαλίωνα, λοιπόν, μας λέει να είμαστε δημιουργικοί, να δημιουργούμε με αγάπη, να καταθέτουμε τον εαυτό μας και να αγαπάμε αυτό που δημιουργούμε. Αν το κάνουμε αυτό, θα δημιουργήσουμε κάτι αληθές και ζωντανό — όπως ζουν οι χαρακτήρες του Σαίξπηρ, όπως ζει η μουσική του Μπαχ, όπως ζει το γεύμα που μαγειρεύει ένας σεφ με απόλαυση ή όπως ζει ο κήπος που φροντίζει με την καρδιά του ένας ερασιτέχνης.
Το να ερωτευόμαστε αυτό που δημιουργούμε μπορεί να ακούγεται λίγο κλισέ ή τετριμμένο. Όμως, όπως σημείωσε ο Βρετανός φιλόσοφος και νευροεπιστήμονας Ιαν ΜακΓκίλκριστ: «Κανείς δεν αποφάσισε ποτέ να μην ερωτευτεί επειδή έχει γίνει στο παρελθόν ή επειδή οι εκφράσεις του είναι κοινότυπες. Και τα δύο είναι τόσο παλιά όσο ο κόσμος και εντελώς καινούργια σε κάθε περίπτωση γνήσιας αγάπης».
Όπως ανακάλυψε ο Πυγμαλίων, όταν αγαπάς πραγματικά το δημιούργημά σου, αυτό γίνεται εντελώς καινούργιο, εντελώς πρωτότυπο και μοναδικό.








